website analysis Μαξίμου / «Πόλεμος» με Βενιζέλο με επίκεντρο τη Συνταγματική Αναθεώρηση – Epikairo.gr

«Μέτωπο» με τον Ευάγγελο Βενιζέλο φαίνεται πως ανοίγει η κυβέρνηση, με τον Παύλο Μαρινάκη να αφήνει αιχμές κατά του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ για όσα έγραψε στην «Καθημερινή της Κυριακής» περί «αναθεωρητικού λαϊκισμού» με αφορμή την έναρξη της διαδικασίας της αναθεώρησης του Συντάγματος.

Την απάντηση εκ μέρους του Μαξίμου επιχείρησε να δώσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτκών συντακτών.

Διαβάστε επίσης: Συνταγματική Αναθεώρηση / Ο Βενιζέλος «κόβει ορέξεις» στο δεξιόστροφο ΠΑΣΟΚ, ο Μητσοτάκης στήνει παγίδα συναίνεσης

«Δεν διακρίνω κανέναν συνταγματικό λαϊκισμό. Αντιθέτως, βλέπω μια κυβέρνηση που δρομολογεί μια κορυφαία θεσμική διαδικασία, θέτοντας στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα που θα έπρεπε να είχαν συζητηθεί εδώ και δεκαετίες», ανέφερε αρχικά ο Π. Μαρινάκης.

«Ο κ. Βενιζέλος ήταν εκείνος που εισηγήθηκε το άρθρο 86, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήδη από το 2006 ζητούσε την αναθεώρησή του», πρόσθεσε με έμφαση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Στη συνέχεια, υπενθύμισε ότι το 2001 εντάχθηκε στο Σύνταγμα –με εισηγητή τον κ. Βενιζέλο– η πρόβλεψη του «αμελλητί», δηλαδή η άμεση διακοπή κάθε έρευνας μόλις εμπλέκεται όνομα κυβερνητικού στελέχους. Παράλληλα, θεσπίστηκαν η διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης και η αποσβεστική προθεσμία, η οποία μετατέθηκε στη δεύτερη σύνοδο της Βουλής, δηλαδή ουσιαστικά δύο χρόνια μετά τις εκλογές.

Όπως σημείωσε, το 2006 ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μόλις δύο χρόνια τότε βουλευτής, συγκέντρωνε υπογραφές για την αλλαγή του άρθρου 86. Μεταξύ των οκτώ που υπέγραψαν ήταν και ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κώστας Τασούλας. Ωστόσο, οι υπογραφές δεν έφτασαν τις 50 που απαιτούνταν, με αποτέλεσμα η αναθεώρηση να μην προχωρήσει.

Ο Π. Μαρινάκης χαρακτήρισε «οξύμωρο» το γεγονός ότι ο εμπνευστής του «αμελλητί», της προκαταρκτικής εξέτασης και της αποσβεστικής προθεσμίας κατηγορεί σήμερα την κυβέρνηση, η οποία έχει επικεφαλής πολιτικό που από το 2006 ζητούσε την αλλαγή του άρθρου 86 και επί των ημερών του καταργήθηκε η αποσβεστική προθεσμία.

«Οι κατηγορίες περί λαϊκισμού δεν έχουν καμία ουσιαστική σημασία για την κοινωνία. Έφτασε η στιγμή να αλλάξει το άρθρο 86», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι τα κόμματα θα κριθούν για τη στάση τους.

Τόνισε ακόμη ότι στο τέλος θα αξιολογηθεί ξεκάθαρα η θέση του καθενός, χωρίς «ναι» ή «όχι» με αστερίσκους. Στην πρώτη Βουλή, εξήγησε, θα τεθούν συγκεκριμένα άρθρα προς αναθεώρηση και, ακόμη κι αν χαρακτηριστούν αναθεωρητέα με πλειοψηφία άνω των 151 βουλευτών, κάθε κόμμα θα έχει δηλώσει καθαρά τη θέση του.

Κλείνοντας, επισήμανε ότι σήμερα στη Βουλή υπάρχουν δύο κόμματα που επιδεικνύουν θεσμική συνέπεια και σοβαρότητα, παρά τις διαφορές τους: η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Όπως ανέφερε, με βάση τη λαϊκή ψήφο, τα δύο αυτά κόμματα διαθέτουν συνολικά περισσότερους από 180 βουλευτές.

Στο άρθρο του με τίτλο «Η παγίδα του αναθεωρητικού λαϊκισμού», ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τονίζει ότι θα ήταν «επικίνδυνο και επιζήμιο για τους θεσμούς να επιτραπεί η μετατροπή της αναθεώρησης σε παγίδα συνταγματικού λαϊκισμού».

Όπως επισημαίνει, απαιτείται μια ευρεία, συλλογική και ισχυρά υποστηριζόμενη προσπάθεια, ώστε ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση να αποτελέσει άσκηση θεσμικής αυτογνωσίας και να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής.

Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και γενικός εισηγητής της αναθεώρησης του 2001 προειδοποιεί για τους κινδύνους του «αναθεωρητικού λαϊκισμού», υπογραμμίζοντας ότι στη σύγχρονη εποχή το εθνικό Σύνταγμα δεν δρα αποκομμένα, αλλά εντάσσεται σε ένα σύνθετο σύστημα εθνικού, διεθνούς και ενωσιακού δικαστικού ελέγχου, υπό τη συνεχή εποπτεία θεσμών όπως το ΕΔΔΑ, το ΔΕΕ και η Επιτροπή της Βενετίας.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα θεσμικά ζητήματα που προκύπτουν όταν μεταβάλλεται η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης Βουλής, επισημαίνοντας ότι η πιο αξιόπιστη εγγύηση σε αυτή την περίπτωση είναι η πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας 180 βουλευτών στη δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή.

Στο ίδιο πνεύμα, σχολιάζοντας τη λογική του αναθεωρητικού λαϊκισμού, αναφέρει ότι, με το επιχείρημα των δυσλειτουργιών στη δημόσια διοίκηση, ο πρωθυπουργός προτείνει ως καινοτομία την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, παρότι το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει την απόλυσή τους σε περιπτώσεις ανεπάρκειας ή παραβατικής συμπεριφοράς. Ρητορικά, διερωτάται γιατί, εφόσον υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στη Δικαιοσύνη, η κυβέρνηση δεν εισηγείται την ακόμη πιο «ριζοσπαστική» κατάργηση της ισοβιότητας των δικαστών, ώστε να ξεπεραστούν μονομιάς ακόμη και οι πρακτικές του κ. Όρμπαν και να κινητοποιηθούν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης.