Με αφορμή τη μεγάλη επιτυχία της σειράς «Μπαμπά σ’ αγαπώ», ο Αναστάσης Ροϊλός έρχεται σήμερα στο στούντιο του zappit και ανοίγει μια κουβέντα που ξεφεύγει από τα τηλεοπτικά στερεότυπα και πηγαίνει πολύ πιο βαθιά.
Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για τη διαδρομή του από τις «Άγριες Μέλισσες» μέχρι σήμερα, τη σχέση του με τη δημοσιότητα, την ανάγκη να προστατεύει την προσωπική του ζωή, αλλά και το πώς η δουλειά του τον βοηθά να «επιστρέφει» στην παιδικότητα και στα πράγματα που έχουν πραγματικά σημασία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Με ειλικρίνεια, χιούμορ και σκέψεις που δύσκολα εκφράζει κάποιος κατά τη διάρκεια μια συνέντευξης, ο Αναστάσης Ροϊλός μιλά για την τέχνη, τις ανθρώπινες σχέσεις, τα όρια, τις τοξικές συμπεριφορές στον χώρο, αλλά και για το πώς βλέπει σήμερα τον εαυτό του, μακριά από ταμπέλες και εύκολους χαρακτηρισμούς. Παράλληλα, δίνει μικρές αποκαλύψεις για τις εξελίξεις στη δημοφιλή σειρά, ενώ εξηγεί γιατί η κωμωδία είναι —ίσως περισσότερο από ποτέ— απαραίτητη.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Αναστάσης Ροϊλός μοιράζεται μαζί μας… The Full Story της ζωής του!
Ήμουν στη Νέα Υόρκη… Κάποια στιγμή αρρωσταίνω, δεν μπορώ να πάω πουθενά και είμαι μέσα στο ξενοδοχείο. Και όπως είμαι στο κινητό, βρίσκω μήνυμα από την Αντζέλικα Καψαμπέλη. Ότι θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μου και να τα πούμε για μία σειρά. Μιλάμε, μου στέλνουν το σενάριο, και με σαράντα πυρετό, μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, με Jimmy Fallon στην τηλεόραση να παίζει… διάβαζα σενάρια.
Η διαδρομή του ήρωα που παίζω προχωρά με αργά βήματα σαλιγκαριού που κάνει μέσα στα επεισόδια, από συμβάν σε συμβάν, έχοντας απέναντί του το παιδί, αλλά και τους καλούς του πλέον φίλους, Νίκο και Ηρακλή, αλλά και τη σχέση που δημιουργείται με την Ελένη. Έχει μια τεράστια αγάπη για τα παιδιά. Αυτός είναι ο μόνος -αν δεν κάνω λάθος, ναι, είναι ο μόνος- χαρακτήρας στη σειρά που δεν έχει καμία σχέση, τουλάχιστον όταν ξεκινάει η σειρά, δεν θέλει καμία σχέση με παιδιά και γενικώς είναι σαν να ήρθε από άλλο ανέκδοτο. Και σιγά-σιγά λοιπόν, κάπως μπαίνει μέσα σε αυτό. Και γίνεται άνθρωπος.
Εσύ βρήκες σε αυτό τον χαρακτήρα κοινά στοιχεία μέσα σου;
Κοίτα. Πάντα -ούτως ή άλλως, νομίζω η διαδικασία για να προσεγγίσεις κάτι, μία δική μας δουλειά, έναν χαρακτήρα μάλλον στη δική μας δουλειά- είναι να δεις τα κοινά. Δηλαδή πού έχετε κοινά σημεία και πού δεν έχετε κοινά σημεία. Και να δεις μετά τι παιχνίδι θα παίξεις. Μπορώ να σου πω ότι, για μένα βασικά, είναι μία πάρα πολύ ωραία ευκαιρία να επιστρέφω στην παιδικότητα. Δεν ξέρω πώς σου ακούγεται αυτό. Νομίζω ότι επιστρέφεις στα πράγματα που έχουν σημασία. Δηλαδή ότι είσαι πιο ανοιχτός, ότι ακούς πιο πολύ τον άλλον, γιατί θέλεις να δεις πώς πάνε τα πράγματα, όπως όταν μαθαίνουμε. Όταν νομίζουμε ότι ξέρουμε –δηλαδή όσο μεγαλώνουμε, νομίζουμε ότι ξέρουμε– άρα μπαίνουμε στα πράγματα… Κλοτσάμε στα καρφιά, καμιά φορά. Γιατί νομίζουμε ότι ξέρουμε και πάμε με αυτό που ξέρουμε, ενώ το παιδί δεν ξέρει. Αυτό εννοώ κυρίως όταν λέω «παιδικότητα», σου κάνει ένα reset στην ανθρωπιά και στον τρόπο που αντιμετωπίζω τα πράγματα.
Θα μάθει ο Δημήτρης τελικά ότι ο Βίκτωρας δεν είναι βιολογικός του γιος;
[γέλιο] Το λες σαν να είναι σίγουρο ότι δεν είναι βιολογικός του γιος! Θέλω να πω μόνο, γιατί δεν ξέρω πώς θα φανεί αυτό, ότι θα δούμε στο επεισόδιο 60… Ήταν αποφασισμένο, κρατήστε το αυτό. Δεν ξέρω πώς θα φανεί και τι, αν τα σημάδια που θα δοθούν θα είναι τόσο καθαρά, ξέρεις… Απλώς θέλω να αφήσω αυτό εδώ. Ότι ήταν προαποφασισμένο. Ό,τι θα δείτε στο 60, το ξέραμε. Δεν είναι ότι άλλαξε στην πορεία.
Είναι πολύ σημαντικό ότι ο Ιάσονας είναι ένα πανέξυπνο πλάσμα, ότι έχει μία μητέρα που τον μεγαλώνει, τον καθοδηγεί στα λόγια του, στη συμπεριφορά του, αυτά όλα πάρα πολύ σωστά ή τέλος πάντων πολύ συμβατά με το τι χαρακτήρας είναι. Και από κει και πέρα, έχουμε βρει μία πολύ ωραία χημεία. Γιατί η χημεία δεν είναι κάτι που το έχεις. Είναι κάτι που το βρίσκεις. Είναι κάτι που το φτιάχνεις. Και που το εξελίσσεις. Δηλαδή συνεννοούμαστε. Και κάπως παίρνουμε και οι δύο.
Έχουμε ανάγκη από κωμωδίες, πιστεύεις, στην τηλεόραση;
Πιστεύω ότι έχουμε. Και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που λες, γιατί ακριβώς, με αυτό που σου είπα τώρα πριν για το παιδί και το ότι σε βάζει σε μία διαδικασία να επαναξιολογείς πράγματα και να ψάχνεις πράγματα σε υπαρξιακό επίπεδο, έχει να κάνει και η κωμωδία. Δηλαδή, μου έχει προσφέρει πάρα πολλά πράγματα και μόνο η ευκαιρία ή η ανάγκη —γιατί αυτή είναι η σειρά— να δω τα πράγματα, ακόμα και πράγματα που θα μπορούσαν να είναι πολύ βαριά και να μπορούσαμε να κλάψουμε γι’ αυτά, να μας πιέσουν πολύ, να μας βάλουνε και να μας πιέσουν πολύ ψυχολογικά, να τα δω μέσα από το πρίσμα της κωμωδίας. Και να πω ότι «α, για δες, μπορείς να δεις πολλά προβλήματα, αν όχι όλα, μέσα από ένα πρίσμα κωμωδίας, μιας απόστασης», και να κάνεις και πλάκα με αυτά, και τελικά να τα δεχτείς ή να τα ξεπεράσεις πολύ πιο εύκολα.
«Κάπως άλλαξε το τοπίο το ότι ξαφνικά έγιναν οι Άγριες Μέλισσες»
Εγώ πάντα σε ό,τι κάνω μπαίνω με τα μούτρα, και λόγω κάποιων λεπτομερειών της καθημερινότητάς μου, π.χ. το ότι κυκλοφορώ με μοτοσυκλέτα και είμαι μονίμως με κράνος κλπ. δεν έζησα εκείνη τη δημοσιότητα τόσο πολύ. Μετά είχαμε και τον κορονοϊό… Δηλαδή, περνούσα απαρατήρητος.
Πώς σε άλλαξε εσένα, ως Αναστάση, η δημοσιότητα;
Δεν ξέρω αν έχω μία απάντηση γι’ αυτό. Γιατί δεν ξέρω πώς θα ήμουν αν δεν το έκανα, και επειδή ακριβώς δεν νοιάζομαι για την εικόνα μου και για το πώς θα είμαι στην επικαιρότητα και τα λοιπά… δεν ξέρω τι να σου πω.
Επικοινωνήσανε μαζί μου τον Φεβρουάριο. Υπήρχε η σκέψη να ξεκινήσουν τα γυρίσματα Μάιο – Ιούνιο, τελικά ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Είναι μία πολύ γλυκιά ανάμνηση, λόγω της ομάδας που γίναμε εκεί πέρα. Και το ότι σε μεγάλο βαθμό, ξέρεις, δεν ήτανε μόνο για μένα το ότι ξεκίνησε η δημοσιότητα. Ήταν για πολλούς ακόμα. Οπότε το είχαμε μοιραστεί. Το ότι ήμασταν έξι, εφτά άνθρωποι, όλοι νέοι, που παίρναμε αυτούς τους ρόλους… που σ’ εμάς έγινε ταυτόχρονα αυτό, κάπως μας έκανε οικογένεια.
Μετά ήρθε «Η Μάγισσα». Είχαν ακουστεί διάφορες κριτικές σχετικά με τις προκλητικές σκηνές που υπήρχαν στη σειρά. Πιστεύεις ότι υπάρχει ταμπού για το γυμνό στην τέχνη, ακόμα και σήμερα;
Δεν νομίζω, αλλά νομίζω παράλληλα ότι δεν μας κάνει και καμία εντύπωση. Εγώ προσωπικά θέλω το γυμνό να έχει λόγο ύπαρξης. Όχι να μπαίνει το γυμνό ούτε για να σοκάρει, που μου φαίνεται αστείο… δεν μπορείς να σοκάρεις με το γυμνό εν έτει 2026. Και δεν είχε τίποτα φοβερά γυμνά. Έχουν γίνει άλλες σειρές ελληνικές κιόλας που είχαν πολύ περισσότερο γυμνό.
Αυτό που έχει ειπωθεί πολλές φορές και συμφωνώ, είναι ότι αυτά υπάρχουν παντού. Μην νομίζει κάποιος ή μην τολμήσει κάποιος να πει ότι «όχι βρε παιδιά, στον δικό μας χώρο δεν γίνονται». Γίνονται παντού… Απλώς ο δικός μας χώρος, επειδή φαίνεται… νοιάζονται. Επειδή είναι ένα ανθρώπινο πρόβλημα, και όχι ένα πρόβλημα του χώρου, πήρε δημοσιότητα και καλώς πήρε δημοσιότητα. Και γενικά μετά ξεκίνησε μία κατάσταση νομίζω που όλοι είναι λίγο πιο προσεκτικοί. Και αυτό είναι καλό.
Η τοξικότητα θεωρώ ότι έχει πάρα, μα πάρα πολλές μορφές. Έχω βρεθεί απέναντι σε διαφόρων ειδών τοξικές συμπεριφορές. Από όλα νιώθω ότι έχω μάθει. Δεν με έχει καταβάλει κάτι.
Η εμφάνιση δεν παίζει ρόλο στο επάγγελμα που κάνεις;
Σίγουρα παίζει. Πολλές φορές περισσότερο από όσο χρειάζεται. Ή από όσο πρέπει, από όσο θα ‘πρεπε. Είναι το ζήτημα της αξίας. Της συνέχειας, της διάρκειας αν θέλεις. Τι διέπει την καριέρα σου; Δηλαδή, αν κάποιος δει τη δουλειά της τάδε ή του τάδε ηθοποιού όταν είναι στα 40, στα 50, στα 60… τι θα έχει να δει πίσω; Ότι ήταν πάντα ένας πολύ όμορφος ηθοποιός; Αυτό είναι που ορίζει την αξία;
«Αφήνω στον εαυτό μου το δικαίωμα κάποια πράγματα να μην τα γουστάρω»
Δηλαδή, θα δεχτώ ότι ο χώρος έχει τα καλά του και τα κακά του, ότι είμαστε ένα οικοσύστημα που υπάρχουν θέσεις εργασίας, υπάρχουν επαγγέλματα που θα πρέπει να σχολιάσουν, να ασχοληθούν με την επικαιρότητα, με τη ζωή κλπ. Το καταλαβαίνω. Απλώς νομίζω ότι μπορώ να διατηρώ το δικαίωμά μου, το ανθρώπινο, κάποια πράγματα να μην τα γουστάρω. Ειδικά από τη στιγμή που σαν άνθρωπος -απ’ όσο λίγο με ξέρεις ελπίζω να το έχεις καταλάβει- ότι είμαι πολύ easy-going και μ’ αρέσει να μιλάω, μ’ αρέσει να συνεννοούμαστε. Μπορούμε να μιλήσουμε και να βρούμε κάτι άλλο να πούμε, κάτι πολύ ενδιαφέρον. Πολύ πιο ενδιαφέρον σε σχέση με τη δική μου αισθητική.
Άρα, η σχέση που θέλεις να έχεις εσύ με τον κόσμο, με το κοινό, θέλεις να είναι κυρίως ελεγχόμενη από εσένα;
Μπορεί και να ήθελα να είναι έτσι. Καταλαβαίνω ότι δεν έχω τον απόλυτο έλεγχο. Αλλά ξέρεις, απλώς διατηρώ το δικαίωμα κάποια πράγματα να μη μου αρέσουν, να μην τα θέλω.. Αλλά, σου λέω, καμιά φορά παίρνουμε και τον εαυτό μας πολύ σοβαρά, και δεν χρειάζεται.
Έχεις μαλακώσει λίγο στον χειρισμό αυτού του πράγματος, από όταν πρωτοξεκίνησε η πολλή δημοσιότητα, ως τώρα;
Πάρα πολύ! Πάρα πολύ.
Δηλαδή πώς μπορεί να αντιδρούσες τον πρώτο καιρό;
Θα ξεπάρκαρα το αμάξι για να πατήσω μια κατσαρίδα! [γέλιο]
Όταν τελειώνει το κομμάτι αυτό που μοιράζεσαι μαζί μας, πατάς ένα διακόπτη κι έχεις φτιάξει την προσωπική σου ζωή, τους ανθρώπους σου, την οικογένειά σου; Αυτό όλο είναι ένας λόγος που θες να το κρατάς προστατευμένο για σένα; Δηλαδή, διαχωρίζεις πλήρως τη δημόσια εικόνα σου από την ιδιωτική σου ζωή;
Ναι. Νομίζω ότι έτσι πρέπει. Γιατί έτσι ξαναβρίσκεις και τα πατήματά σου, και δεν ξεχνιέσαι.
Άρα δεν αφήνεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί έντονα από τον «Αναστάση» που ξέρουμε εμείς…
Όχι, θα χάσεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτό. Δηλαδή θα πάψεις να είσαι άνθρωπος, θα νομίζεις ότι είσαι κάτι άλλο. Όταν βλέπω ύφος και τέτοια, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι!
«Φεύγοντας από εκείνο το θέατρο είπα αν ποτέ γίνεις γνωστός δεν θα κάνεις άνθρωπο να νιώσει έτσι»
Με στείλανε κάποτε συστημένο ως νέο σκηνοθέτη που έκανα ένα μονόλογο στην Αθήνα, στο θέατρο Πορεία, που είχε πάρει και πολύ καλές κριτικές. Και τους ευχαριστώ τους ανθρώπους που γράψαν καλά. Και με στέλνουν συστημένο να καλέσω κάποιους ηθοποιούς, γνωστούς τότε από την τηλεόραση, στην παράσταση. Εγώ ήμουνα «όχι, ντρέπομαι, δεν θέλω, δεν αυτό, δεν μπορώ τώρα να πάω». Εν γένει, πήγα. Πήγα και πήρα μία συμπεριφορά τόσο απόμακρη και τόσο κακή, που το πρώτο πράγμα που είπα, φεύγοντας από εκείνο το θέατρο που πήγα, τους είδα στην παράσταση και τους κάλεσα μετά στη δική μου παράσταση, ήταν: αν ποτέ γίνεις γνωστός, δεν θα κάνεις άνθρωπο να νιώσει έτσι ούτε κατά διάνοια, όσο κουρασμένος να ‘σαι, ώστε να πεις «όχι».
Έχεις μία ευγενική φυσιογνωμία και όποιος σε γνωρίζει από κοντά το αντιλαμβάνεται ότι είναι και ο χαρακτήρας σου αυτός. Για ποιες αιτίες, ποιους λόγους μπορεί να το χάσεις αυτό;
Αν γίνει κάτι που είναι αντίθετο στον αξιακό μου κώδικα, στα πιστεύω μου. Θεωρώ ότι θέλει πολύ δύναμη για να είσαι ευγενής, για να είσαι καλός. Για να είσαι καλός, θεωρώ ότι πρέπει να έχεις τη δυνατότητα να γίνεις και πολύ κακός, αν χρειαστεί.
Έχει χρειαστεί στη δική σου περίπτωση;
Φυσικά.
Παίζεις σε μία σειρά που έχουμε μπαμπάδες. Εσύ έχεις σκεφτεί το θέμα «πατέρας»;
Δεν το ‘χω σκεφτεί. Ναι. Πολύ ειλικρινά στο λέω, δηλαδή το σκέφτομαι και αυτή τη στιγμή που μου το λες. Αλλά να σου πω και κάτι; Όταν δουλεύεις τέτοια ωράρια, μπορείς να το σκεφτείς; Μπορείς να βάλεις τον εαυτό σου να φανταστείς την καθημερινότητά σου και με ένα παιδί; Καλό είναι άμα ξέρεις… φυσικά πολλές φορές δεν σε ρωτάνε αυτά, έρχονται. Αλλά δεν θα μπορούσα να φανταστώ.
Είναι η Επίδαυρος μία καταξίωση για έναν ηθοποιό;
Είναι. Αν με ρωτήσεις, δηλαδή, τι θέλεις, πού θέλεις να παίζεις; Εγώ θα σου το πω αυτό: «Θέλω να παίζω στην Επίδαυρο κάθε χρόνο», θα σου πω, «θέλω να παίζω σε ωραίες παραστάσεις κάθε χρόνο». Όταν πήγα πρώτη φορά στην Επίδαυρο βέβαια, στα 26 μου, ήμουν τρισευτυχισμένος που θα παίξω στην Επίδαυρο. Γιατί είναι το σημαντικότερο θέατρο στον κόσμο, έτσι; Έχει όλη, και λόγω ιστορίας και λόγω αρχιτεκτονικής, από όποια πλευρά και να το πιάσεις είναι το πιο σημαντικό θέατρο στον κόσμο. Και είναι μία τεράστια, αν όχι καταξίωση, είναι σίγουρα μία τιμή, και είναι σίγουρα και ένα μέρος που όταν ο ηθοποιός περάσει από ‘κει, κάτι λίγο τον μετακινεί μέσα του, σε σχέση με το επάγγελμά του, νομίζω.
Υπάρχουν άνθρωποι που εξομολογείσαι τα πάντα; Ό,τι σε προβληματίζει;
Βέβαια. Βέβαια. Και είναι κάτι που δεν το ‘κανα μικρότερος και νεότερος.
Δεν το ‘κανες γιατί; Ένιωθες συστολή;
Όχι, συστολή δεν ένιωθα, όσο κι αν καμιά φορά γράφτηκε έτσι ή μπορεί να έχει γραφτεί έτσι στο παρελθόν. Ήτανε μία αποφασισμένη σε μεγάλο βαθμό, σε έναν επίσης μεγάλο βαθμό έμφυτη, αίσθηση ότι πρέπει να τα κάνω όλα μόνος μου. Να τα καταφέρνω μόνος μου, να τα αντέχω μόνος μου. Οπότε δεν μοιραζόμουν.
Αν αντιμετωπίζεις μια δυσκολία, ένα πρόβλημα, μια στεναχώρια. Είσαι ο άνθρωπος που θα σηκώσει αμέσως το τηλέφωνο ή ο άνθρωπος που θα κάνει μια βόλτα με τη μηχανή;
Όχι, μάλλον θα το αντιμετωπίσω μόνος μου, να το σκεφτώ μόνος μου. Δηλαδή και για να μιλήσω σε κάποιον νομίζω, πρέπει να έχουν λίγο κατασταλάξει τα πράγματα μέσα μου για να πω «τι θα του πω;».
Έχεις όνειρα που δεν τα ‘χεις καταφέρει ακόμα; Να τα κάνεις πραγματικότητα;
Κάπως ένιωθα πάντα ότι για τον εαυτό μου θέλω να είμαι προσγειωμένος και όλα αυτά. Οπότε μπορεί να μην τόλμησα κιόλας να κάνω πολύ… ψηλά να τα πούμε; Ψηλά να τα πούμε; Μακρινά να τα πούμε; Όνειρα. Δηλαδή πάντα βάζω στόχους, που έστω και μακριά, τους βλέπω.
