Του Πολύβιου Κανέ,
Όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια και τα μαλλιά άσπρισαν και οι ρυτίδες χαράκωσαν το πρόσωπο σαν οργωμένο χωράφι, αυτή η συγκίνηση, αυτό το σαρωτικό κύμα που έρχεται από τα σπλάχνα στο άκουσμα του Ύμνου παραμένει τόσο εμφατικά κατακλυσμιαίο. Το μοιρολόι της μάνας, ο οδυρμός της Παναγιάς, ο πόνος της γυναίκας από τον θάνατο του σπλάχνου της, η αδυναμία να αποτρέψεις το μοιραίο, όλα αυτά και πάντα μαζί με το δέος που αποπνέει η σκηνή, συνιστούν μία μοναδική στιγμή. Μία στιγμή που από μικρό παιδάκι την έχουμε ενσωματώσει. Τι και αν αργότερα κάποιοι προτίμησαν το αριστερό αφήγημα και κάποιοι τη συντηρητική εκδοχή. Τι και αν τα πάθη των ανθρώπων επέβαλαν τον νόμο του αίματος. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, αυτό που κάπου βαθιά στην ψυχή έχει λουφάξει, έρχεται στην επιφάνεια. Ο Γλυκύ μου Έαρ, ψέλνουν γύρω γνωστοί και άγνωστοι. Και όλοι με υγρά τα μάτια και ένα φτερούγισμα στην καρδιά, για λίγα μόλις λεπτά, βιώνουν ένα μικρό, ένα τόσο δα θαύμα. Δεν θα διαρκέσει πολύ.
Στην ανίχνευση αυτής της περπατησιάς του Θείου στην ιστορία των ανθρώπων, είναι εντυπωσιακό πώς δύο ιερά τέρατα της ελληνικής Αριστεράς ύμνησαν τον πόνο της Μάνας καταθέτοντας ανεξίτηλο στίγμα. Ο ένας, ο Βάρναλης και ο άλλος ο Ρίτσος. Ο πρώτος με το ποίημα «Η μάνα του Χριστού και ο δεύτερος με τον «Επιτάφιο». Οι στίχοι διαπερνούν την ψυχή και συνδέουν τα αυτονόητα. Τον πόνο της απώλειας, αλλά και την έννοια του χρέους. Οι μανάδες όσων χάθηκαν υπηρετώντας την έννοια του χρέους απέναντι στην ανθρώπινη ζωή, ξέρουν πως ο πόνος παραμένει το ίδιο ανυπόφορος, αλλά η θυσία ήταν απολύτως δικαιολογημένη και καλοδεχούμενη.
Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι, ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες! Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα, των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφανκι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα, νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει (ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει) σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!
Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι… νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ, το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Και παρακάτω:
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σούστα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις! Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!) δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη… Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθηκι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ’ρθει το δείλι, το σταυρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου κι οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα, σα ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»! Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα! Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!
Ο άλλος που ήταν δεμένος με χέρια και με πόδια πάνω στον βράχο της Μονεμβασιάς μοιρολογά για τις μέρες του 1936 πάνω εκεί στη Σαλονίκη:
Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου,
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα.
Αιώνες πριν και από τους δύο κάποιος άλλος σφράγιζε σε ένα Ύμνο, το Θείο Πάθος, τον απόλυτο πόνο, την ελπίδα, αλλά και τη φρεσκάδα της Άνοιξης. Το απόλυτο μοιρολόι έμελλε να κερδίσει τις ψυχές μας και λειτουργεί έκτοτε ως μία στιγμιαία μετάνοια, μία στιγμιαία εξομολόγηση, σαν μία στιγμιαία συγνώμη.
Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.
Αλλά ίσως μία από τις αυθεντικότερες εκδοχές μοιρολογιού από τα Μάνα είναι το δημοτικό τραγούδι «Σήμερα Μαύρος Ουρανός»:
