Γράφει απευθυνόμενη σε εκείνον. Λες και το βιβλίο το αφιερωμένο στο επί 40 χρόνια σύντροφό της ήταν μια ευκαιρία να του μιλήσει, να τον έχει ξανά κοντά της. Το βιβλίο «Πάνος Τζαβέλλας: από ατσάλι και βελούδο» (εκδόσεις Παπαζήση) έχει αξία για πολλούς λόγους. Είναι μια ματιά στον βίο του αντάρτη, αγωνιστή της αριστεράς και καλλιτέχνη, από έναν άνθρωπο που τον γνώριζε πολύ καλά αλλά και από κείμενα που αναδεικνύουν την προσωπικότητα του. Όπως αυτό του Στρατή Γαλανού που περιγράφει πως ο Τζαβέλλας «δάγκωσε με λύσσα το παχουλό και καλοαναθρεμμένο δαχτυλάκι του δεσπότη που επιχείρησε να τον πείσει να υπογράψει δήλωση μετανοίας». Ή το ποίημα που του έγραψε ο Μ. Γλέζος «… Κι όμως τα δαρμένα από τα βασανιστήρια, τα χτυπημένα από τα βόλια κορμιά μας/ αναστηλώνονται από περηφάνεια / αναρριγούν κι αναταράζονται / καθώς τα διαπερνά η φωνή σου»
Μετά αναδεικνύει ένα ήθος που χρειαζόμαστε στην τραχιά εποχή που διανύουμε, χαρτογραφεί και σκιαγραφεί σχέσεις σημαντικών ανθρώπων της αριστεράς και της τέχνης και φέρνει στην επιφάνεια γεγονότα άγνωστα έως σήμερα. Εικόνες από τη ζωή του ως αντάρτης όπου μεταξύ άλλων κρατούσε τα μωρά των συναγωνιστριών του για να τις ξεκουράσει έως τη δύσκολη ζωή λόγω της αναπηρίας του, τις μπουάτ και τις σχέσεις με τον Κύρκο, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο κ.α. φέρνουν τον Τζαβέλλα που παρέμεινε νέος έως ως το τέλος -ζήτησε να ακούσει Motorhead διαβάζω- πολύ κοντά στον αναγνώστη. Η Νατάσα Παπαδοπούλου Τζαβέλλα μιλά στο tvxs για μια ζωή γεμάτη νόημα και αγώνες.
Γιατί από βελούδο και ατσάλι; Περιέγραψε μας τον άνθρωπο με τον οποίο συνδέθηκες 38 χρόνια. Τον γνώρισες το 1971 μόλις αποφυλακίστηκε. Είχε κάνει ήδη το «Αντάρτικο λιμέρι» στην Πλάκα;
Από βελούδο και ατσάλι, γιατί έτσι ήταν ο Πάνος Τζαβέλλας. Άνθρωπος με ατσάλινη θέληση και πιστεύω, που δεν λύγισε ποτέ ούτε μπροστά στον θάνατο, ούτε στα βασανιστήρια, ούτε στις δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή του. Άνθρωπος που ποτέ δεν εγκατέλειψε τις ιδέες του και τον αγώνα. Ήταν όμως κι ένας άνθρωπος ευαίσθητος, τρυφερός σύντροφος στην προσωπική μας σχέση, αλλά και στη σχέση του με τους συνανθρώπους. Αυτό το δίπολο απηχούν και τα τραγούδια του.
Εγώ με τον Πάνο έζησα σαράντα περίπου χρόνια. Τον γνώρισα το 1971, μόλις είχε βγει από τον Κορυδαλλό λόγω ανηκέστου βλάβης, ενώ είχε καταδικαστεί σε είκοσι χρόνια φυλάκιση για την αντιδικτατορική του δράση. Δύο χρόνια μετά στήθηκε στην Πλάκα το «Αντάρτικο Λημέρι».
Μου έκανε εντύπωση το πρόσωπο που χρησιμοποιείς στο βιβλίο. Απευθύνεσαι σε εκείνον και είναι συγκινητικό. Είναι σαν να του αφηγείσαι την κοινή σας ζωή και την πορεία του μαζί. Πως κατέληξες στη φόρμα και τη γλώσσα του βιβλίου σου;
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ήρθε εντελώς αυθόρμητα. Γιατί ο Πάνος είναι πάντα δίπλα μου· τον είχα κοντά μου κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Μιλούσα μαζί του. Πράγματι, αφηγούμαι την κοινή μας ζωή, που συμπίπτει με μια μεγάλη χρονική περίοδο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Γράφοντας, θυμήθηκα τόσα πρόσωπα με τα οποία ο Πάνος είχε αγωνιστεί στο παρελθόν, αλλά και τόσα πρόσωπα με τα οποία συμπορευτήκαμε: συντρόφους, φίλους, καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους, που σφράγισαν τη ζωή μας αλλά και μια ολόκληρη εποχή. Θέλησα να κρατήσω ζωντανή την ανάμνησή τους, και αυτό θέλησα να το κάνω κουβεντιάζοντας μαζί του.
Στο βιβλίο αναδεικνύεται ο καλλιτέχνης Τζαβέλλας και πολύ ανάγλυφα ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, ο επίμονος. «Αντάρτης ως το τέλος» γράφεις. Μίλα μας γι’αυτή του την πλευρά.
Μιλάω λοιπόν για τον άνθρωπο που γνώρισα, που θαύμασα και αγάπησα βαθιά. Μιλάω για τον αγωνιστή που γνώρισα μέσα από τις δικές του αφηγήσεις, που αφορούν τη ζωή του από την Κατοχή, την αντίστασή του με τον ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ, τις καταδίκες του, τον ακρωτηριασμό του, τα χρόνια του στη Σοβιετική Ένωση, την αντίσταση στη Χούντα, τις αναμνήσεις από τους συντρόφους του στις φυλακές.
Ο αγωνιστής και ο καλλιτέχνης Τζαβέλλας είναι ο ίδιος άνθρωπος. Αυτοδίδακτος μουσικός, εξαιρετικός συνθέτης και ποιητής – γιατί ο Πάνος δεν έγραφε στίχους, έγραφε ποίηση, την οποία έντυνε με μουσική και την τραγουδούσε με πάθος. Ίσως να αδικήθηκε ως συνθέτης. Έγινε κυρίως γνωστός στη Μεταπολίτευση μέσα από τα αντάρτικα τραγούδια· αυτή είναι και η μεγάλη προσφορά του στη νεολαία και στην ιστορία μας, και ίσως έτσι πέρασε σε δεύτερο πλάνο η συνολική καλλιτεχνική του δημιουργία. Σήμερα όμως, μέσα από τα αφιερώματα που κάνουμε από το 2009, μετά τον θάνατό του, βλέπω πως το νεότερο κοινό μαθαίνει τα τραγούδια του και αναγνωρίζει την αξία του συνθέτη και ποιητή. Ο Πάνος Αντάρτης υπήρξε σε όλη του τη ζωή.
Πως διαχειριζόταν τις επώδυνες μνήμες από τον πόλεμο, τον ακρωτηριασμό του, τον αγώνα του;
Ο Πάνος μιλούσε για όλα όσα πέρασε· άλλωστε τα διηγήθηκε ο ίδιος στο βιβλίο του «Από το Ανταρτορόκ». Τα τραύματα όμως τα άφηνε πίσω του. Έβλεπε και προχωρούσε πάντα μπροστά.
Το βιβλίο είναι γεμάτο από συγκινητικά αποσπάσματα μιας Ελλάδας που αποχωρεί. Βλέπουμε την εικόνα του αντάρτη Τζαβέλλα να κρατά τρυφερά το μωρό μιας συντρόφισσας του, εσένα να κουβαλάς τα πράγματα του στα ταξίδια σας τα μακρινά αφού εκείνος δεν μπορούσε λόγω αναπηρίας. Κρατούσες ημερολόγιο ή ανακάλεσες τις μνήμες με αφορμή το βιβλίο;
Ημερολόγιο κρατούσα παλιά, από τις κοινές μας στιγμές, τις εμπειρίες μας στο τραγούδι, από τα υπέροχα μακρινά ταξίδια μας. Έχω όμως και ολοζώντανες στη μνήμη μου εικόνες από τις δικές του αφηγήσεις, που με σφράγισαν βαθιά ως άνθρωπο και με συγκίνησαν.
Όπως εκείνη την εικόνα που τον βλέπω μπροστά μου, άντρα θεόρατο, να κρατάει στην αγκαλιά του το μωρό μιας αντάρτισσας στην πορεία τους στο βουνό, για να την ξεκουράσει. Σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου ανακαλούσα αναμνήσεις που κρατώ ολοζώντανες μέσα μου από την κοινή μας ζωή.
Δεν λείπουν οι αναφορές σε μεγάλους καλλιτέχνες με τους οποίους συγχρωτιστήκατε όπως Μίκης Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος. Ποια ήταν η σχέση του με τους ομότεχνους του γενικά;
Φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το βιβλίο οι αναφορές στους καλλιτέχνες με τους οποίους συμπορευτήκαμε όλα αυτά τα χρόνια. Ελπίζω πως κατάφερα να αναβιώσω κάτι από τους ανθρώπους εκείνους και τη ζωντανή ατμόσφαιρα, την ορμή και την αγωνιστικότητα της εποχής. Ο κόσμος που ερχόταν και στη μπουάτ και στις συναυλίες μας διψούσε για τα τραγούδια μας, φιμωμένος όπως ήταν για μια επταετία.
Ο Μίκης συχνά ερχόταν στη «Λήδρα» και τραγουδούσε μαζί μας στη σκηνή. Μεταξύ του Πάνου και του Μίκη υπήρχε βαθιά αγάπη και αλληλοεκτίμηση. Την ίδια βαθιά σχέση αγάπης και σεβασμού είχε ο Πάνος και με τους νέους μουσικούς με τους οποίους συνεργαζόμασταν, ταλαντούχα παιδιά που τα έβλεπε σαν δικά του. Και ας μην ξεχνάμε ότι όλος ο δημοκρατικός κόσμος και επώνυμοι της Αριστεράς έδιναν το παρόν στη μπουάτ και τραγουδούσαν μαζί μας. Οι λεπτομέρειες και τα ονόματα υπάρχουν στο βιβλίο.
Δεν λείπει από το βιβλίο βέβαια και η σχέση του με τα στελέχη της Αριστεράς, τον Κύρκο, τον Γλέζο που του έγραψε και ποίημα. Με ποιους συνδέθηκε πιο πολύ;
Πώς θα μπορούσε ο Τζαβέλλας να μην έχει σχέση με τα στελέχη της Αριστεράς; Υπήρχε αλληλοεκτίμηση και με τους συντρόφους του στο ΚΚΕ, με το οποίο συμπορεύτηκε μέχρι τη διάσπαση του 1968, και με τα πρόσωπα του ΚΚΕ Εσωτερικού, όπου και εντάχθηκε, αλλά και με αγωνιστές άλλων μικρότερων αριστερών κομμάτων.
Οι νεολαίες τους ήταν πάντα παρούσες στο «Αντάρτικο Λημέρι» και στις συναυλίες που δίναμε σε όλη την Ελλάδα. Με τον Κύρκο, που έγινε και κουμπάρος μας στον πολιτικό μας γάμο, δεθήκαμε περισσότερο. Συχνά στα φεστιβάλ του Ρήγα ο Λεωνίδας έπαιρνε τη φυσαρμόνικα, ανέβαινε στη σκηνή και μας συνόδευε στο τραγούδι.
Τι λείπει περισσότερο σήμερα από τα όσα ήταν ο Πάνος Τζαβέλλας;
Ζούμε σήμερα μια ζοφερή κατάσταση, στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Όλα αυτά είναι μακριά, ξένα προς τη νοοτροπία και τον κόσμο που έζησε ο Πάνος. Τότε βέβαια οι καταστάσεις ήταν δύσκολες, αλλά υπήρχε όραμα και ορμή, ελπίδα και κίνηση ξεσηκωμού. Πιστεύω πως αν ζούσε σήμερα ο Τζαβέλλας, θα αγωνιζόταν και πάλι με το ίδιο πάθος για την ανατροπή αυτής της δυστοπίας. Θα τραγουδούσε το «Ξυπνήστε!», καλώντας τα δημοκρατικά κόμματα σε ένα πανδημοκρατικό μέτωπο.
