Χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή στις διατάξεις που έχουν ήδη προκαλέσει έντονη κατακραυγή εντός και εκτός Ελλάδας, εισήχθη την Τρίτη (27/1) στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 […] τροποποιήσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και άλλες διατάξεις». Η ψήφισή του αναμένεται την επόμενη εβδομάδα στην Ολομέλεια, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει παρά τις σφοδρές αντιδράσεις.
Το νομοσχέδιο κατατίθεται σε μια συγκυρία αυξημένων μεταναστευτικών ροών από νέες οδούς –όπως η Κρήτη μέσω Λιβύης– αλλά και μετά από μια μακρά περίοδο διεθνούς κριτικής προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη για απάνθρωπες πρακτικές, όπως τα παράνομα και συχνά θανατηφόρα pushbacks. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση επιχειρεί μια διπλή πολιτική κίνηση: από τη μία να απευθυνθεί σε ακροατήρια που έχουν μετακινηθεί προς τα (ακρο)δεξιά, αναθέτοντας στον Θάνο Πλεύρη τον ρόλο του «σκληρού» εκφραστή της αυστηροποίησης· από την άλλη να διασφαλίσει την κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας και τη στοιχειώδη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι ένας συνεκτικός μεταναστευτικός σχεδιασμός, αλλά ένα θεσμικά επικίνδυνο υβρίδιο: περιορισμένη «φιλελευθεροποίηση» εκεί όπου το απαιτεί η οικονομία και ωμή καταστολή εκεί όπου στοχοποιούνται οι πιο αδύναμοι και όσοι τους υποστηρίζουν.
Κεντρικός άξονας της κριτικής αφορά τις διατάξεις που ποινικοποιούν την αλληλεγγύη και στοχοποιούν ευθέως τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Με τα άρθρα 15 και 16, η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης μετατρέπεται από εγγύηση διαφάνειας σε επιβαρυντική περίσταση. Πλημμεληματικές πράξεις αναβαθμίζονται σε κακουργήματα, με ποινές που φτάνουν έως και τα 10 ή ακόμη και τα 25 έτη κάθειρξης.
Δεν τιμωρείται πλέον πρωτίστως η πράξη, αλλά το «ποιος είσαι». Εθελοντές, εργαζόμενοι και διασώστες εξομοιώνονται αυθαίρετα με επαγγελματίες διακινητές, χωρίς καμία πρόβλεψη ανθρωπιστικής εξαίρεσης, σε κατάφωρη σύγκρουση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο. Η απλή παροχή στέγης, μεταφοράς ή βοήθειας σε αιτούντες άσυλο μπορεί να οδηγήσει σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, ειδικά αν ο κατηγορούμενος είναι μέλος ΜΚΟ.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πρόβλεψη συλλογικής τιμωρίας: με μόνη την άσκηση ποινικής δίωξης κατά ενός μέλους, ολόκληρη η οργάνωση μπορεί να διαγραφεί από το Μητρώο, να χάσει πρόσβαση σε δομές και χρηματοδότηση και να τεθεί εκτός δράσης – πριν υπάρξει οποιαδήποτε δικαστική κρίση. Πρόκειται για ευθεία παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, με de facto διάλυση οργανώσεων χωρίς δικαστική απόφαση.
Δεν είναι τυχαίο ότι 56 οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών κατήγγειλαν από κοινού τις ρυθμίσεις αυτές, ζητώντας την άμεση απόσυρσή τους, ενώ για «ποινικοποίηση της αλληλεγγύης» έκανε λόγο και ο τομεάρχης Μετανάστευσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Ψυχογιός, προειδοποιώντας για σοβαρά ζητήματα κράτους δικαίου που εκθέτουν τη χώρα.
Ο ίδιος ο Θάνος Πλεύρης, επιχειρώντας να απαντήσει στην κριτική, υποστήριξε μέσω social media ότι «δεν ποινικοποιείται η συμμετοχή σε ΜΚΟ», αλλά μόνο η παράνομη διακίνηση μεταναστών, με βαρύτερες ποινές όταν ο καταδικασθείς είναι ταυτόχρονα μέλος ΜΚΟ.
Η ανάρτηση του Θάνου Πλεύρη
«Το νέο σ/ν δεν ποινικοποιεί τη συμμετοχή σε ΜΚΟ. Τιμωρείται, όπως και σήμερα, η παράνομη διακίνηση μεταναστών. Αυτό που αλλάζει είναι ότι ο λαθροδιακινητης θα τιμωρείται βαρύτερα εάν παράλληλα είναι και μέλος ΜΚΟ που δραστηριοποιείται στο Υπουργείο Μετανάστευσης. Το άγχος κάποιων ΜΚΟ να μην τιμωρηθούν μέλη τους που τυχόν θα καταδικαστούν για διακίνηση παράνομων μεταναστών σε κάποιους προκαλεί έκπληξη. Σε μένα όχι».
Το νέο σ/ν δεν ποινικοποιεί τη συμμετοχή σε ΜΚΟ. Τιμωρείται, όπως και σήμερα, η παράνομη διακίνηση μεταναστών. Αυτό που αλλάζει είναι ότι ο λαθροδιακινητης θα τιμωρείται βαρύτερα εάν παράλληλα είναι και μέλος ΜΚΟ που δραστηριοποιείται στο Υπουργείο Μετανάστευσης. Το άγχος…
— Θάνος Πλεύρης (@thanosplevris) January 21, 2026
Η επιχειρηματολογία αυτή, ωστόσο, παρακάμπτει τον πυρήνα του προβλήματος: η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ χρησιμοποιείται ως αυτοτελής λόγος επιβάρυνσης, χωρίς καμία ειδική αιτιολόγηση και χωρίς να αποδεικνύεται αυξημένη επικινδυνότητα.
Όπως επισημαίνει η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), οι ρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, εισάγουν διακρίσεις και ενέχουν πραγματικό κίνδυνο ποινικοποίησης της νόμιμης ανθρωπιστικής δράσης. Η ΕΕΔΑ τονίζει ότι η διαγραφή οργανώσεων με μόνη την άσκηση δίωξης –και όχι καταδίκης– συνιστά κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας και απαγορευμένο αντίποινο κατά της κοινωνίας των πολιτών.
Σε αντίθεση με την Οδηγία 2002/90/ΕΚ και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΗΕ, το ελληνικό πλαίσιο δεν προβλέπει καμία ανθρωπιστική εξαίρεση. Η Ελλάδα όχι μόνο δεν εισάγει σχετική ρήτρα, αλλά σκληραίνει περαιτέρω το καθεστώς ποινών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν να οδηγήσουν λέμβους –το γνωστό φαινόμενο της «criminalization of boat drivers»– συνεχίζουν να καταδικάζονται ως διακινητές σε εξοντωτικές ποινές. Η αύξηση των ανώτατων ποινών έως τα 25 έτη επιδεινώνει μια ήδη διεθνώς καταδικασμένη πρακτική.
Το ίδιο νομοσχέδιο περιλαμβάνει, βέβαια, και διατάξεις που απλοποιούν διαδικασίες νόμιμης διαμονής, εισάγουν νέες άδειες (υψηλής εξειδίκευσης), διευκολύνουν φοιτητές και απόφοιτους και προβλέπουν fast-track διαδικασίες για μεγάλες επενδύσεις. Όταν πρόκειται για εργατικά χέρια, ο ρατσισμός υποχωρεί.
Δεν λείπουν όμως οι αντιφάσεις: στο ίδιο κείμενο επανεμφανίζεται ο όρος «λαθρομετανάστευση», ανασύροντας μια ξενοφοβική ρητορική που είχε εγκαταλειφθεί λόγω του στιγματιστικού της χαρακτήρα. Παράλληλα, η προσέγγιση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εργασιακή ένταξη, χωρίς συνεκτική πολιτική κοινωνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ένταξης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι και οι διατάξεις που στερούν δικαιώματα από ευάλωτες κατηγορίες. Άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας εξαιρούνται πλέον από την άδεια διαμονής με πρόσβαση στην εργασία, οδηγούμενα σε πλήρη εξάρτηση.
Παράλληλα, κλείνει το «παράθυρο» άδειας για εξαιρετικούς λόγους σε ανθρώπους με μακρά παραμονή στη χώρα, οι οποίοι, παρά τους κοινωνικούς δεσμούς που έχουν αναπτύξει, οδηγούνται σε απέλαση.
Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν τοποθετηθεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και συγκριθεί με εναλλακτικές πολιτικές που υιοθετούνται την ίδια περίοδο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεγάλη πρωτοβουλία νομιμοποίησης μεταναστών χωρίς χαρτιά, η οποία εκτιμάται ότι μπορεί να ωφελήσει περισσότερους από 500.000 ανθρώπους.
Μετά από συμφωνία της κυβέρνησης με τους Podemos και το Sumar, το ισπανικό Υπουργικό Συμβούλιο αναμένεται να εγκρίνει άμεσα, μέσω ταχείας διοικητικής διαδικασίας, ένα έκτακτο μέτρο που θα επιτρέπει τη νομιμοποίηση ατόμων τα οποία μπορούν να αποδείξουν ότι βρίσκονταν στη χώρα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2025, δεν έχουν ποινικό μητρώο και έχουν αναπτύξει σταθερούς δεσμούς διαβίωσης. Η ρύθμιση δεν απαιτεί επικύρωση από το Κογκρέσο και αποσκοπεί –σύμφωνα με τη συμφωνία– στη βελτίωση της νομικής ασφάλειας και στην αποτελεσματική άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων από ανθρώπους που ζουν και εργάζονται επί χρόνια στη χώρα.
Όπως υπογράμμισε η ευρωβουλευτής των Podemos, Ιρένε Μοντέρο, «δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με φόβο και χωρίς δικαιώματα». Η τοποθέτησή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια διεθνή συγκυρία κλιμάκωσης της αντιμεταναστευτικής ρητορικής και της κατασταλτικής βίας, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ επανέρχονται ως σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή δεξιά.
Στο ίδιο πνεύμα, η ευρωπαϊκή αντιρατσιστική οργάνωση PICUM χαρακτήρισε την ισπανική πρωτοβουλία «ισχυρή υπενθύμιση ότι η νομιμοποίηση δεν είναι μόνο εφικτή, αλλά λειτουργεί», επισημαίνοντας ότι προσφέρει αξιοπρέπεια, σταθερότητα και πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα. Σε μια περίοδο όπου το «εχθρικό περιβάλλον» απέναντι στους μετανάστες ενισχύεται και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, η επιλογή αυτή αναδεικνύει μια διαφορετική πολιτική λογική: επένδυση στην ένταξη αντί για τη διαρκή αναπαραγωγή του φόβου.
