Η κυβέρνηση παρουσιάζει το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» ως μια πρωτοβουλία που διευκολύνει την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και ενισχύει τη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση της σχετικής απόφασης αποκαλύπτει ένα παράδοξο: το ίδιο το πρόγραμμα που υποτίθεται ότι προωθεί την ισότητα των φύλων είναι δομημένο πάνω σε βαθιά ριζωμένες σεξιστικές αντιλήψεις για τη φροντίδα και τη γονεϊκότητα.

Το πρώτο στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι η ίδια η ονομασία της δράσης. Δεν ονομάζεται «Φροντιστές – φροντίστριες της Γειτονιάς» ή «Επιμελητές – επιμελήτριες  Παιδιών», αλλά «Νταντάδες της Γειτονιάς». Η λέξη «νταντά» είναι βαθιά έμφυλη. Στη συλλογική συνείδηση παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά σε γυναίκα. Έτσι, ήδη από τον τίτλο του προγράμματος, η παιδική φροντίδα παρουσιάζεται ως γυναικεία υπόθεση. Την ίδια στιγμή που το κράτος ισχυρίζεται ότι επιδιώκει την ισότητα, αναπαράγει συμβολικά το στερεότυπο ότι οι γυναίκες είναι οι φυσικές φροντίστριες των παιδιών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η διάρθρωση των δικαιούχων. Η απόφαση αναφέρει πρώτες τις μητέρες και τις θεωρεί αυτονόητα δικαιούχους της παροχής. Αντίθετα, οι πατέρες αποκτούν δικαίωμα μόνο εφόσον ασκούν «αποκλειστική γονική μέριμνα». Με άλλα λόγια, το κράτος αναγνωρίζει πλήρη πρόσβαση στις μητέρες ανεξάρτητα από την οικογενειακή κατάσταση, ενώ οι πατέρες πρέπει να αποδείξουν ότι είναι οι μοναδικοί υπεύθυνοι για το παιδί!

Η διατύπωση αυτή αποκαλύπτει κάτι που συχνά αποκρύπτεται στις δημόσιες συζητήσεις περί ισότητας: ακόμη και το ίδιο το κράτος γνωρίζει ότι το βάρος της ανατροφής εξακολουθεί να πέφτει κυρίως στις γυναίκες. Αν πράγματι θεωρούσε ότι η φροντίδα αποτελεί εξίσου ευθύνη και των δύο γονέων, θα αναγνώριζε δικαίωμα συμμετοχής και στους δύο ανεξαρτήτως φύλου. Αντί γι’ αυτό, αντιμετωπίζει τη μητέρα ως τον αυτονόητο φροντιστή και τον πατέρα ως εξαίρεση. Αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα και αυτό θέλουμε να αλλάξουμε στην πράξη, στη συλλογική συνείδηση, με μέτρα που προωθούν πραγματική έμφυλη ισότητα, όχι να κατοχυρωθεί άλλη μια φορά μέσα από θεσμικά έγγραφα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται ο σκοπός της δράσης. Το πρόγραμμα στοχεύει στην «υποστήριξη της πρόσβασης και της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας». Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή ότι οι γυναίκες συνεχίζουν να επωμίζονται δυσανάλογα τη φροντίδα των παιδιών και ότι αυτό λειτουργεί ως εμπόδιο στην επαγγελματική τους εξέλιξη

Όμως η απάντηση που δίνει η πολιτεία δεν είναι ουσιαστικά μέτρα για την αναδιανομή της φροντίδας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν είναι η ενίσχυση της πατρικής συμμετοχής. Δεν είναι η δημιουργία ενός ισχυρού δημόσιου δικτύου βρεφονηπιακών σταθμών. Δεν είναι τα μέτρα προστασίας της μητρότητας  μεταξύ των εργοδοτών, η πρόβλεψη παιδικών σταθμών μέσα στις εταιρίες. Είναι η μεταβίβαση της φροντίδας σε μια άλλη γυναίκα.

Από την ώρα που πήρα στα χέρια μου την απόφαση σκέφτομαι διαρκώς το μήνυμα πίσω από τις λέξεις: μια γυναίκα δυσκολεύεται να συνδυάσει εργασία και μητρότητα, άρα το κράτος θα επιδοτήσει μια δεύτερη γυναίκα για να αναλάβει μέρος των καθηκόντων της! Το πρόβλημα της έμφυλης ανισότητας δεν αντιμετωπίζεται. Απλώς μετακινείται ως σκυτάλη, από τη μία γυναίκα στην άλλη.

Η συνθήκη αυτή έχει βαθιές ρίζες. Τόσο βαθιές που θεωρείται αυτονόητο πως η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας θα βασιστεί πάλι όπως γίνεται χρόνια τώρα, στην αόρατη εργασία μητέρων, γιαγιάδων, αδελφών, οικιακών βοηθών. Το φεμινιστικό κίνημα παλεύει ώστε να γκρεμιστεί  αυτό το μοντέλο και τελικά αυτό που βλέπουμε είναι την πολιτεία να  το εκσυγχρονίζει και να το χρηματοδοτεί.

«Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τη διγλωσσία και υποκρισία του ελληνικού κράτους, αλλά και τη ζώσα πραγματικότητα για τις σχέσεις μεταξύ γονιών. Το κράτος από τη μία αναγνωρίζει ότι σε τεράστια βαθμό είναι η μητέρα το κύριο πρόσωπο φροντίδας των παιδιών (και των ηλικιωμένων βεβαίως, υπάρχει δηλαδή πλήρως θηλυκοποίηση της φροντίδας) – διαπίστωση που είναι πράγματι συμβατή με τα ερευνητικά δεδομένα στη χώρα και τους χαμηλούς δείκτες έμφυλης ισότητας – κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Από την άλλη, όταν ο έγγαμος βίος διασπαστεί, ξαφνικά υπάρχει ‘γονική ισότητα’ και οι γονείς είναι ‘εξίσου φροντιστές’, με την ελληνική πολιτεία να χρησιμοποιεί ακριβώς τα αντίθετα επιχειρήματα από αυτά που αναφέρονται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα» σχολιάζει στο tvxs η δικηγόρος Ιωάννα Στεντούμη.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η δράση εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα που επικαλείται την «ισόρροπη συμμετοχή των φύλων στην αγορά εργασίας». Ωστόσο, η ισότητα δεν επιτυγχάνεται όταν οι γυναίκες εργάζονται περισσότερο ενώ συνεχίζουν να θεωρούνται οι βασικές υπεύθυνες για τη φροντίδα. Η πραγματική ισότητα προϋποθέτει τη ριζική αμφισβήτηση της ιδέας ότι η ανατροφή των παιδιών αποτελεί πρωτίστως γυναικείο καθήκον.

Το πιο ειρωνικό στοιχείο είναι ότι το ίδιο το κείμενο της απόφασης αποδεικνύει πόσο μακριά βρισκόμαστε ακόμη από αυτή την πραγματικότητα. Μέσα από τις διατυπώσεις του αποκαλύπτει μια κρατική αντίληψη που εξακολουθεί να βλέπει τη μητέρα ως τον κεντρικό γονέα και τη φροντίδα ως κατεξοχήν γυναικεία εργασία.

Η πρωτοβουλία για πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» δεν μπορεί να αποκοπεί από τη συνολική συζήτηση που ανοίγει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση γύρω από το δημογραφικό πρόβλημα. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πράγματι μια σοβαρή μείωση γεννήσεων, όμως ο τρόπος με τον οποίο συχνά τίθεται το ζήτημα αποκαλύπτει μια βαθιά αντιφατική λογική. Από τη μία πλευρά, οι γυναίκες καλούνται να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική κρίση. Από την άλλη, η πολιτεία δεν αμφισβητεί τις κοινωνικές δομές που καθιστούν τη μητρότητα δυσανάλογο βάρος για τις ίδιες.

Τρανό παράδειγμα, το συγκεκριμένο πρόγραμμα που μοιάζει να αντιμετωπίζει τη φροντίδα των παιδιών ως ένα τεχνικό πρόβλημα που λύνεται με την επιδότηση μιας ακόμη γυναίκας. Δεν θέτει στο επίκεντρο τη συμμετοχή των πατέρων, ούτε επιχειρεί να μετασχηματίσει τις έμφυλες σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι η ευθύνη της ανατροφής ανήκει πρωτίστως στη μητέρα και ότι η λύση είναι να βρεθεί μια άλλη γυναίκα για να τη βοηθήσει και μάλιστα με ατομικές λύσεις, αντί για συλλογικές δομές.

Έτσι, η δημογραφική πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολιτική διαχείρισης της γυναικείας εργασίας και της γυναικείας φροντίδας. Οι γυναίκες καλούνται ταυτόχρονα να γεννούν, να εργάζονται και να φροντίζουν, ενώ η κοινωνία εξακολουθεί να θεωρεί τη φροντίδα πρωτίστως δική τους υπόθεση.

Για να προλάβω τους κακεντρεχείς που θα σπεύσουν να πουν πως γκρινιάζουμε ενώ το μέτρο θα προσφέρει ανακούφιση, να καταλήξω λέγοντας πως οι «Νταντάδες της Γειτονιάς» μπορεί να διευκολύνουν πρακτικά χιλιάδες οικογένειες. Αυτό δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι η ίδια η φιλοσοφία του προγράμματος παραμένει εγκλωβισμένη σε στερεότυπα που υποτίθεται ότι επιχειρεί να ξεπεράσει.