Ο Βίκτορ Όρμπαν έχει διαμορφώσει ένα πολιτικό και θεσμικό ναρκωπέδιο για να εμποδίσει τον αντίπαλό του να κυβερνήσει την Ουγγαρία να κερδίσει τις εκλογές.
Ο σημερινός ηγέτης της χώρας έχει τοποθετήσει πιστούς του σε βασικούς δημόσιους φορείς, οι οποίοι θα είναι σε θέση να ματαιώσουν τους προϋπολογισμούς και τη νομοθεσία οποιουδήποτε νέου πρωθυπουργού, ενώ τα τελευταία 16 χρόνια έχει διαμορφώσει ένα θεσμικό περιβάλλον που θα ευνοεί τις πολιτικές που ο ίδιος επιδοκιμάζει.
Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν / Φωτογραφία αρχείου: AP / Denes Erdos
Ακόμη και αν ο επικρατέστερος υποψήφιος της αντιπολίτευσης, Πέτερ Μαγιάρ, κερδίσει τις εκλογές στην Ουγγαρία, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια εξαντλητική δοκιμασία στην προσπάθειά του να διοικήσει αποτελεσματικά τη χώρα.
O Oρμπάν έχει φέρει στα μέτρα του την εξουσία στην Ουγγαρία
Ο Όρμπαν έχει εξασφαλίσει σφιχτό έλεγχο επί κρίσιμων δημόσιων θεσμών κατά τη διάρκεια των 16 ετών που βρίσκεται στην εξουσία, πράγμα που σημαίνει ότι οι υποστηρικτές του θα εξακολουθήσουν να έχουν αποφασιστική εξουσία.
Για τον Μαγιάρ, η πρόκληση θα είναι να βρει έναν τρόπο να κυβερνήσει με επιτυχία χωρίς να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές, σε ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να τον οδηγήσει στην αποτυχία, τονίζει το Politico σε δημοσίευμά του.
Εκτός από τη συνεχιζόμενη επιρροή του Όρμπαν στους προϋπολογισμούς, πολλές βασικές πτυχές της δημόσιας ζωής -συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων «βασικών νόμων» που διέπουν το δικαστικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, το εκλογικό σύστημα, τα δημόσια οικονομικά, την οικογενειακή πολιτική και την εκκλησία-μπορούν να τροποποιηθούν μόνο αν ο Μαγιάρ και το κόμμα του, το Tisza, καταφέρουν να εξασφαλίσουν μια αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων.
Ο Μαγιάρ προετοιμάζεται για ένα δύσκολο ξεκίνημα αν κερδίσει, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να εξασφαλίσει μόνο απλή πλειοψηφία. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την εχθρότητα των πιστών του Φιντέζ που κατέχουν σημαντικές θέσεις στη γραφειοκρατία, καθώς και αυτοί μπορούν να απομακρυνθούν μόνο αν τα δύο τρίτα των βουλευτών ψηφίσουν υπέρ της απομάκρυνσής τους.
Η πρώτη πρόκληση για τον Μάγιαρ θα είναι η κατάρτιση ενός προϋπολογισμού ικανού να χρηματοδοτήσει τις δαπανηρές προεκλογικές του υποσχέσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν την ενίσχυση των δημόσιων δαπανών, όπως στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, μετά από χρόνια υποεπένδυσης.
Το πρόβλημα είναι ότι παρούσα κυβέρνηση έχει εξαντλήσει τα ταμεία, φτάνοντας ήδη τον Φεβρουάριο στο 50% του στόχου για το έλλειμμα ολόκληρου του έτους 2026, μετά την παροχή τεράστιων προεκλογικών επιδομάτων για να κερδίσει την εκλογική υποστήριξη ο Όρμπαν και το Fidesz.
Σαν να μην ήταν αρκετά δύσκολο να ισοσκελιστούν οι λογαριασμοί, ο Όρμπαν μπορεί να κάνει τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη μέσω μίας από τις πιο ισχυρές «παγίδες» του,το λεγόμενο συμβουλίο προϋπολογισμού. Το όργανο αυτό αποτελείται από τρεις πιστούς του Fidesz, που διορίστηκαν πρόσφατα για θητεία μεταξύ 6 και 12 ετών, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν βέτο στον προϋπολογισμό.
Ο Ούγγρος πρόεδρος Τάμας Σούλιοκ, ο οποίος είναι στενός συνεργάτης του Όρμπαν και θα παραμείνει στη θέση του μέχρι το 2029, μπορεί να προκηρύξει πρόωρες εκλογές αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να εγκρίνει τον προϋπολογισμό. Το συμβούλιο προϋπολογισμού και ο πρόεδρος μπορούν να απομακρυνθούν από τα καθήκοντά τους μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων του κοινοβουλίου.
Ο Μαγιάρ θα αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα στην προσπάθειά του να ξεπαγώσει 18 δισεκατομμύρια ευρώ σε δεσμευμένα κονδύλια της ΕΕ, καθώς θα πρέπει να περάσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούν οι Βρυξέλλες πριν από την προθεσμία του Αυγούστου.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Μαγιάρ φάνηκε σίγουρος ότι θα καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση τουλάχιστον σε μέρος αυτών των δεσμευμένων κονδυλίων, αποδεικνύοντας ότι καταβάλλει αξιόπιστες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς.
«Ωστόσο, δεν θα είναι σε θέση να αλλάξει νόμους που απαιτούν υπερπλειοψηφία… και η επιτυχία του θα εξαρτηθεί εν μέρει από τις, ως επί το πλείστον, αδοκίμαστες διαπραγματευτικές του ικανότητες και από κάποια ευελιξία εκ μέρους της ΕΕ», δήλωσε η Ορσόλια Ράτσοβα από την εταιρεία συμβούλων Eurasia Group.
Η απαίτηση πλειοψηφίας των δύο τρίτων για τόσες πολλές από αυτές τις κρίσιμες αλλαγές διαμορφώνεται ως το μεγαλύτερο μεμονωμένο εμπόδιο για την επιτυχία οποιασδήποτε νέας κυβέρνησης.
Η εισαγωγή των «βασικών νόμων» για όλα τα θέματα, από τη δικαιοσύνη έως τα μέσα ενημέρωσης, αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της συνταγματικής αναθεώρησης του Όρμπαν το 2011, η οποία ψηφίστηκε σε μόλις εννέα ημέρες -εξασφαλίζοντας ότι πολλές βασικές πολιτικές θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξουν από οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση.
Το Fidesz έχει καλύψει άλλες σημαντικές εποπτικές θέσεις με πιστούς του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του εισαγγελέα, του διαμεσολαβητή και των αρχών μέσων ενημέρωσης. Όλες αυτές οι θέσεις είναι «πραγματικά σημαντικές και αυτή τη στιγμή ελέγχονται και ενδέχεται να έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν μια κυβέρνηση που δεν ανήκει στο Fidezs», δήλωσε ο Μίκλος Λιγκέτι, νομικός διευθυντής της oργάνωσηςTransparency International Hungary.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Όρμπαν μπορεί να δυσκολέψει τη ζωή μιας μελλοντικής κυβέρνησης, καθώς έχει διορίσει και τους 15 δικαστές του, μεταξύ των οποίων και έναν πρώην υπουργό Άμυνας της κυβέρνησής του.
Οποιοσδήποτε νόμος επιχειρήσει να ψηφίσει μια κυβέρνηση του Μαγιάρ ενδέχεται να προσκρούσει στα ανώτατα δικαστήρια. «Λόγω της μεροληψίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή τουλάχιστον του προέδρου του, καθώς και του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αυτή θα είναι μια πολύ δύσκολη μάχη για τον», δήλωσε στο Politico η Αντριέν Λατσό, πρώην δικαστής που παραιτήθηκε τον Νοέμβριο του 2024 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη δικαστικής ανεξαρτησίας.
Επιπλέον, οι βουλευτές του Όρμπαν ενίσχυσαν τον Δεκέμβριο το δικαίωμα βέτο του προέδρου Σούλιοκ, ο οποίος διορίστηκε το 2024 για πενταετή θητεία.
«Ο Όρμπαν έχει προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο σε περίπτωση που ηττηθεί», δήλωσε η Κιμ Λέιν Σέπελε, καθηγήτρια συνταγματικού δικαίου και εκλογών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Τόνισε ότι η τροπολογία του Συντάγματος που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο θα «καθιστούσε σχεδόν αδύνατο για ένα νέο κοινοβούλιο να υποβάλει πρόταση μομφής ή να απομακρύνει τον πρόεδρο».
Ο πρόεδρος μπορεί να εμποδίσει τη νομοθεσία στέλνοντάς την πίσω στο κοινοβούλιο ή παραπέμποντάς την στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να την κρίνει αντισυνταγματική, καταστρέφοντας ενδεχομένως κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης.
Από τη θέση της αντιπολίτευσης, ο Όρμπαν μπορεί επίσης να δυσκολέψει τη ζωή της κυβέρνησης Τίσα στην καθημερινή πολιτική.
Μεταξύ 2006 και 2010, το Φιντέζ μετέφερε την πολιτική στους δρόμους και παρενοχλούσε την κυβέρνηση με εξαιρετικά παρεμποδιστικές τακτικές στο κοινοβούλιο. Πρόκειται για ένα σενάριο που ο Όρμπαν θα μπορούσε να επαναλάβει.
Ο πολιτικός επιστήμονας Γκάμπορ Τόκα υπογράμμισε: «Αν κερδίσει η αντιπολίτευση, μπορώ να φανταστώ κάθε είδους δυσάρεστα σενάρια».
