website analysis Ντόμινο εξελίξεων στην υπόθεση Παναγόπουλου: Παραιτήθηκε η Άννα Στρατινάκη, σε αναστολή από την ΕΡΤ ο δημοσιογράφος Κακούσης – Epikairo.gr

Ντόμινο εξελίξεων πυροδοτεί η «υπόθεση Παναγόπουλου», με τη φερόμενη υπεξαίρεση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων από έξι άτομα ή εταιρείες.

Ανάμεσα στους φερόμενους εμπλεκόμενους ως κεντρικό πρόσωπο είναι ο αρχισυνδικαλιστής της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, και άλλα πέντε φυσικά πρόσωπα, που ενεργούσαν ατομικά ή μέσω συμμετοχής τους στις προαναφερθείσες εταιρείες.

Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης έφερε σήμερα την παραίτηση της Άννας Στρατινάκη από τη θέση της υποδιοικήτριας της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς, καθώς ο σύζυγός της φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση και είναι ένα από τα πρόσωπα των οποίων πάγωσαν οι λογαριασμοί.

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο Ανάπτυξης ανέφερε για το θέμα: «Η κυρία Άννα Στρατινάκη δεν θα τοποθετηθεί στη θέση του υποδιοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς στο πεδίο του Συνηγόρου του Καταναλωτή, καθώς υπέβαλε την παραίτησή της για οικογενειακούς λόγους υγείας, όπως η ίδια αναφέρει στην επιστολή της».

Στην υπόθεση φέρεται να εμπλέκεται και δημοσιογράφος της ΕΡΤ Γιώργος Κακούσης του οποίου η σύμβαση με την ΕΡΤ τέθηκε σήμερα σε αναστολή μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο έλεγχος.

Ο γνωστός δημοσιογράφος παρουσίαζε καθημερινή ενημερωτική εκπομπή στο ERT News, αλλά σήμερα δεν εμφανίστηκε στο πλατό – μάλιστα, το όνομά του είχε αφαιρεθεί από τους τίτλους αρχής της εκπομπής. Επίσης, δεν παρουσίασε σήμερα ούτε τη ραδιοφωνική εκπομπή στην οποία ήταν παραγωγός.

Και όπως συνέβη με τους άλλους εμπλεκόμενους, οι τραπεζικοί λογαριασμοί και του δημοσιογράφου της ΕΡΤ δεσμεύθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση.

Ο ίδιος σε ανάρτησή του αναφέρει:

«Πριν από δύο ημέρες ενημερώθηκα ότι δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί μου, εξαιρουμένου αυτού της μισθοδοσίας μου, με διάταξη του Προέδρου της Αρχής για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχω λάβει γνώση του περιεχομένου της Διάταξης και ούτε μου δόθηκε η δυνατότητα παροχής διευκρινίσεων. Από συναδέλφους μου πληροφορήθηκα ότι η Διάταξη με εμφανίζει ως ύποπτο τέλεσης ποινικών αδικημάτων με αφορμή τη συνεργασία που διατηρώ με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Εξ’ αρχής θα ήθελα να διευκρινίσω ότι όλες μου οι συναλλαγές, απ’ αρχής μέχρι τέλους και χωρίς εξαίρεση, έχουν νόμιμη αιτία, είναι απολύτως διαφανείς και ελέγξιμες. Συνδέονται δε απολύτως με την παροχή συγκεκριμένου Έργου, το οποίο σχετίζεται αποκλειστικά με Υπηρεσίες Επικοινωνίας και όχι με οποιοδήποτε Εκπαιδευτικό ή άλλο παρεμφερές έργο. Είναι ευνόητο ότι αυτή η προσωπική περιπέτεια θα αναστείλει τη δημοσιογραφική μου δραστηριότητα για όσο χρόνο απαιτηθεί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Στα 32 χρόνια της δημοσιογραφικής μου πορείας, ποτέ και κανένας δεν με ταύτισε με παράνομες επιδιώξεις και πρακτικές. Στο χώρο μας γνωριζόμαστε όλοι και τώρα που θα ξανασυστηθούμε δεν θα απογοητευθεί κανείς!», γράφει ο δημοσιογράφος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα έξι πρόσωπα που ερευνώνται είναι ο Γιάννης Παναγόπουλος της ΓΣΕΕ και ακόμη οι Γ.Σ., Κ.Σ., ο δημοσιογράφος Γιώργος Κακούσης, ο Α.Μ. και ο Α.Γ., ο οποίος είναι σύζυγος της Άννας Στρατινάκη.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι έξι εταιρείες που ερευνώνται έχουν ως αντικείμενο την επικοινωνία, τις γραφικές τέχνες, τις εκτυπώσεις, τα οπτικοακουστικά προϊόντα, τα software, την κυβερνοασφάλεια και τη διαφήμιση.

Η Άννα Στρατινάκη είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το 2008 έως το 2011, ενώ ήταν μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών καθώς και μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου.

Διετέλεσε Γενική Γραμματέας Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας από τις 18 Μαρτίου 2011 έως τις 17 Μαρτίου 2015.
Έχει διατελέσει νομικός σύμβουλος σε διάφορες θέσεις της Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ. Καταναλωτή, Υπ. Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Υπ. Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Υπ. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης).
Από τις 8 Ιουλίου 2019 έως τις 1 Αυγούστου 2024 ήταν Γενική Γραμματέας Εργασίας, και μετέπειτα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.

Η υπόθεση ήρθε στο φως χθες το μεσημέρι, όταν έγινε γνωστό ότι ο επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, πρώην αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, δέσμευσε τραπεζικούς λογαριασμούς, θυρίδες και μετοχές του αρχισυνδικαλιστή της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου και ακόμα πέντε φυσικών προσώπων και έξι εταιρειών, έως του ποσού των 2,1 εκατ. ευρώ.

Μετά από έρευνα της Αρχής, ο συνδικαλιστής και τα άλλα πρόσωπα φέρεται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων-χρηματοδοτήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενδείξεις για δύο κακουργήματα στο πόρισμα, διαβιβάστηκαν στον εισαγγελέα

Το πόρισμα του κ. Βουρλιώτη έχει διαβιβαστεί στον αρμόδιο εισαγγελέα με ενδείξεις για δύο κακουργήματα, αυτά της υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Από την Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος εξετάστηκε η δραστηριότητα των συγκεκριμένων προσώπων αλλά και των ελεγχόμενων εταιρειών, σχετικά με τη διαχείριση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων κατά την παροχή υπηρεσιών εκπαιδευτικής κατάρτισης. Αντικείμενο της έρευνας αποτέλεσαν χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73 εκατομμυρίων, οι οποίες ελήφθησαν την πενταετία 2020-2025 από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους. Από τα 73 εκατ. ευρώ εντοπίστηκαν 2,1 ευρώ για τα υποία υπήρξαν υποψίες υπεξαίρεσης.

Συγκεκριμένα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο συνδικαλιστής και άλλοι εμπλεκόμενοι προέβησαν στην υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ακόμη, από την έρευνα της Αρχής διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν καν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβάνονταν με τη μορφή μετρητών απευθείας, γεγονός που κατά την Αρχή δείχνει ότι είχαν τον ρόλο των εταιρειών οχημάτων.

Σύμφωνα με την Αρχή, η τακτική αυτή εκτιμάται ότι ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000 ευρώ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρειών, γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη, στην κάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων.

Επίσης, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων που στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας, όπως και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ και καταδεικνύουν τη μεθόδευση της απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.

Οι αναλήψεις αυτές δημιουργούν κατά την Αρχή σοβαρές υπόνοιες ότι τα ποσά περιέρχονταν εν τέλει στην κατοχή του ελεγχόμενου συνδικαλιστή και των άλλων ελεγχόμενων προσώπων.