Όταν στα τέλη Φεβρουαρίου ξεκίνησε ο πόλεμος κατά του Ιράν, ο Τραμπ πανηγύριζε. Θεωρούσε ότι ήταν ζήτημα μερικών ημερών να ανατραπεί το καθεστώς της Τεχεράνης και να αποτραπεί οριστικά η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Δεκαπέντε εβδομάδες αργότερα πάλι πανηγυρίζει με το γνωστό του ύφος, χωρίς, όμως, να πείθει. Διότι δύσκολα μπορεί να εξηγήσει γιατί χρειάστηκε να κάνει έναν πόλεμο για να καταλήξει σχεδόν στο ίδιο σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει για να μην πω και χειρότερα για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Για τον απλούστατο λόγο ότι η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να παραμένει όρθια. Διαπραγματεύτηκε από θέση ισχύος, παραπέμπεται σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις το πυρηνικό της πρόγραμμα και ό,τι σχετίζεται με αυτό, εξασφάλισε σημαντικά ανταλλάγματα και ενίσχυσε τη συσπείρωση της κοινωνίας γύρω από την ηγεσία της.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποίησε η Τεχεράνη, προβλέπεται σταδιακή άρση κυρώσεων, αποδέσμευση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων ύψους 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων και προγράμματα οικονομικής ανοικοδόμησης που θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αν επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις, τότε το Ιράν όχι μόνο δεν ηττήθηκε, αλλά εξέρχεται από τον πόλεμο με σοβαρές οικονομικές προοπτικές και με δυνατότητα να ανακτήσει μεγάλο μέρος των χαμένων πόρων του.
Ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι από την ατζέντα έχουν αφαιρεθεί τα δύο θέματα που εδώ και χρόνια αποτελούσαν βασική απαίτηση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ: το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και η υποστήριξη προς οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι. Η εξαίρεσή τους σημαίνει ότι οι σημαντικότεροι μοχλοί περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης παραμένουν ανέγγιχτοι.
Διαβάστε: ΗΠΑ – Ιράν / Τα βασικά σημεία της συμφωνίας και οι διαφωνίες
Από την άλλη πλευρά, η ένοπλη σύγκρουση προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου διεθνή γεωπολιτική αναταραχή. Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η παγκόσμια ναυσιπλοϊα απειλήθηκε όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν στα ύψη, ο κόσμος ένιωσε ανασφαλής για να μην αναφερθώ στις απώλειες αμάχων από τους εκατέρωθεν βομβαρδισμούς, στο τεράστιο οικονομικό κόστος που επωμίστηκαν οι οικονομίες των εμπλεκόμενων χωρών και στην καταρράκωση του Διεθνούς Δικαίου.
Και το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: άξιζε τον κόπο ακόμη και για τον Τραμπ ή/και τον Νετανιάχου αυτός ο πόλεμος που τελείωσε χωρίς να έχουν επιτευχθεί οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι για τους οποίους υποτίθεται ότι έγινε;
Ο αμερικανός πρόεδρος δεν κέρδισε τον πόλεμο. Αντιθέτως, η συμφωνία αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Αποδείχθηκε, δηλαδή, για ακόμη μια φορά ότι στους μεταμοντέρνους πόλεμους η στρατιωτική ισχύς μιας υπερδύναμης δεν αρκεί για να πετύχει τους στόχους της, ότι δεν είναι αρκετή -και αυτό καταγράφεται για πρώτη ίσως φορά- ούτε η φαινομενική κυριαρχία στο πεδίο των πληροφοριών.
Ο Τραμπ, κοντολογίς, ηττήθηκε εξαιτίας της αλαζονείας του. Ουδέποτε η πλειοψηφία της διεθνούς και ιδιαίτερα της αμερικανικής κοινής γνώμης υποστήριξε αυτόν τον πόλεμο. Πόσο μάλλον όταν οι τιμές των καυσίμων άρχισαν να ανεβαίνουν λίγους μήνες πριν τις κρίσιμες εκλογές στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία.
Αν για τον αμερικανό πρόεδρο ο πόλεμος κατά του Ιράν είναι το Βατερλώ της στρατηγικής του στη Μέση Ανατολή, πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα για την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Διαβάστε: Τραμπ / Ο Νετανιάχου δεν έχει καθόλου κρίση, του το έκανα σαφές – Σύντομα η συμφωνία με το Ιράν
Ο πόλεμος που έπρεπε να ανατρέψει το Ιράν, τελικά απομόνωσε το Ισραήλ. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επενδύσει πολιτικά και στρατηγικά σε αυτή τη σύγκρουση. Υποστήριξε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία για την οριστική εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής.
Αντί γι’ αυτό, βλέπει σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες να διαπραγματεύονται απευθείας με την Τεχεράνη, ενώ πολλές από τις ισραηλινές επιδιώξεις δεν περιλαμβάνονται καν στο πλαίσιο των συνομιλιών. Δεν είναι τυχαίο ότι πληροφορίες από αμερικανικά και ισραηλινά μέσα μιλούν για σοβαρές τριβές μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου.
Και σα να μην έφτανε αυτό, οι χώρες του Κόλπου δεν επιδιώκουν πλέον να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ χωρίς να υπάρξει πρόοδος στο Παλαιστινιακό και αναζητούν άλλους συμμάχους μακριά από τη Δύση. Όπως επισημαίνουν πολιτικοί παρατηρητές, ο Νετανιάχου αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης «συστημικής νόσου» του ισραηλινού πολιτικού συστήματος, το οποίο δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια διπλωματική λύση για την ειρήνη.
Έτσι, όμως, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η ανασφάλεια οδηγεί σε περισσότερη στρατιωτική δράση, η στρατιωτική δράση παράγει νέες απειλές και οι νέες απειλές χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα για ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση.
Τελικά αυτός ο πόλεμος κατά του Ιράν τελείωσε χωρίς νίκη και κατέληξε σε μια ειρήνη χωρίς να δώσει λύσεις. Κανείς δεν κέρδισε, αλλά τον πλήρωσε όλος ο κόσμος.
*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Η αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή», εκδ. Παπαζήση.
