- Πίσω από το success story των ελληνικών συστημικών τραπεζών φαίνεται να κρύβονται σημαντικές αδυναμίες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA). Παρά την εικόνα επιστροφής στην κανονικότητα και υψηλής κερδοφορίας που παρουσιάζουν οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες της χώρας, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου τις κατατάσσουν στις πιο ευάλωτες τραπεζικές αγορές της Ευρωζώνης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο δείκτης CET1, ο οποίος στις ελληνικές συστημικές τράπεζες διαμορφώνεται στο 15,22%, αρκετά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που φτάνει το 18,6%. Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει το επίπεδο των βασικών κεφαλαίων που διαθέτει μια τράπεζα για να απορροφήσει πιθανές ζημιές σε περίπτωση οικονομικού σοκ.
Το «κρυφό» πρόβλημα στα κεφάλαια
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη η σύνθεση των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, περίπου το 44% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων τους συνδέεται με αναβαλλόμενη φορολογία (DTC), έναντι πρακτικά αμελητέου ποσοστού στις υπόλοιπες τράπεζες της Ευρωζώνης.
Πρόκειται για ποσά που προέρχονται από φορολογικές απαιτήσεις οι οποίες μπορούν να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη. Η δυνατότητα αυτή θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης και μετά τις μεγάλες απώλειες που υπέστησαν οι τράπεζες από το PSI.
Έτσι, ένα ποσό περίπου 11,5-12 δισ. ευρώ υπολογίζεται στα εποπτικά κεφάλαια των συστημικών τραπεζών. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η πραγματική κεφαλαιακή τους ισχύς θα ήταν αντίστοιχη εάν δεν υπήρχε αυτή η λογιστική συνιστώσα.
Τα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν πληγή
Αδυναμίες εμφανίζονται και στην ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 2,64%, έναντι 1,82% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, ο δείκτης των ρυθμισμένων δανείων βρίσκεται στο 2%, υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 1,37%, γεγονός που καταδεικνύει ότι σημαντικός αριθμός δανειοληπτών εξακολουθεί να χρειάζεται ρυθμίσεις για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών του.
Την ίδια στιγμή, η κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω προβλέψεων ανέρχεται σε 37,6%, χαμηλότερα από το 41,28% που καταγράφεται κατά μέσο όρο στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν μικρότερο περιθώριο προστασίας απέναντι σε πιθανή νέα επιδείνωση της ποιότητας των δανείων.
Τα δάνεια έφυγαν από τους ισολογισμούς, όχι από την οικονομία
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η μείωση των «κόκκινων» δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα εξαφανίστηκε. Μεγάλο μέρος τους μεταφέρθηκε σε funds και εταιρείες διαχείρισης, μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» και με τη χρήση κρατικών εγγυήσεων.
Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες εμφανίζουν σήμερα σαφώς βελτιωμένους ισολογισμούς, όμως τα προβληματικά δάνεια εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομία και τα νοικοκυριά. Το συνολικό ύψος τους εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 80 δισ. ευρώ.
Έτσι, πίσω από την εικόνα της τραπεζικής «εξυγίανσης» παραμένει ένα σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό ζήτημα, ενώ οι δείκτες της EBA δημιουργούν ερωτήματα για το πόσο ανθεκτικό είναι τελικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα απέναντι σε μια νέα περίοδο οικονομικών πιέσεωνω
