Φτάνω στις 15:30 στα «Επείγοντα» του Νοσοκομείου «Γεννηματάς», έχοντας επί 48 ώρες επίμονο ίλιγγο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή έχει κορυφωθεί σε αφόρητο βαθμό και με δυσκολεύει ακόμη και να σταθώ όρθια. Μετά από μισή ώρα μου δίνουν τον αριθμό 199, ενώ στη οθόνη εμφανίζεται ότι εξυπηρετείται το 102. Μετά από δύο ώρες γίνεται η διαλογή και κατευθύνομαι στη Νευρολογική Κλινική. Αναζητώ, ανεπιτυχώς, ένα κάθισμα, ενώ ο ίλιγγος με εμποδίζει να σταθώ όρθια και η κακουχία απλώνει το πέπλο θολούρας πάνω μου.
Παρ’ όλα αυτά, νοιώθω ανακουφισμένη: έχω φτάσει πολύ κοντά στον γιατρό που θα με φροντίσει. Η αίσθηση αυτή ακυρώνεται από έναν καυγά που εξελίσσεται σε χειροδικία μεταξύ ενός ηλικιωμένου συνοδού ασθενούς και ενός νεαρού ασθενή με ορό στο χέρι. Αιτία, η επιμονή του συνοδού να μην αποχωρήσει από τον χώρο αναμονής των κλινικών, αρνούμενος να εγκαταλείψει τον ασθενή του.
Παρεμβαίνουν οι επιτηρητές των χώρων, κάποιοι με περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού, κάποιοι σεκιούριτι ιδιωτικών εταιρειών και κάποιοι άλλοι αγνώστου προελεύσεως. Η ησυχία αποκαθίσταται. Εν τω μεταξύ, έχει βρεθεί κάθισμα και η αναμονή συνεχίζεται για ακόμη… οκτώ ώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το περιστατικό είχε χαρακτηριστεί κατά τη διαλογή ως «αρκετά επείγον» (με σήμανση πορτοκαλί), δηλαδή μία βαθμίδα κάτω από το «πολύ επείγον» (κόκκινο), με τρεις ακόμη κατηγορίες χαμηλότερης βαρύτητας να ακολουθούν.
Αποχωρώ στις 11:45, στα όρια της πλήρους εξουθένωσης, χωρίς τελικά να δω το γιατρό.
Παρόμοια, αν όχι ίδια, εμπειρία θα μπορούσαν να περιγράψουν δεκάδες άνθρωποι που μπαινόβγαιναν εκείνο το απόγευμα στα «Επείγοντα» του Νοσοκομείου «Γεννηματάς». Παρόμοια, αν όχι ίδια, εμπειρία θα μπορούσαν να περιγράψουν πολλές ακόμη δεκάδες άνθρωποι που περνούν καθημερινά από τα «Επείγοντα» των δημόσιων νοσοκομείων.
Διαβάστε: Νοσοκομείο «Γεννηματάς» / Καταγγελία για διασωληνωμένους ασθενείς που περίμεναν σε φορείο επί ώρες
Δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: πού μας οδηγεί, ως κοινωνία, αυτή η κατάσταση; Η απάντηση είναι πολυσήμαντη και σίγουρα δεν είναι αισιόδοξη. Όταν η αναμονή των εννέα και δέκα ωρών γίνεται κανόνας, όταν η εύρεση ενός καθίσματος μοιάζει με μικρή νίκη και όταν η πρόσβαση στον γιατρό συνοδεύεται από εξάντληση, ένταση και περιστατικά βίας, τότε δεν μιλάμε απλώς για δυσλειτουργία. Μιλάμε για ένα σύστημα που όχι μόνο δεν φροντίζει τους ανθρώπους, αλλά και τους περιφρονεί. Διότι τα «Επείγοντα» δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος, δεν είναι κάτι σαν συνεργείο αυτοκινήτων. Είναι το σημείο όπου συναντιούνται ο ανθρώπινος φόβος, η αγωνία και η ευαλωτότητα. Εκεί δοκιμάζεται στην πράξη το δικαίωμα και η ισότητα των πολιτών απέναντι στην υγεία. Και όταν αυτή η δοκιμασία αποτυγχάνει, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η αξιοπρέπεια δεν είναι έννοια αυτονόητη και εξασφαλισμένη για όλους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακραίες εντάσεις δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά αναμενόμενη συνέπεια. Οι άνθρωποι φτάνουν εξαντλημένοι, αγχωμένοι, πονώντας, και καλούνται να περιμένουν για ώρες σε συνθήκες που δοκιμάζουν τα όριά τους. Ο καυγάς, η ένταση, ακόμη και η χειροδικία, δεν είναι απλώς «περιστατικά». Είναι εκτονώσεις πίεσης μέσα σε ένα σύστημα που δεν λειτουργεί.
Διαβάστε: ΕΛΣΤΑΤ / Η δημόσια υγεία γίνεται σταδιακά ιδιωτική – Υπερεπάρκεια γιατρών στην χώρα, υποστελέχωση στο ΕΣΥ
Την ίδια στιγμή, το υπάρχον ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό προσπαθεί να ανταποκριθεί σε συνθήκες υπερφόρτωσης. Η προσπάθεια αυτή είναι καθημερινή και επίπονη, αλλά εξαρχής δεν αρκεί για να καλύψει τα δομικά κενά. Και τότε, σχεδόν αθόρυβα, διαμορφώνεται μια δεύτερη πραγματικότητα: η στροφή προς την «ιδιωτική υγεία». Όχι ως επιλογή άνεσης, αλλά ως επιλογή διαφυγής και επιβίωσης. Όσοι μπορούν να το αντέξουν οικονομικά, αποφεύγουν την πολύωρη αναμονή, την αβεβαιότητα, την ένταση. Υποχρεώνονται να αγοράσουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: χρόνο και αξιοπρέπεια. Για αυτούς υπάρχει μια διέξοδος. Για τους υπόλοιπους; Για εκείνους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, η εμπειρία των «Επειγόντων» δεν είναι απλώς ταλαιπωρία. Είναι μαρτυρικός μονόδρομος.
Το κείμενο αυτό γράφεται από έναν πολίτη που στάθηκε -μέσα σε όλα- τυχερός. Τυχερός γιατί τα τελευταία 25 χρόνια είχε δουλειά. Τυχερός γιατί είναι ασφαλισμένος. Και όμως, ακόμη κι έτσι, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εμπειρία που δοκιμάζει τα όρια της αντοχής και της αξιοπρέπειας. Και εύλογα αναρωτιέμαι: τι συμβαίνει σε όσους δεν στάθηκαν το ίδιο «τυχεροί»;
Μαρία Δημητροπούλου
Οι δύο φωτογραφίες τραβήχτηκαν κατά τη διάρκεια της αναμονής μου.
