Εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου στο Ιράν, η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου μετά τη διαταραχή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι διαμορφώνεται μια παράλληλη κρίση — μια σοβαρή απειλή για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, λόγω της επικείμενης έλλειψης λιπασμάτων, τα οποία είναι απαραίτητα για την παραγωγή τροφίμων.

Στις 2 Μαρτίου, ο Εμπραχίμ Τζαμπαρί, ανώτερος σύμβουλος του αρχηγού των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC), ανακοίνωσε ότι τα Στενά του Ορμούζ — μέσω των οποίων διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου — «έχουν κλείσει», μια κίνηση που εκτόξευσε τις τιμές του πετρελαίου.

Σχεδόν το μισό της παγκόσμιας εμπορίας ουρίας — του πιο διαδεδομένου λιπάσματος — καθώς και μεγάλες ποσότητες άλλων λιπασμάτων εξάγονται από χώρες του Κόλπου μέσω των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που καθιστά τη γεωργία ιδιαίτερα ευάλωτη σύμφωνα με ρεπορτάζ του aljazeera.

Οι πρόσφατες διαταραχές στην παροχή φυσικού αερίου και στη ναυτιλία έχουν ήδη αναγκάσει εργοστάσια λιπασμάτων — που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για την παραγωγή στον Κόλπο και αλλού να αναστείλουν ή να μειώσουν τη λειτουργία τους.

Μετά τις επιθέσεις στις εγκαταστάσεις LNG, η κρατική ενεργειακή εταιρεία του Κατάρ, QatarEnergy, σταμάτησε την παραγωγή στο μεγαλύτερο εργοστάσιο ουρίας στον κόσμο, αφού διακόπηκε η παροχή φυσικού αερίου.

Καθώς η παραγωγή LNG από το Κατάρ μειώθηκε, η Ινδία περιόρισε την παραγωγή σε τρία δικά της εργοστάσια ουρίας, ενώ το Μπανγκλαντές έκλεισε τέσσερα από τα πέντε εργοστάσια λιπασμάτων του.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη κοντά σε έλλειμμα λιπασμάτων της τάξης του 25% για αυτή την περίοδο του έτους.

Επιπλέον, οι τιμές εξαγωγής ουρίας από τη Μέση Ανατολή έχουν αυξηθεί περίπου κατά 40%. Η τιμή είναι πλέον σχεδόν 60% υψηλότερη σε σχέση με πέρυσι.

Σύμφωνα με την εταιρεία Signal Group, το 20% των λιπασμάτων παγκοσμίως προέρχεται από τον Κόλπο, ενώ το 46% της παγκόσμιας παραγωγής ουρίας προέρχεται από την ίδια περιοχή.

Η Qatar Fertiliser Company (QAFCO), που θεωρείται ο μεγαλύτερος προμηθευτής ουρίας στον κόσμο, καλύπτει μόνη της το 14% της παγκόσμιας παραγωγής.

Ανάλυση της εταιρείας Kpler δείχνει ότι έως και το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων θα μπορούσε να διαταραχθεί αν συνεχιστεί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ — μόνο λίγα πλοία με σημαία Ινδίας, Πακιστάν και Κίνας έχουν καταφέρει να περάσουν με ασφάλεια τις τελευταίες ημέρες.

Σύμφωνα με τον αναλυτή της Morningstar, Seth Goldstein, οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων θα μπορούσαν σχεδόν να διπλασιαστούν, ενώ οι τιμές των φωσφορικών ενδέχεται να αυξηθούν κατά περίπου 50%.

Το 2024, οι ασιατικές χώρες ήταν οι πιο εξαρτημένες από τις εξαγωγές λιπασμάτων του Κόλπου, λαμβάνοντας το 35% των εξαγωγών ουρίας, το 53% του θείου και το 64% της αμμωνίας.

Οι εξαγωγές αυτές είναι κρίσιμες για βασικές αγροτικές οικονομίες όπως η Ινδία, η Βραζιλία και η Κίνα, ενώ σημαντικές ποσότητες κατευθύνονται επίσης στο Μαρόκο, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Ινδονησία.

Η Ινδία εξαρτάται ιδιαίτερα από τη Μέση Ανατολή, καθώς προμηθεύεται πάνω από το 40% των λιπασμάτων ουρίας και φωσφορικών από την περιοχή.

Αντίστοιχα, η Βραζιλία βασίζεται σχεδόν πλήρως στις εισαγωγές για την κάλυψη των αναγκών της σε λιπάσματα, με σχεδόν τα μισά να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα αρνητική, καθώς η διαταραχή συμπίπτει με την περίοδο σποράς (ή ανοιξιάτικης καλλιέργειας), που διαρκεί από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τις αρχές Μαΐου στο βόρειο ημισφαίριο.

Στη σύγχρονη γεωργία, τα λιπάσματα είναι απαραίτητα για σχεδόν κάθε καλλιέργεια, αν οι παραγωγοί θέλουν υψηλές αποδόσεις. Ωστόσο, διαφορετικές καλλιέργειες απαιτούν διαφορετικούς τύπους και ποσότητες λιπασμάτων.

Ο κόσμος αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα όταν η Ευρώπη αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή της λόγω της απώλειας πρόσβασης σε φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, μετά την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.

Πολλοί από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς λιπασμάτων του Κόλπου – Ινδία, Βραζιλία και Κίνα – είναι επίσης από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τροφίμων παγκοσμίως.

Η Ινδία είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ρυζιού, σιταριού, οσπρίων και φρούτων. Το 2024, το ινδικό ρύζι αντιπροσώπευε περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών ρυζιού.

Η Βραζιλία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των παγκόσμιων εξαγωγών σόγιας, ενώ εξάγει επίσης ζάχαρη και καλαμπόκι. Η Κίνα είναι σημαντικός παραγωγός τσαγιού και άλλων γεωργικών προϊόντων όπως σκόρδα και μανιτάρια.

Επομένως, η παρατεταμένη έλλειψη λιπασμάτων και η αύξηση των τιμών τους θα μπορούσαν να αναγκάσουν ορισμένους αγρότες να σταματήσουν να χρησιμοποιούν λιπάσματα, μειώνοντας τις αποδόσεις των καλλιεργειών τους.

Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την επισιτιστική ασφάλεια παγκοσμίως. Η μείωση των αποδόσεων βασικών καλλιεργειών όπως ρύζι, σιτάρι, καλαμπόκι και σόγια, θα περιορίσει την παγκόσμια προσφορά, αυξάνοντας πιθανώς τις τιμές τροφίμων και δημιουργώντας τοπικές ελλείψεις, ειδικά σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές.