Σε μια σοβαρή καταγγελία προχώρησε μέσω ανάρτησής της γνωστή επιχειρηματίας του Ηρακλείου, περιγράφοντας όσα εκτυλίχθηκαν τις τελευταίες τρεις ημέρες με πρωταγωνιστή τον σύζυγό της, ο οποίος υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση και βρίσκεται σε υψηλή θέση στη λίστα μεταμόσχευσης.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει, ο σύζυγός της κατέληξε αρχικά στα κρατητήρια και στη συνέχεια στις φυλακές Αλικαρνασσού για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η οποία είχε τελεστεί πριν από δέκα χρόνια (!) και – όπως υποστηρίζει – είχε ήδη εκδικαστεί. Όπως αναφέρει, είχε ασκηθεί έφεση και είχε επιβληθεί ποινή οκτώ μηνών με αναστολή.
Κατά την ίδια, η υπόθεση επανεκδικάστηκε ερήμην, χωρίς να έχει προηγηθεί κλήτευση του ίδιου ή του δικηγόρου του, με αποτέλεσμα η ποινή να μετατραπεί σε εξαγοράσιμη φυλάκιση. Όπως σημειώνει, η απόφαση αυτή δεν του γνωστοποιήθηκε, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης.
Η σύλληψη, σύμφωνα με την καταγγελία, έγινε το απόγευμα της Τρίτης 24/02 στο κέντρο του Ηρακλείου, κατά τη διάρκεια τυπικού αστυνομικού ελέγχου. Ο άνδρας οδηγήθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου και ακολουθήθηκε η διαδικασία του αυτοφώρου.
Η σύζυγός του περιγράφει δυσχερείς συνθήκες κράτησης, επισημαίνοντας ότι ο κρατούμενος τοποθετήθηκε μόνος του σε κελί, χωρίς κουβέρτα, κάνοντας λόγο για προβλήματα υγιεινής και αναφορές σε κοριούς. Υπογραμμίζει ότι πρόκειται για ασθενή με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, ο οποίος υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση τρεις φορές την εβδομάδα (Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή), επί πέντε ώρες κάθε φορά.
Την Τετάρτη 26/02 κατατέθηκε αίτημα αποφυλάκισης έως την εκδίκαση της υπόθεσης, επικαλούμενοι το άρθρο 556 του Ποινικού Κώδικα, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας. Όπως αναφέρει, το αίτημα απορρίφθηκε. Στη συνέχεια, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ζητήθηκε η δυνατότητα καταβολής του ποσού των 2.600 ευρώ σε δόσεις, αίτημα που επίσης δεν έγινε δεκτό, με το δικαστήριο να ζητά εφάπαξ εξόφληση.
Η επιχειρηματίας αναφέρει ότι πρότεινε να αναλάβει προσωπικά τη δέσμευση για αποπληρωμή σε δόσεις, ως ιδιοκτήτρια επιχείρησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, κάνει λόγο για άρνηση τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον σύζυγό της μετά την απόφαση, καθώς και για μη εφαρμογή ιατρικής οδηγίας που – όπως σημειώνει – προέβλεπε ότι ο ασθενής πρέπει να έχει άμεση πρόσβαση στο κινητό του τηλέφωνο, λόγω της πιθανότητας κλήσης για μεταμόσχευση. Όπως επισημαίνει, έχει ήδη κληθεί δύο φορές για μόσχευμα τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2025.
Την Πέμπτη 27/02, ο σύζυγός της μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού. Εκεί, σύμφωνα με την ίδια, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι επέδειξαν ευαισθησία και δεν τον τοποθέτησαν σε κελί μέχρι να αποσαφηνιστεί η κατάσταση. Την ίδια ώρα, κατατέθηκε αίτημα για μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία, ωστόσο – όπως αναφέρει – τα χρονικά περιθώρια δεν επέτρεπαν την άμεση εκδίκαση.
Τελικά, όπως περιγράφει, το ποσό των 2.600 ευρώ συγκεντρώθηκε και η διαδικασία καταβολής ξεκίνησε το μεσημέρι της Πέμπτης, με την αποφυλάκισή του να ολοκληρώνεται στις 14:00, λίγο πριν κλείσει η γραμματεία. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως σημειώνει, θα παρέμενε κρατούμενος τουλάχιστον έως την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Η επιχειρηματίας υποστηρίζει ότι οι συνθήκες κράτησης, η άρνηση επικοινωνίας και η απαίτηση άμεσης καταβολής του ποσού εξέθεσαν τον σύζυγό της σε σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του, δεδομένου ότι η απώλεια συνεδρίας αιμοκάθαρσης ή πιθανή λοίμωξη θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την κατάσταση και τη δυνατότητα μεταμόσχευσης.
Κλείνοντας την ανάρτησή της, ευχαριστεί όσους – όπως αναφέρει – στάθηκαν ανθρώπινα απέναντι στον σύζυγό της, τους γιατρούς της Νεφρολογικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ για τις παρεμβάσεις τους, καθώς και όσους συνέβαλαν στη συγκέντρωση του ποσού. Παράλληλα, εκφράζει την ελπίδα ότι η υπόθεση θα αποτελέσει αφορμή για προβληματισμό, ώστε να διασφαλίζεται ότι κρατούμενοι με σοβαρά προβλήματα υγείας δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.
Η ανάρτηση της αναφέρει:
«Aιμοκαθαιρόμενος κατέληξε στις φυλακές Αλικαρνασσού για πρόστιμο ΚΟΚ, παράπτωμα που είχε διαπράξει προ δεκαετίας.
Γράφω αυτή τη μαρτυρία ως ο άνθρωπος που στάθηκε δίπλα στον κρατούμενο και σύζυγό μου από την πρώτη στιγμή στα πολύ σοβαρά γεγονότα που συνέβησαν τις τρείς προηγούμενες ημέρες. Δεν περιγράφω μία «υπόθεση», περιγράφω τις ώρες που φοβήθηκα πραγματικά ότι μπορεί να χαθεί η υγεία του ανθρώπου μου, επειδή οι ανάγκες του ως βαριά ασθενής δεν αντιμετωπίστηκαν ως επείγουσες από το δικαστικό σύστημα που αποφάσισε να δείξει το σκληρότερο του πρόσωπο στέλνοντας ένα αιμοκαθαρόμενο άνθρωπο- πρώτο στην λίστα μεταμοσχεύσεων, στα κρατητήρια και έπειτα στις φυλακές Αλικαρνασσού για ένα παράπτωμα του Κ.Ο.Κ. (Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) που είχε διαπραχθεί προ δεκαετίας και είχε ήδη εκδικαστεί.
Στο οποίο είχε ασκήσει έφεση από την οποία είχε την απόφαση των οχτώ μηνών με αναστολή.
Η απόφαση αυτή εκδικάστηκε ξανά χωρίς εκείνος ή ο δικηγόρος του να έχουν λάβει καμία κλήτευση και να δικαστεί ερήμην σ ένα δικαστήριο που η απόφαση του ήταν να μετατρέψει την 8/μηνη αναστολή σε εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης, απόφαση η οποία δεν του γνωστοποιήθηκε ποτέ, για του δοθεί το δικαίωμα να κινήσει τις απαραίτητες διαδικασίες εξόφλησης του ποσού που είχε οριστεί από δικαστήριο.
Αυτό είχε σαν συνέπεια να εκδοθεί ένταλμα εις βάρος του.
Το απόγευμα της Τρίτης 24/02 και ενώ βρισκόμασταν μαζί στο κέντρο του Ηρακλείου, δύο μηχανές σταμάτησαν δίπλα μας και ζήτησαν τις ταυτότητες μας για έναν τυπικό έλεγχο. Εκεί μας γνωστοποιήθηκε,για πρώτη φορά, πως έχει εκδοθεί σήμα για προσαγωγή του συζύγου μου και οδηγήθηκε συνοδευόμενος στην Αστυνομική διεύθυνση Ηρακλείου όπου ακολουθήθηκε η διαδικασία του αυτοφώρου.
Το πρώτο βράδυ η επικοινωνία ήταν δύσκολη και πληροφορήθηκα ότι τον έβαλαν μόνο του σ ένα κελί χωρίς κουβέρτα. Μου περιγράφηκαν συνθήκες που δεν ταιριάζουν σε άνθρωπο, πόσο μάλλον σε ασθενή. Κακή υγιεινή και αναφορά για κοριούς. Από εκείνη τη στιγμή το πρώτο που σκέφτηκα ήταν το αυτονόητο «αν αρρωστήσει, αν κολλήσει, τι γίνεται; Αυτόματα χάνει κάθε ελπίδα για λήψη μοσχεύματος και η κατάσταση της υγείας χαρακτηρίζεται αβέβαιη.
Το πρωί της Τετάρτης 25/02, περάσαμε από εισαγγελέα και καταθέσαμε αίτημα για να αποφυλακιστεί μέχρι την εκδίκαση λόγω χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας σε επίπεδο αιμοκάθαρσης. Επικαλεστήκαμε το άρθρο 556 του Ποινικού κώδικα.
Ο σύζυγός μου κάνει αιμοκάθαρση τρεις φορές την εβδομάδα (Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή, 5 ώρες κάθε φορά).
Ξέρουμε όλοι ότι η αιμοκάθαρση δεν είναι «μια θεραπεία που μπορείς να την αφήσεις». Αν χαθεί συνεδρία, τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν πολύ γρήγορα και πολύ άσχημα. Παράλληλα βρίσκεται σε υψηλή θέση στη λίστα μεταμόσχευσης και έχει ήδη κληθεί δύο φορές πρόσφατα (Νοέμβριο και Δεκέμβριο του ’25).
Ζούμε, κυριολεκτικά, με ένα τηλέφωνο στο χέρι: Αν κληθεί για μόσχευμα πρέπει να είναι στο νοσοκομείο στην Αθήνα μέσα σε λίγες ώρες.
Αν δεν απαντήσει σε αλλεπάλληλες κλήσεις, μπορεί να χαθεί η ευκαιρία που περιμένει εδώ και εφτά χρόνια. Το αίτημα μας όμως απορρίφθηκε.
Στη συνέχεια στο μονομελές πλημμελειοδικείο ζητήσαμε δοσοποίηση ώστε να πληρωθεί το ποσό σε δόσεις.
Εξηγήσαμε αναλυτικά την κατάσταση υγείας και την οικονομική αδυναμία λόγω των εξόδων που συνεπάγεται η ανάγκη για άμεση μεταμόσχευση. Παρ’ όλα αυτά, το αίτημα απορρίφθηκε και μας ζητήθηκε εφάπαξ η καταβολή τωv 2.600€.
Ο σύζυγός μου είναι άνεργος γιατί η ασθένεια και οι αιμοκαθάρσεις δεν αφήνουν περιθώρια για σταθερή εργασία.
Το λέω καθαρά: εκείνες τις ώρες ένιωσα πανικό και αδιέξοδο. Έπρεπε να βρεθούν «τώρα» χρήματα που ένας άνεργος, βαριά ασθενής άνθρωπος δεν μπορεί να έχει. Και ταυτόχρονα έπρεπε να διασφαλιστεί ότι θα κάνει τις αιμοκαθάρσεις του και δεν θα εκτεθεί σε λοιμώξεις.
Εγώ, ως μάρτυρας υπεράσπισης, προσπάθησα να δώσω μια πρακτική λύση και ζήτησα από την έδρα να δεσμευτώ προσωπικά για τις δόσεις ως ιδιοκτήτρια επιχείρησης, ώστε να μην χαθεί χρόνος και να μην παραταθεί ο εγκλεισμός ενός ανθρώπου που εξαρτάται από θεραπεία για να ζήσει.
Το αίτημα απορρίφθηκε και πάλι. Εξήγησα ότι έχουμε ήδη κληθεί δύο φορές για μεταμόσχευση και πρέπει να είμαστε οικονομικά συνεπείς και προσεκτικοί, να δεσμευτούμε σε κάτι που πραγματικά μπορούμε να τηρήσουμε. Ούτε αυτό έγινε δεκτό.
Μετά την απόφαση, εγώ μαζί με τον δικηγόρο, προσπαθήσαμε να μιλήσουμε τηλεφωνικά με τον κρατούμενο για να του ανακοινώσουμε τι αποφασίστηκε και να αποφασίσει ο ίδιος πώς θέλει να κινηθούμε.
Μας αρνήθηκαν την τηλεφωνική επικοινωνία και μας υποχρέωσαν να πάμε από κοντά.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι ο χρόνος, μας γλιστράει από τα χέρια: κάθε ώρα που περνούσε έκανε δυσκολότερο να προλάβουμε διαδικασίες και ωράρια, ενώ ο άνθρωπός μας ήταν έγκλειστος χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί, να ρωτήσει, να αποφασίσει.
Την ίδια ημέρα, και αφού μετήχθη για τακτική αιμοκάθαρση στην νεφρολογική κλινική του ΠΑΓΝΗ, κατά τη μεταφορά του πίσω στην Αστυνομική Διεύθυνση, οι συνοδοί ενημερώθηκαν για τις δυσκολίες που μπορεί
να έχει ένας αιμοκαθαιρόμενος μετά τη θεραπεία. Επιπλέον είχαν στα χέρια τους επίσημο έγγραφο του θεράποντος ιατρού, που ανέφερε ρητά ότι ο ασθενής πρέπει να έχει άμεση πρόσβαση στο τηλέφωνό του λόγω διαδικασίας μεταμόσχευσης.
Παρ’ όλα αυτά, κατά τη δική μου γνώση και εμπειρία από την εξέλιξη των γεγονότων, η οδηγία αυτή δεν εφαρμόστηκε.
Το κινητό του παρέμεινε κλειστό και μη διαθέσιμο στο κρίσιμο διάστημα. Για εμάς αυτό δεν είναι «λεπτομέρεια».
Είναι ο πυρήνας του κινδύνου: ένας άνθρωπος που περιμένει μόσχευμα δεν μπορεί να είναι “εκτός επικοινωνίας”.
Το βράδυ της Τετάρτης κρατήθηκε μαζί με αρκετούς άλλους κρατούμενους. Για έναν αιμοκαθαιρόμενο, μετά από θεραπεία, αυτό σημαίνει αυξημένο λοιμωξιολογικό κίνδυνο που του στερεί το δικαιώματα του για μεταμόσχευση.
Το πρωί της Πέμπτης 26/02 στις 09:00 είχε ήδη μεταφερθεί στις φυλακές Αλικαρνασσού χωρίς να έχει ενημερωθεί ο δικηγόρος του. Στις φυλακές, ευτυχώς, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έδειξαν ανθρώπινη ευαισθησία και δεν τον έβαλαν σε κελί μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
Παράλληλα ο δικηγόρος του κατέθετε αίτημα για κοινωφελή εργασία.
Όμως τα χρονικά περιθώρια ήταν ασφυκτικά. Δεν προλαβαίναμε να εκδικαστεί η κοινωφελής εργασία και να φύγει την ίδια μέρα. Αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε την εκδίκαση και να καταβάλουμε το ποσό για να μην χρειαστεί να διανυκτερεύσει εντός της φυλακής.
Ξεκινήσαμε τη διαδικασία καταβολής των χρημάτων στις 12:00 και μετά από συνεχείς προσπάθειες και εξηγήσεις προς τους αρμόδιους υπαλλήλους, ολοκληρώθηκε οριακά και αποφυλακίστηκε στις 14:00, την ώρα που έκλεινε η γραμματεία. Αν δεν είχε ολοκληρωθεί έως τότε, θα διανυκτέρευε με αυξημένους κινδύνους μέχρι την Παρασκευή (στην καλύτερη περίπτωση) ή μέχρι τη Δευτέρα.
Καταθέτω αυτή τη μαρτυρία γιατί δεν μπορώ να δεχτώ ότι, σε ένα κράτος δικαίου, ένας βαριά ασθενής άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να μην υπάρχει το ιατρικό του ρίσκο.
Οι συνθήκες κράτησης, η άρνηση επικοινωνίας, η μη εφαρμογή ιατρικής οδηγίας για πρόσβαση στο τηλέφωνο και η απαίτηση άμεσης καταβολής 2.600€ από άνεργο αιμοκαθαιρόμενο δημιούργησαν, κατά την κρίση μου, πραγματική και άμεση έκθεση σε κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του.
Εδώ θέλω να ευχαριστήσω όσους φέρθηκαν ανθρώπινα στον σύντροφο μου την ώρα που βρισκόταν σε μια ευάλωτη συνθήκη, τον κόσμο που κινητοποιήθηκε για να συγκεντρωθεί το ποσό καθώς και τους γιατρούς της νεφρολογικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ που μάταια προσπάθησαν να εξηγήσουν την σοβαρότητα της κατάστασης και την αυξημένη πιθανότητα κινδύνου σοβαρών επιπλοκών στην υγεία του.
Εύχομαι καμία οικογένεια να μην ζήσει την αγωνία που ζήσαμε αυτές τις τρεις μέρες και αυτά τα γεγονότα να ευαισθητοποιήσουν τους αρμόδιους φορείς ώστε κανένας κρατούμενος να μην βρεθεί σε κίνδυνο θανάτου η ασθένειας σε συνθήκη κράτησης».
Πηγή: Neakriti.gr
