Με τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας να αυξάνονται και τη δημοτικότητά του να υποχωρεί, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα, σχεδόν έναν μήνα μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.

Ο Τραμπ θα μπορούσε είτε να επιδιώξει μια πιθανώς ελλιπή συμφωνία και να αποχωρήσει, είτε να κλιμακώσει στρατιωτικά, διακινδυνεύοντας μια μακροχρόνια σύγκρουση που θα μπορούσε να καθορίσει ολόκληρη την προεδρία του.

Παρά την έντονη διπλωματική κινητικότητα, άλλη μία εβδομάδα κοινών αμερικανο-ισραηλινών επιδρομών ολοκληρώνεται, ενώ ο Τραμπ προσπαθεί να αποτρέψει την περαιτέρω επέκταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, το Ιράν εξακολουθεί να ελέγχει τη διέλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα Στενά του Ορμούζ και συνεχίζει επιθέσεις με πυραύλους και drones σε ολόκληρη την περιοχή.

Διαβάστε: «Απειλώ και υποχωρώ» / Η στρατηγική Τραμπ δεν πείθει πλέον στον πόλεμο με το Ιράν

Το βασικό ερώτημα, σύμφωνα με αναλυτές, είναι αν ο Τραμπ θα επιλέξει να αποκλιμακώσει ή να εντείνει έναν πόλεμο που οι επικριτές χαρακτηρίζουν «πόλεμο επιλογής». Πρόκειται για μια σύγκρουση που έχει ήδη προκαλέσει σοβαρό παγκόσμιο σοκ στον ενεργειακό εφοδιασμό και έχει ξεπεράσει τα όρια της περιοχής, αναφέρει το reuters.

Ο ίδιος δηλώνει ότι επιθυμεί να αποφύγει έναν «ατέλειωτο πόλεμο» και επιδιώκει διπλωματική λύση, ωστόσο ταυτόχρονα απειλεί με σημαντική στρατιωτική κλιμάκωση σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών.

Οι διπλωματικές πρωτοβουλίες, όπως μια πρόταση 15 σημείων που διαβιβάστηκε μέσω Πακιστάν, δείχνουν αυξανόμενη πίεση για έξοδο από την κρίση. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει αβέβαιο αν υπάρχουν ρεαλιστικές πιθανότητες ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

Όπως σημειώνουν ειδικοί, η βασική δυσκολία είναι η έλλειψη σαφούς ορισμού ενός «ικανοποιητικού αποτελέσματος». Από την πλευρά του, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου υποστηρίζει ότι η εκστρατεία θα ολοκληρωθεί όταν επιτευχθούν οι στρατιωτικοί στόχοι.

Ο Τραμπ ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, αναπτύσσοντας επιπλέον δυνάμεις και προειδοποιώντας για εντατικές επιθέσεις εάν το Ιράν δεν υποχωρήσει. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης για διαπραγματεύσεις, αλλά ενέχει τον κίνδυνο βαθύτερης εμπλοκής.

Ένα πιθανό σενάριο είναι μια τελευταία μεγάλης κλίμακας αεροπορική επίθεση, μετά την οποία ο Τραμπ θα μπορούσε να ανακοινώσει επίτευξη των στόχων και αποχώρηση. Ωστόσο, χωρίς την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα παρέμενε αμφισβητήσιμος.

Κομβικό λάθος της αμερικανικής πλευράς θεωρείται η υποτίμηση της έντασης των ιρανικών αντιποίνων. Το Ιράν δεν περιορίστηκε σε επιθέσεις κατά του Ισραήλ και των γειτονικών χωρών, αλλά προχώρησε και στον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Τεχεράνη ποντάρει στην ικανότητά της να αντέξει μεγαλύτερο κόστος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους αντιπάλους της.

Παράλληλα, ο Τραμπ δείχνει σημάδια ανησυχίας, όπως η αναστολή της απειλής για καταστροφή του ιρανικού ηλεκτρικού δικτύου, δίνοντας περιθώριο στη διπλωματία. Η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε και ως προσπάθεια σταθεροποίησης των αγορών.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η πίεση αυξάνεται: ο πόλεμος είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής, ενώ η πτώση της δημοτικότητας του Τραμπ δημιουργεί ανησυχίες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Η πρόταση των ΗΠΑ περιλαμβάνει απαιτήσεις που το Ιράν θεωρεί μη ρεαλιστικές, όπως η διάλυση του πυρηνικού προγράμματος, ο περιορισμός των πυραυλικών δυνατοτήτων και η αλλαγή περιφερειακών συμμαχιών.

Η Τεχεράνη απέρριψε την πρόταση ως άδικη, χωρίς όμως να αποκλείει έμμεσες επαφές. Παρά τις δηλώσεις Τραμπ ότι το Ιράν επιδιώκει συμφωνία, η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται διατεθειμένη να συνεχίσει, εκτιμώντας ότι η επιβίωση ισοδυναμεί με νίκη.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την αντικατάσταση ηγετών που σκοτώθηκαν με πιο σκληροπυρηνικά στελέχη, καθώς και από τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στον Τραμπ λόγω προηγούμενων στρατιωτικών ενεργειών κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων.

Ταυτόχρονα, το Ισραήλ ανησυχεί για πιθανές παραχωρήσεις, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο φοβούνται ότι μια πρόωρη αποχώρηση θα τους αφήσει εκτεθειμένους.

Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να στοχεύσουν στρατηγικές εγκαταστάσεις, όπως πετρελαϊκές υποδομές ή αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου. Ωστόσο, τέτοιες ενέργειες ενέχουν τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης και αυξημένων απωλειών.

Οι σύμμαχοι στην περιοχή έχουν ήδη προειδοποιήσει κατά της ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων, φοβούμενοι νέα κύματα αντιποίνων.

Προς το παρόν, η στάση του Τραμπ παραμένει αντιφατική: από τη μία επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές και από την άλλη προβαίνει σε δηλώσεις που εντείνουν την ένταση, διατηρώντας την παγκόσμια αβεβαιότητα σε υψηλά επίπεδα.