Το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν και οι γεωπολιτικές ανατροπές που ακολούθησαν φαίνεται πως έφεραν πιο κοντά αντίπαλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, οδηγώντας τες σε κοινή πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ για μια συμφωνία ειρήνης, όπως γράφει σε σχετικό της άρθρο η βρετανική εφημερίδα The Guardian. 

Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να αξιοποιήσει την ενδεχόμενη συμφωνία με το Ιράν ως αφετηρία για έναν ευρύτερο γεωπολιτικό επανασχεδιασμό στη Μέση Ανατολή, επιδιώκοντας να επαναφέρει στο προσκήνιο τις Συμφωνίες του Αβραάμ και τη διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων αραβικών κρατών με το Ισραήλ.

Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε ο ίδιος, κατά τις τελευταίες επαφές του κάλεσε ηγέτες χωρών όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Πακιστάν να προχωρήσουν σε νέες συμφωνίες προσέγγισης με το Ισραήλ αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας με την Τεχεράνη – αν βέβαια αυτό επιτευχθεί.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι Συμφωνίες του Αβραάμ έχουν ήδη αποφέρει σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά οφέλη στα κράτη που συμμετέχουν, αναφέροντας ως παραδείγματα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο, το Σουδάν και το Καζακστάν. Όπως σημείωσε, παρά τις διαδοχικές κρίσεις και τις συγκρούσεις στην περιοχή, καμία από τις χώρες που υπέγραψαν δεν έχει εκφράσει πρόθεση αποχώρησης.

Παράλληλα, σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο το Ιράν να αποδεχθεί τελικά την παράδοση του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει.

Δυτικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι κατά την έναρξη του πολέμου η Τεχεράνη είχε στην κατοχή της περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%, ποσότητα που προκαλεί έντονη ανησυχία στη Δύση και στο Ισραήλ.

Παρά τις βλέψεις Τραμπ να «διαμοιράσει την ευθύνη» μιας συμφωνίας με το Ιράν με γείτονες χώρες, το απόγευμα της Δευτέρας η αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal έγραψε ότι οι προσπάθειες εύρεσης λύσης βάλτωσαν άλλη μια φορά.

The Wall Street Journal reports that negotiations with Iran over its nuclear program and sanctions relief have reached a deadlock, with major disputes still unresolved between Tehran and Washington.
— Mossad Commentary (@MOSSADil) May 25, 2026

Παρόλα αυτά, η περιφερειακή αυτή κινητικότητα τείνει να αναγκάσει τελικά την αμερικανική πλευρά να αποδεχθεί μια προσωρινή συμφωνία, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Ισραήλ και φιλοϊσραηλινών κύκλων στην Ουάσινγκτον, προσθέτει η Guardian.

Οι διπλωματικές πρωτοβουλίες αναπτύσσονται σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή επαναπροσδιορίζει τις ισορροπίες της, μετά την αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να επιφέρουν καθοριστικό πλήγμα στο Ιράν, να διασφαλίσουν το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ή να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους συμμάχους τους στον Κόλπο.

Αν και η Τεχεράνη δεν διαθέτει ισχυρά ερείσματα στην περιοχή, η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος υποχρέωσε τις γειτονικές χώρες να αναζητήσουν έναν νέο τρόπο συνύπαρξης μαζί του.

Ο Αντρέας Κριγκ, αναπληρωτής καθηγητής στο Κολέγιο του Βασιλιά στο Λονδίνο, υποστήριξε ότι οι χώρες του Κόλπου αιφνιδιάστηκαν από το γεγονός πως η Ουάσινγκτον έσπευσε να προστατεύσει πρωτίστως το Ισραήλ απέναντι στις ιρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους, παρά τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα και τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων που έχουν οι αραβικές μοναρχίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως σημείωσε, στον Κόλπο κυριαρχεί πλέον βαθιά απογοήτευση για την αμερικανική επιρροή και την ικανότητα των ΗΠΑ να ηγηθούν της περιοχής.

Η προσωρινή συμφωνία φέρεται να επιτεύχθηκε στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, έπειτα από παρασκηνιακές επαφές αξιωματούχων του Πακιστάν και του Κατάρ με την Τεχεράνη, στο πλαίσιο μιας τελευταίας προσπάθειας διαμόρφωσης κοινού πλαισίου ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Τραμπ το περασμένο Σάββατο, οι ηγέτες οκτώ μουσουλμανικών χωρών ζήτησαν από τον Αμερικανό πρόεδρο να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τον πόλεμο, θα επανέφερε την ομαλή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και θα επανεκκινούσε τις διαπραγματεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Οι ίδιες χώρες, που πριν από τον πόλεμο δεν είχαν καταφέρει να υπερισχύσουν της επιρροής του Μπέντζαμιν Νετανιάχου στην Ουάσινγκτον, εμφανίζονται πλέον να έχουν ενισχύσει τη θέση τους απέναντι στον Ισραηλινό πρωθυπουργό.

Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι η συμφωνία ήταν «σε μεγάλο βαθμό ήδη διαπραγματευμένη», ενώ ισραηλινά μέσα ενημέρωσης σημείωναν πως το Ισραήλ ξεκίνησε τον πόλεμο ως βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ αλλά τον ολοκληρώνει πολιτικά απομονωμένο.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που σύμφωνα με πληροφορίες είχαν πιέσει άλλα κράτη του Κόλπου να στηρίξουν στρατιωτική δράση κατά του Ιράν και συμμετείχαν σε αεροπορικές επιχειρήσεις, συντάχθηκαν τελικά με τη γραμμή υπέρ της ειρήνης, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, την Ιορδανία, το Μπαχρέιν, το Πακιστάν, την Τουρκία και την Αίγυπτο.

Οι διαβουλεύσεις αυτές φαίνεται πως βοήθησαν ακόμη και στην εξομάλυνση της έντονης αντιπαλότητας μεταξύ Εμιράτων και Σαουδικής Αραβίας, καθώς τις τελευταίες εβδομάδες πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες επαφές ανάμεσα στις ηγεσίες των δύο χωρών.

Ο πόλεμος, πάντως, φαίνεται να απομακρύνει το ενδεχόμενο νέων χωρών να ενταχθούν στις λεγόμενες «Συμφωνίες του Αβραάμ», μέσω των οποίων ο Τραμπ επιδίωκε την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και αραβικά κράτη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τις συμμετέχουσες χώρες να ενταχθούν στις συμφωνίες, συνάντησε παγωμένη σιωπή.

Το Πακιστάν, που διαδραμάτισε βασικό ρόλο στις διαμεσολαβητικές προσπάθειες, ξεκαθάρισε ότι η διχόνοια στον μουσουλμανικό κόσμο εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα του Ισραήλ.

Ο πρώην πρεσβευτής του Πακιστάν στις Ηνωμένες Πολιτείες, Μασούντ Καν, ανέφερε ότι η επιτυχία του Ισλαμαμπάντ ήταν πως κατάφερε να εμπλέξει περισσότερες χώρες στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, με την Τουρκία, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ να κινούνται παράλληλα προς την ίδια κατεύθυνση.

Όπως τόνισε, το Πακιστάν δεν θα μπορούσε να κινηθεί μόνο του και χρειαζόταν ευρύτερη περιφερειακή στήριξη ώστε η διαμεσολάβησή του να αποκτήσει αξιοπιστία.

Παρότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή – με δεκάδες βάσεις στην περιοχή – αναμένεται να παραμείνει, ολοένα και περισσότερες χώρες αναζητούν πλέον νέες συνεργασίες ασφαλείας, τόσο εντός όσο και εκτός περιοχής, ενώ και η Ευρώπη αναμένεται να αποκτήσει ενισχυμένο ρόλο.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Πακιστάν έστειλε στρατεύματα και μαχητικά αεροσκάφη για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας, ενώ αιγυπτιακές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Παράλληλα, συζητείται ακόμη και η σύναψη συμφωνιών μη επίθεσης με το Ιράν.

Ο πολιτικός επιστήμονας Αμπντούλ Χάλεκ Αμπντουλάχ από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σημείωσε ότι η χώρα του θα επιθυμούσε ένα Ιράν χωρίς πυραύλους, drones, περιφερειακές ένοπλες οργανώσεις και πυρηνικές δραστηριότητες, ωστόσο αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο. Όπως ανέφερε, τα Εμιράτα αντιμετωπίζουν πλέον την κατάσταση με ρεαλισμό, θεωρώντας ότι το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί απειλή, αλλά όχι πλέον την επεκτατική δύναμη που υπήρξε τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα Μέση Ανατολή, όπου η Τουρκία, το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου ανταγωνίζονται για να καλύψουν το κενό που αφήνει πίσω του ένα αποδυναμωμένο Ιράν.

Ένας από τους νέους άξονες που φαίνεται να αναδύονται είναι αυτός ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, οι οποίες υπέγραψαν πέρυσι αμυντικό σύμφωνο αμοιβαίας υποστήριξης.

Παράλληλα, υπάρχουν συζητήσεις για τη συμμετοχή της Τουρκίας, του Κατάρ και της Αιγύπτου σε αυτή τη συνεργασία, που αρκετοί περιγράφουν ήδη ως ένα είδος «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ». Στην αντίπερα όχθη, ενισχύεται η συνεργασία ανάμεσα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ινδία, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της ομάδας I2U2.

Ο αναλυτής Χέλιερ από το Βασιλικό Ινστιτούτο Ενόπλων Υπηρεσιών στο Λονδίνο εκτίμησε ότι οι χώρες της περιοχής κατέληξαν στο συμπέρασμα πως μια αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνη, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση του ιρανικού κράτους και γενικευμένο χάος – ένα σενάριο που, όπως είπε, επιθυμούσε ουσιαστικά μόνο το Ισραήλ. Παράλληλα, έγινε σαφές στον Τραμπ ότι ο πόλεμος δεν θα του έδινε το αποτέλεσμα που επιδίωκε.

Έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, οι περιφερειακές δυνάμεις δεν έπεισαν τόσο τον Αμερικανό πρόεδρο να δεχθεί τη συμφωνία, όσο του έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη στάση του ως επιλογή με ευρεία περιφερειακή στήριξη