Ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 2022, ο Ράφαελ Γουόνγκ και ο Φίγκο Τσαν μπήκαν στη φυλακή Στάνλεϊ του Χονγκ Κονγκ για να συναντήσουν τον Τζίμι Λάι, τον μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης που είχε συλληφθεί δύο χρόνια πριν και περίμενε να δικαστεί με την κατηγορία της παραβίασης της εθνικής ασφάλειας της Κίνας.
Όλοι τους είχαν συμμετάσχει στις ταραχώδεις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν το Χονγκ Κονγκ το 2019, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας δημοκρατία και περισσότερη ελευθερία, σημειώνει το BBC.
Συχνά συναντιόντουσαν για δείπνο, μερικές φορές απολαμβάνοντας πλούσια γεύματα, κουτσομπολεύοντας και αστειευόμενοι πάνω από dim sum, πίτσα ή ρύζι σε πήλινο σκεύος.
Στη φυλακή, «του άρεσε να τρώει ρύζι με τουρσί τζίντζερ», είπε ο Τσαν. «Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο Τζίμι Λάι θα έτρωγε κάτι τέτοιο», τόνισε.
Αρχική / Κόσμος Τζίμι Λάι: Ο δισεκατομμυριούχος που δοκίμασε τα όρια της Κίνας και αυτό του κόστισε την ελευθερία του Το δικαστήριο καταδίκασε τον Τζίμι Λάι σε είκοσι χρόνια φυλάκιση σε μια ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε λιγότερο από 30 λεπτά
09:47, 09.02.2026 Your browser does not support the audio element.
Αλλά ούτε είχαν φανταστεί μια επανένωση σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, με τις διαμαρτυρίες να έχουν κατασταλεί, τους φίλους και τους συναγωνιστές τους να έχουν φυλακιστεί και τον Τζίμι Λάι να έχει χάσει τα παραπανίσια κιλά.
Με διαφορά δεκαετιών –ο Λάι στα 70 του, ο Γουόνγκ και ο Τσαν περίπου 40 χρόνια νεότεροι– εξακολουθούσαν να ονειρεύονται ένα διαφορετικό Χονγκ Κονγκ. Ο Λάι ήταν κεντρική φιγούρα στις διαμαρτυρίες, αξιοποιώντας το πιο σημαντικό του πλεονέκτημα, την εξαιρετικά δημοφιλή εφημερίδα Apple Daily, έχοντας ως σκοπό να μεταμορφώσει το Χονγκ Κονγκ σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία.
Αυτό αποδείχθηκε επικίνδυνο υπό τον αμφιλεγόμενο νόμο περί εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε το 2020 από τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.
Ο Λάι έλεγε πάντα ότι χρωστούσε πολλά στο Χονγκ Κονγκ. Αν και είναι Βρετανός πολίτης, αρνήθηκε να φύγει.
«Όλα όσα έχω τα έχω χάρη σε αυτό το μέρος», είπε στο BBC λίγες ώρες πριν συλληφθεί το 2020. «Αυτή είναι η λύτρωσή μου», είπε με σπασμένη φωνή.
Ήθελε η πόλη να συνεχίσει να έχει την ελευθερία που του είχε δώσει. Αυτό ήταν που καθοδηγούσε την πολιτική του –έντονη κριτική προς το Κομμουνιστικό Κόμμα και δηλωμένη υποστήριξη προς το κίνημα για τη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ. Αυτό του κόστισε την ελευθερία του.
Ο Λάι έτρεφε «ένα μανιώδες μίσος» για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και «μια εμμονή να αλλάξει τις αξίες του Κόμματος σε παρόμοιες με αυτές του δυτικού κόσμου», αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο τον Δεκέμβριο, όταν τον καταδίκασε.
Ανέφερε ότι ο Λάι ήλπιζε ότι το κόμμα θα εκδιώκονταν -ή, τουλάχιστον, ότι ο ηγέτης του, Σι Τζινπίνγκ, θα απομακρυνόταν.
Στις 9 Φεβρουαρίου, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 20 χρόνια φυλάκιση σε μια ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε λιγότερο από 30 λεπτά. Πρόκειται για «μια εν δυνάμει θανατική ποινή», δεδομένης της ηλικίας του, σύμφωνα με οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
«Ποτέ», είχε απαντήσει ο Λάι στην κατηγορία της συμπαιγνίας όταν κατέθεσε, υποστηρίζοντας ότι είχε υποστηρίξει μόνο αυτά που πίστευε ότι ήταν οι αξίες του Χονγκ Κονγκ: «το κράτος δικαίου, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία της θρησκείας, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι».
Για τον Λάι, το Χονγκ Κονγκ ήταν όλα όσα δεν ήταν η Κίνα –βαθιά καπιταλιστικό, μια γη ευκαιριών, απεριόριστου πλούτου, και ελεύθερο. Η πόλη, που ήταν ακόμα βρετανική αποικία όταν έφτασε το 1959, του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει ένας επιτυχημένος επαγγελματίας και να έχει την ελευθερία που πάντα ονειρευόταν.
Η Apple Daily έγινε μια από τις εφημερίδες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία της το 1995. Με πρότυπο την USA Today, έφερε επανάσταση στον χώρο των μέσων ενημέρωσης.
Πρώην συντάκτες και υπάλληλοι μίλησαν για την ενθάρρυνση του Λάι – «Αν τολμούσες να το κάνεις, θα τολμούσε να σε αφήσει να το κάνεις» – και για το ταμπεραμέντο του. Ένας από αυτούς είπε ότι συχνά έβριζε.
Τον περιγράφουν ως αντισυμβατικό και ως οραματιστή που δεν φοβόταν να στοιχηματίσει σε πειράματα. «Ακόμα και πριν από την κυκλοφορία του iPhone, έλεγε συνεχώς ότι τα κινητά τηλέφωνα θα ήταν το μέλλον», θυμήθηκε ένας από τους συντάκτες της εφημερίδας, προσθέτοντας ότι ήταν γεμάτος ιδέες. «Ήταν σαν να μας ζητούσε να δημιουργούμε μια νέα ιστοσελίδα κάθε μέρα», επεσήμανε.
Σε μια από τις πρώτες τηλεοπτικές διαφημίσεις για την Apple Daily, ο τότε 48χρονος Λάι δαγκώνει τον απαγορευμένο καρπό, ενώ δεκάδες βέλη τον στόχευαν.
Η ζωή στην Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ χαρακτηριζόταν από κύματα καταπιεστικών εκστρατειών -για την εκβιομηχάνιση της Κίνας σε μια νύχτα και για την εξάλειψη των καπιταλιστών «ταξικών εχθρών». Οι Λάι, που κάποτε ήταν μια οικογένεια επιχειρηματιών, μπήκαν στη μαύρη λίστα. Ο πατέρας του έφυγε στο Χονγκ Κονγκ, αφήνοντάς τους πίσω. Η μητέρα του στάλθηκε σε στρατόπεδο για καταναγκαστικά έργα.
Δεκαετίες αργότερα, ο Λάι έγραψε για το πώς αυτός και οι αδελφές του σύρονταν έξω από τα σπίτια τους για να παρακολουθήσουν ένα πλήθος να αναγκάζει τη μητέρα τους να γονατίσει, ενώ την έσπρωχναν και την χλεύαζαν – μια σκληρή δημόσια ταπείνωση που σύντομα έγινε συνήθεια. Η πρώτη φορά, έγραψε ο Λάι, ήταν τρομακτική: «Τα δάκρυά μου έτρεχαν και έβρεχαν το πουκάμισό μου. Δεν τολμούσα να κουνηθώ. Το σώμα μου καιγόταν από την ταπείνωση».
Ατρόμητη, η γιαγιά του τελείωνε κάθε ιστορία με το ίδιο μήνυμα: «Πρέπει να γίνεις επιχειρηματίας, ακόμα και αν πουλάς μόνο καρυκεύματα», του έλεγε.
Έτσι, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για το Χονγκ Κονγκ, μαζί με εκατομμύρια άλλους που εγκατέλειψαν την Κίνα.
Την ημέρα που έφτασε, στο κατάστρωμα ενός αλιευτικού σκάφους, μαζί με περίπου 80 ταξιδιώτες που υπέφεραν από ναυτία, προσλήφθηκε σε ένα εργοστάσιο γαντιών. Περιέγραψε τις πολλές ώρες εργασίας ως «μια πολύ ευτυχισμένη περίοδο, μια περίοδο που ήξερα ότι είχα μέλλον». Εκεί, ένας από τους συναδέλφους του τον βοήθησε να μάθει αγγλικά. Χρόνια αργότερα, θα έδινε συνεντεύξεις και θα κατέθετε ακόμη και στο δικαστήριο σε άπταιστα αγγλικά.
Στα 20 του χρόνια, διευθύνει ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας και, αφού έβγαλε χρήματα από το χρηματιστήριο, ίδρυσε τη δική του εταιρεία, την Comitex Knitters. Ήταν 27 ετών.
Οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις τον έφερναν συχνά στη Νέα Υόρκη και σε ένα από αυτά τα ταξίδια, ήρθε στα χέρια του ένα βιβλίο που καθόρισε την κοσμοθεωρία του: «Ο δρόμος προς τη δουλεία» του νομπελίστα οικονομολόγου Friedrich Hayek, υπέρμαχου της ελεύθερης αγοράς.
Μετά από μια δεκαετία στον τομέα της μεταποίησης, «βαρέθηκε» και ίδρυσε την αλυσίδα καταστημάτων ρούχων Giordano το 1981 σημειώνοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Ο Λάι άνοιξε καταστήματα στην Κίνα, η οποία είχε αρχίσει να αλλάζει μετά το θάνατο του Μάο. Ήταν «ενθουσιασμένος», η Κίνα «θα άλλαζε, όπως μια δυτική χώρα», είπε σε ένα ντοκιμαντέρ το 2007.
Στη συνέχεια, το 1989, το Πεκίνο κατέστειλε τις διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας στην πλατεία Τιενανμέν: μια σκληρή αφύπνιση για τον Λάι και το Χονγκ Κονγκ, το οποίο επρόκειτο να επιστρέψει στην κινεζική κυριαρχία το 1997.
Η Giordano πούλησε μπλουζάκια με φωτογραφίες των ηγετών των διαδηλώσεων της Τιενανμέν και συνθήματα κατά του Πεκίνου, και τοποθέτησε πανό υπέρ της δημοκρατίας σε καταστήματα σε όλο το Χονγκ Κονγκ.
Ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν στο Χονγκ Κονγκ σε αλληλεγγύη προς τους φοιτητές διαδηλωτές στο Πεκίνο. Μέχρι το 2020, το Χονγκ Κονγκ διοργάνωνε τη μεγαλύτερη αγρυπνία για να τιμήσει τους νεκρούς της Τιενανμέν.
Σύντομα έγινε «πολύ ενεργός συμμετέχων» στο κίνημα για τη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ, συναντώντας ηγέτες για να συζητήσουν τη στρατηγική, είπε ο Lee Wing Tat, πρώην βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος.
Έγινε πολέμιος του ΚΚΚ, γράφοντας το 1994: «Είμαι εντελώς αντίθετος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, επειδή μισώ οτιδήποτε περιορίζει τις προσωπικές ελευθερίες». Άρχισε επίσης να εκφράζει ανησυχίες για την επικείμενη παράδοση του Χονγκ Κονγκ από τη Βρετανία στην Κίνα το 1997.
Το Κίνημα των Ομπρελών του 2014, που πυροδοτήθηκε από την άρνηση του Πεκίνου να επιτρέψει ελεύθερες εκλογές στο Χονγκ Κονγκ, αποτέλεσε ένα άλλο σημείο καμπής για τον Λάι.
Οι διαδηλωτές κατέλαβαν τις κύριες εμπορικές περιοχές της πόλης για 79 ημέρες. Ο Λάι εμφανιζόταν κάθε μέρα από τις 9 το πρωί έως τις 5 το απόγευμα, ατάραχος, ακόμη και όταν ένας άνδρας του πέταξε εντόσθια ζώων.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 2019, το Χονγκ Κονγκ εξερράγη ξανά.
Αυτό που ξεκίνησε ως ειρηνικές διαδηλώσεις έγινε όλο και πιο βίαιο, μετατρέποντας την πόλη σε πεδίο μάχης για έξι μήνες. Διαδηλωτές ντυμένοι στα μαύρα πέταγαν τούβλα και μολότοφ, εισέβαλαν στο κοινοβούλιο και έβαζαν φωτιές. Η αστυνομία έριχνε δακρυγόνα, πλαστικές σφαίρες και πραγματικά πυρά.
Ο Λάι βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων και εξέτισε ποινή 20 μηνών για συμμετοχή σε τέσσερις μη εγκεκριμένες από το κράτος συγκεντρώσεις.
Η Apple Daily παρείχε εκτενή κάλυψη.
Ο Λάι έδωσε εντολή στην συντακτική ομάδα να «προτρέψει τον κόσμο να βγει στους δρόμους», σύμφωνα με τον Cheung Kim-hung, πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της μητρικής εταιρείας της Apple Daily, Next Digital, και πρώην κατηγορούμενο που έγινε μάρτυρας κατηγορίας. Η εφημερίδα τελικά έκλεισε το 2021.
