Το ναυάγιο στη Χίο δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Απλώς έγινε γνωστό διότι χάθηκαν πολλές ανθρώπινες ζωές.
Έτσι γίνεται από την εποχή της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν, το 2001, οπότε και άρχισαν να φθάνουν οι πρώτες καραβιές προσφύγων στην Ελλάδα. Έχω βρεθεί στον Έβρο, σε νησιά του Αιγαίου, στις τουρκικές ακτές, στην Κωνσταντινούπολη, συγκεντρώνοντας μαρτυρίες προσφύγων και μεταναστών.
Το συμπέρασμα είναι ένα: Οι άτυπες επαναπροωθήσεις (pushbacks) στο Αιγαίο και στον Έβρο είναι ο κανόνας. Τα ναυάγια και οι θάνατοι στα σύνορα είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, με εξαίρεση την περίοδο της Ειδομένης.
Δεν βλέπουν, όμως, το φως της δημοσιότητας, δεν γίνονται είδηση, εκτός κι αν οι νεκροί είναι πολλοί. Και όταν αυτό συμβαίνει, όπως τώρα, ένας οποιοσδήποτε από τους διασωθέντες στο σκάφος «βαπτίζεται» από τις ελληνικές αρχές διακινητής.
Αρκεί μια μαρτυρία ενός τρίτου, ανεξαρτήτως εάν είναι ή όχι τεκμηριωμένη, ότι κρατούσε το τιμόνι. Αυτός θα καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αυτός πρέπει να αποδείξει, συχνά χωρίς νομική υποστήριξη, ή άλλη βοήθεια, ότι «δεν είναι ελέφαντας», ότι κρατούσε το τιμόνι, γιατί αλλιώς το σκάφος θα φουντάριζε.
Διότι οι πραγματικοί διακινητές, αυτοί που αναλαμβάνουν έναντι αμοιβής τη μεταφορά των κατατρεγμένων, μένουν πίσω, στις τουρκικές ακτές. Δεν διακινδυνεύουν τη σύλληψή τους.
Δεκάδες είναι οι υποθέσεις άδικα καταδικασμένων προσφύγων που εκτίουν πολυετείς ποινές κάθειρξης στις ελληνικές φυλακές. Αποκορύφωμα ήταν η ιστορία του σομαλού πρόσφυγα, Μοχαμάντ Χανάντ Αμπντί, που ενώ είχε σώσει 31 ζωές από τη θάλασσα, καταδικάστηκε σε 142 χρόνια φυλακή ως διακινητής.
Έχοντας περάσει πάνω από δύο χρόνια στη φυλακή, ο σομαλός πρόσφυγας αποφυλακίστηκε το 2023, χάρη στη διεθνή κινητοποίηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Στέλιου Κούλογλου και άλλων τότε ευρωβουλευτών. Το δικαστήριο στη νέα δίκη που έγινε, έκρινε μεν ένοχο το Μοχαμάντ, αλλά μείωσε την ποινή του σε 37 χρόνια και τη μετέτρεψε από κάθειρξη σε φυλάκιση, που σημαίνει ότι εκτίονται τα 8 από αυτά. Έχοντας εκτίσει 2 χρόνια και ένα μήνα, με άψογη διαγωγή, αποφυλακίστηκε λίγες μέρες αργότερα.
Ανάλογη φαίνεται ότι είναι η υπόθεση του 31χρονου Μαροκινού Μοχάμεντ, που προφυλακίστηκε μετά την απολογία του το περασμένο Σάββατο.
Ανακρίτρια και εισαγγελέας βασίστηκαν σε μία και μόνο μαρτυρία, που δόθηκε από μια επιβαίνουσα του σκάφους, αγνοώντας τις καταθέσεις έξι άλλων διασωθέντων, που δεν τον αναγνωρίζουν ως διακινητή ή τον χειριστή του σκάφους που βυθίστηκε.
Η ιστορία του Μοχάμεντ δεν διαφέρει από τις ιστορίες χιλιάδων άλλων νέων που εγκαταλείπουν τον τόπο τους. Άλλος γιατί θέλει να φύγει από τον πόλεμο και εμφύλιους σπαραγμούς, άλλος γιατί διαφωνεί με καταπιεστικά καθεστώτα και άλλος πάλι απλά γιατί δεν βρίσκει δουλειά και ζει στη φτώχεια, όλοι αυτοί οι νέοι από χώρες της Μαγκρέμπ, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη.
Σε μια Ευρώπη, όμως, στην οποία οι ηγέτες της υψώνουν ολοένα και περισσότερο τείχη, δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που προκαλούν μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές και παραβιάζουν το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο.
Μεταξύ των πρωταγωνιστών στην εφαρμογή αυτής της αντι-μεταναστευτικής πολιτικής είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία από το 2019 αντιμετωπίζει το ζήτημα των προσφύγων και μεταναστών αποκλειστικά ως θέμα ασφάλειας, μετατρέποντας τη ρητορική του μίσους σε κρατικό κανόνα.
Το δηλώνει ευθέως σε κάθε ευκαιρία ο Πλεύρης, το διαπιστώνει κανείς στα νομοσχέδια που έρχονται προς ψήφιση στη Βουλή, το βιώνουν διασώστες, δικηγόροι, ΜΚΟ και διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με το μεταναστευτικό-προσφυγικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο ελέγχων για τη μεταχείριση μεταναστών και προσφύγων, καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ η Υπηρεσία Συνόρων της ΕΕ το 2025 εξέτασε άλλες 12 περιπτώσεις πιθανών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη χώρα μας.
Αυτά, όμως, δεν τα γνώριζε ο νεαρός Μαροκινός, ή πίστευε ότι θα τα καταφέρει. Στην πατρίδα του ασκούσε περιστασιακά το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου, αλλά δεν είχε μέλλον. Η ανεργία, ιδιαίτερα στους πτυχιούχους, παραμένει υψηλή, ενώ η εργασία συχνά είναι κακοπληρωμένη και επισφαλής στο Μαρόκο. Η εκπαίδευση δεν οδηγεί σε κοινωνική άνοδο και η αίσθηση ματαιότητας κυριαρχεί.
Μου το είχαν πει πέρυσι αρκετοί νέοι με τους οποίους είχα συζητήσει στο Μαρακές, στη Φες, στη Μερζούγκα. Η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε λίγα αστικά κέντρα, αφήνοντας την ύπαιθρο και τις φτωχότερες περιοχές χωρίς ευκαιρίες. Στο Μαρόκο, όπως και σε άλλες χώρες, η μετανάστευση λειτουργεί ως οικογενειακή στρατηγική επιβίωσης, με τα εμβάσματα να αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος.
Σε πολιτικό επίπεδο, οι νέοι αισθάνονται αποκλεισμένοι από τη λήψη αποφάσεων. Η διαφθορά και οι πελατειακές σχέσεις ενισχύουν την πεποίθηση ότι το σύστημα δεν αλλάζει. Η φυγή στο εξωτερικό εμφανίζεται ως μοναδική διέξοδος. Το «ευρωπαϊκό όνειρο», ενισχυμένο από μεταναστευτικά δίκτυα και τα κοινωνικά μέσα, λειτουργεί ως ισχυρός πόλος έλξης, ακόμη κι όταν το ταξίδι είναι επικίνδυνο.
Έτσι στα μέσα Δεκεμβρίου ο Μοχάμεντ φτάνει αεροπορικώς από το Μαρόκο στην Κωνσταντινούπολη. Το ταξίδι στην Τουρκία δεν απαιτούσε την έκδοση βίζας. Οι γονείς του, που τον έχουν μοναχογιό, πούλησαν ένα σπίτι για να τον βοηθήσουν οικονομικά τον πρώτο καιρό που θα έφθανε στην ξενιτιά.
Στην Πόλη, λίγους δρόμους μακριά από την Ιστικλάλ, τη Μεγάλη Οδό του Πέραν, ο Μοχάμεντ έρχεται σε επαφή με διακινητές, όπως κάνουν όλοι όσοι θέλουν να περάσουν τα σύνορα προς την Ευρώπη.
Μια πρώτη σκέψη να φύγει προς τη Βουλγαρία απορρίπτεται, όταν ένας Αιγύπτιος, που έχει γνωρίσει, του προτείνει να περάσει με σκάφος από τα τουρκικά παράλια στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Ο Μοχάμεντ φτάνει «συστημένος» με λεωφορείο στη Σμύρνη και από εκεί με μίνι βαν σε μια ακτή κοντά στο Τσεσμέ, όπου και επιβιβάζεται σε σκάφος παρέα με Αφγανούς. Για το ταξίδι έχει πληρώσει 4.000 ευρώ. Τα χρήματα θα τα πάρουν οι διακινητές μόνον εάν φθάσουν στο ελληνικό νησί, τη Χίο. Αυτός είναι άγραφος κανόνας που μου το είχαν πει πολλά χρόνια πριν πρόσφυγες και μετανάστες.
Μόνον που «τα πράγματα στράβωσαν» κοντά στις ακτές της Χίου.
Οι έξι μετανάστες/στριες, όμως, από τους επτά, που διασώθηκαν και κλήθηκαν να καταθέσουν, ανατρέπουν το επίσημο αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο το ταχύπλοο του Λιμενικού εξέπεμψε ηχητικά και φωνητικά σήματα και στη συνέχεια εμβολίστηκε από το σκάφος που τιμόνευε ο 31χρονος Μαροκινός.
Αυτό που είπαν όλοι/ες στην ανακρίτρια είναι ότι είδαν «ένα φως ξαφνικά και μετά έγινε η σύγκρουση. Κανείς δεν μας κυνήγησε, καμία σειρήνα δεν ακούσαμε. Εάν κάτι ακούγαμε, θα σταματούσαμε. Εμείς πηγαίναμε μόνον ευθεία προς το νησί. Δεν στρίψαμε καθόλου».
Κανείς επίσης από τους/τις έξι Αφγανούς/ές που κατέθεσαν, σύμφωνα με τους συνήγορους υπεράσπισης, δεν αναγνώρισε τον Μοχάμεντ ως τον χειριστή του φουσκωτού στο οποίο επέβαιναν. Και η έβδομη, που αρχικά τον είχε αναγνωρίσει, δήλωσε ενώπιον της ανακρίτριας ότι «δεν είναι καθόλου σίγουρη» ότι ήταν ο Μοχάμεντ, καθότι, όταν το ανέφερε, βρισκόταν σε κατάσταση σοκ.
Δεδομένου ότι οι Αφγανοί δεν έχουν κανένα λόγο να προστατεύσουν ένα αλλοεθνή και οι μαρτυρίες τους συμπίπτουν, το βέβαιο είναι ότι αμφισβητείται ακόμη περισσότερο η επίσημη εκδοχή του Λιμενικού, που έσπευσε να υιοθετήσει η κυβέρνηση, αλλά και οι λόγοι που οδήγησαν στην προφυλάκιση του Μαροκινού.
Η υπόθεση του Μοχάμεντ δεν αφορά έναν άνθρωπο, αλλά ένα σύστημα. Όσο τα σύνορα θα αντιμετωπίζονται ως πεδίο τιμωρίας και όχι εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, οι νεκροί και οι άδικα κατηγορούμενοι θα πολλαπλασιάζονται.
Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.
