Υπάρχουν σκηνές από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που πολλοί από εμάς μπορούμε να απαγγείλουμε σχεδόν απέξω. Ατάκες που λέγονται στο τραπέζι της Κυριακής, σε μια παρέα, που επιστρέφουν στο μυαλό μας κάθε φορά που βλέπουμε μια παλιά ταινία στην τηλεόραση. Οι κωμωδίες της δεκαετίας του ’50 και του ’60 είναι κομμάτι μιας συλλογικής μνήμης. Είναι τα πρόσωπα των ηθοποιών που μεγάλωσαν γενιές θεατών, το χιούμορ μιας εποχής, οι ρυθμοί μιας κοινωνίας που άλλαζε γρήγορα αλλά κρατούσε ακόμη πολλές από τις παλιές της συνήθειες. Ταυτόχρονα, όμως, όποιος τις ξαναδεί σήμερα με λίγο πιο προσεκτικό βλέμμα θα παρατηρήσει και κάτι ακόμη: σκηνές που κάποτε περνούσαν απαρατήρητες ή θεωρούνταν απλώς αστείες, σήμερα μπορεί να προκαλούν κάποια αμηχανία. Οχι επειδή οι ταινίες αυτές έχουν πάψει να είναι αγαπημένες, αλλά επειδή ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε το παρελθόν έχει αλλάξει. Και μαζί του έχουν αλλάξει και τα φίλτρα μέσα από τα οποία διαβάζουμε την τέχνη.
Η γλώσσα της εποχής
Αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε όταν μιλάμε για παλιά έργα. Η τέχνη δεν δημιουργείται σε κενό. Ανήκει σε μια εποχή, σε μια κοινωνία, σε ένα σύστημα αξιών. Οταν βλέπουμε μια ταινία του 1960, δεν βλέπουμε μόνο την ιστορία της· βλέπουμε και το πώς σκεφτόταν τότε η κοινωνία που τη γέννησε. Το χιούμορ, οι χαρακτήρες, ακόμη και τα στερεότυπα είναι μέρος αυτής της ιστορικής στιγμής.
Ανοίγεις τυχαία μια παλιά ταινία στο YouTube και νιώθεις σαν να ταξιδεύεις σε μια άλλη χώρα. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη τρέχει πανικόβλητη γιατί τόλμησε να βγει μόνη της στο κέντρο χωρίς συνοδό. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δίνει «πατρικές συμβουλές» στη γυναίκα του με τρόπο που σήμερα θα έκανε το Διαδίκτυο να πάρει φωτιά. Και το κοινό της εποχής; Χειροκροτούσε. Οχι από κακία. Από αθωότητα.
Ακριβώς εδώ εμφανίζεται και η απόσταση που νιώθουν συχνά οι νεότεροι θεατές. Μια γενιά που μεγάλωσε σε ένα διαφορετικό αξιακό περιβάλλον -με μεγαλύτερη ευαισθησία σε ζητήματα φύλου, φυλής ή εξουσίας- είναι λογικό να μη βλέπει τις ίδιες σκηνές με τον ίδιο τρόπο. Εκεί που οι μεγαλύτεροι θυμούνται μια αγαπημένη κωμωδία, οι νεότεροι μπορεί να βλέπουν κάτι που τους φαίνεται απλώς παράξενο ή και προβληματικό.
Το χάσμα αυτό είναι μάλλον αναπόφευκτο. Κάθε εποχή διαβάζει το παρελθόν μέσα από τα δικά της μάτια. Το δύσκολο είναι να μπορέσουμε να κρατήσουμε και τα δύο: να καταλάβουμε ότι οι αξίες αλλάζουν, αλλά και να θυμόμαστε ότι οι ταινίες του παρελθόντος μιλούν τη γλώσσα της εποχής τους. Και ο ελληνικός κινηματογράφος των δεκαετιών του ’50 και του ’60 μιλούσε πολύ καθαρά αυτή τη γλώσσα.
Στις ταινίες της Φίνος Φιλμ, για παράδειγμα, η «επανάσταση» κρατούσε ακριβώς όσο και η διάρκεια της ταινίας. Η πρωταγωνίστρια μπορεί να ήθελε λίγο περισσότερη ελευθερία, να αντιδρούσε στην οικογένεια, να φορούσε μίνι ή να ονειρευόταν μια πιο ανεξάρτητη ζωή. Ωστόσο στο τέλος -πάντα στο τέλος- η ιστορία επέστρεφε στην τάξη: στον γάμο, στην οικογένεια, στη συμφιλίωση με το καθιερωμένο.
Τα χαστούκια
Η ταινία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» του Αλέκου Σακελλάριου είναι από τις πιο αγαπημένες του ελληνικού σινεμά. Η ιστορία της Αλίκης Βουγιουκλάκη ως σκανταλιάρας μαθήτριας και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ ως αυστηρού καθηγητή έχει χαρίσει αμέτρητες ατάκες που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας. Κι όμως, μέσα στην ταινία υπάρχει μια σκηνή που σήμερα δύσκολα περνά απαρατήρητη: η περίφημη «εκπαιδευτική» καταιγίδα από χαστούκια στους διαδρόμους του σχολείου. Τότε ήταν ένα υπερβολικό κωμικό εύρημα. Σήμερα πολλοί θεατές την παρακολουθούν με διαφορετικό βλέμμα.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την κωμωδία «Τον αράπη κι αν τον πλένεις». Η ίδια η παροιμία που δίνει τον τίτλο στην ταινία θα ακουγόταν σήμερα δύσκολα σε δημόσια συζήτηση χωρίς να προκαλέσει αντιδράσεις. Στην εποχή της, όμως, ήταν μέρος της καθημερινής γλώσσας και της λαϊκής κουλτούρας. Το ίδιο και οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται μέσα από το φίλτρο της κωμωδίας, συχνά με υπερβολές που τότε θεωρούνταν απλώς ένα ακόμη στοιχείο της φαρσικής παράδοσης.
Και βέβαια, υπάρχει και ο αξέχαστος Φίφης. Ο χαρακτήρας που έγινε σχεδόν συνώνυμο του γκέι, στο περιθώριο της ανδροπρεπούς φιγούρας που κυριαρχούσε στο σινεμά εκείνης της εποχής. Κι όμως, για το κοινό της δεκαετίας του ’60 ήταν απλώς ένας ακόμη κωμικός τύπος μέσα στο πολύχρωμο σύμπαν της ελληνικής φαρσοκωμωδίας.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των ταινιών. Δεν ήταν συντηρητικές από ιδεολογία. Δεν είχαν κάποια στρατηγική να υπερασπιστούν ένα σύστημα αξιών. Ηταν απλώς της εποχής τους. Προϊόντα μιας Ελλάδας που ισορροπούσε ανάμεσα στη Δύση και την παράδοση, ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τις παλιές κοινωνικές δομές.
Woke agenda Vs παλιoύ ελληνικού κινηματογράφου
«Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο»
To 1959 κυκλοφορεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου, «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο», σε σενάριο και σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, μουσική Μάνου Χατζιδάκι και με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στην ταινία βλέπουμε πώς ένας νεαρός καθηγητής προσπαθεί να «συμμορφώσει» τα κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα ενός ιδιωτικού σχολείου. Το χαστούκι του καθηγητή Πάνου Φλωρά στη Λίζα Παπασταύρου, αλλά και όσα ακολούθησαν σε άλλες μαθήτριες από τους υπόλοιπους καθηγητές (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Χρήστος Τσαγανέας και Ορέστης Μακρής) είναι από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Μια σκηνή που για το κοινό της εποχής ήταν απλώς ένα υπερβολικό κωμικό εύρημα σήμερα την κοιτάζουμε με λίγο διαφορετικά μάτια, σαν ένα μικρό παράθυρο στις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής.
Οταν ο Ζαμπέτας τραγουδούσε τον «Αράπη τον ταμ, ταμ, ταμ»
Στην ταινία «Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη» του 1972 σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη και σενάριο των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας επιστρέφει από το Σουδάν και μαζί του έρχεται και ο πιστός υπηρέτης του, ο Χουσεΐν (Γιώργος Μούτσιος), του οποίου το «χρώμα» τροφοδοτεί πολλές από τις ατάκες της ταινίας.
Στο ίδιο κλίμα κινείται και το τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα «Ο Αράπης», μια μεγάλη επιτυχία της εποχής με στίχους που περιγράφουν εξωτικές εικόνες: «Μελαμψές βεδουίνες ξελογιάστρες τσαχπίνες χορεύουν τα βράδια χορούς της αγάπης, ενώ το ταμ-ταμ το χτυπάει ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ ταμ ταμ, ταμ ταμ ταμ χτυπάει ο αράπης…», στίχοι που σήμερα θεωρούνται προσβλητικοί, αλλά την εποχή που γράφτηκαν δεν είχαν τέτοια πρόθεση, αντανακλώντας απλώς τη λαϊκή γλώσσα μιας άλλης εποχής.
«Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»
Η υπάκουη γυναίκα που πρέπει να συμβιβάζεται με όλες τις παραξενιές του συντρόφου της, διαφορετικά εκείνος θα πάρει το καπελάκι του και θα την εγκαταλείψει, καθώς επίσης η στάση της κοινωνίας απέναντί της επειδή δεν έχει «βάλει στεφάνι» περιγράφονται υποδειγματικά στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», που προβλήθηκε το 1965 σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού σινεμά, με το κινηματογραφικό ζευγάρι Ελένη – Αντώνης (Μάρω Κοντού – Γιώργος Κωνσταντίνου) να αφήνει εποχή.
Η καρικατούρα του Φίφη
Ο κινηματογραφικός Φίφης, ένας από τους χαρακτηριστικούς ρόλους του σπουδαίου Σταύρου Παράβα, πρωτοεμφανίστηκε στον ελληνικό κινηματογράφο το 1963 μέσα από την ταινία «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει» σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου και σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη. Ακολούθησαν άλλες τέσσερις εμφανίσεις του Φίφη («Ο εμίρης και ο κακομοίρης», «Ο ουρανοκατέβατος», «Μπετόβεν και μπουζούκι», «Φίφης ο αχτύπητος»), μέσα από τις οποίες ένας ομοφυλόφιλος χαρακτήρας προβλήθηκε ως καρικατούρα, αλλά με αρκετή δόση χιούμορ.
«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη»
Η Μαρία (Μάρω Κοντού) μεταμορφώνεται στην Ιταλίδα Μπιάνκα για να καταφέρει να γίνει αποδεκτή από την Τούλα (Κατερίνα Γιουλάκη), την αδελφή του συζύγου της Αντώνη (Αλέκος Αλεξανδράκης). Το γαϊτανάκι καταστάσεων είναι σπαρταριστό, απολύτως χαρακτηριστικό για την ιδέα που είχε η ελληνική κοινωνία για τις «Ευρωπαίες». Ακόμα και σήμερα οι ατάκες «λα σουσουρελά, λα σουσουρελά» και «τσιριμπίμ τσιριμπόμ» σκορπούν γέλιο. Η ταινία κυκλοφόρησε το 1968 σε σενάριο – σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
«Ο Θόδωρος και το δίκαννο»
Αν θέλαμε να περιγράψουμε μια παραδοσιακή ελληνική πατριαρχική οικογένεια, τότε η κωμωδία «Ο Θόδωρος και το δίκαννο» του 1962 σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Νίκου Τσιφόρου είναι ιδανική. Τα πάρτυ και τα μίνι φορέματα είναι απαγορευμένα ακόμα και ως σκέψη για την κόρη της οικογένειας (Σμαρούλα Γιούλη), το ίδιο και η επιλογή συζύγου. Η φράση «το δίκαννο, το δίκαννο» ήταν η μόνιμη απάντηση σε κάθε τι μη αποδεκτό για τον αυστηρό, αλλά καλόκαρδο πατέρα της, τον Θόδωρο (Μίμης Φωτόπουλος).
«Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός»
Η κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη και σκηνοθεσία Νίκου Τσιφόρου.
Οπως σε πολλές ταινίες, έτσι και σε αυτή, το ύψος και -πάνω απ’ όλα- το ταλέντο του Νίκου Ρίζου δημιούργησαν αξέχαστους ρόλους, που με τη σειρά τους τον καθιέρωσαν ως τον πιο αγαπημένο κοντό του ελληνικού κινηματογράφου. Χαρακτηριστική η ατάκα του Κλέαρχου (Βασίλης Αυλωνίτης) στη σύζυγό του (Γεωργία Βασιλειάδου): «Μαρίνα, μη λες κοντό τον κοντό».
Να σημειώσουμε ότι επειδή η ταινία περιγράφει τη συζυγική απιστία κρίθηκε εκείνη την εποχή ακατάλληλη για ανηλίκους.
«Η Παριζιάνα»
Ποιος δεν θυμάται (και ποιος δεν έχει επαναλάβει) την κατηγορηματική διαπίστωση της μοδίστρας Πελαγίας (Ρένα Βλαχοπούλου) ότι η φίλη και πελάτισσά της Σούζυ (Ρένα Πασχαλίδου) έχει παχύνει. «Σούζη, τρως! Και ψεύδεσαι, και τρως!» είναι ίσως το πιο διάσημο παράδειγμα κινηματογραφικού body shaming, αλλά και μία από τις πιο αγαπημένες κωμικές στιγμές του ελληνικού κοινού. Η ταινία προβλήθηκε το 1969 σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη.
«Μια τρελή, τρελή οικογένεια»
Οι Μαίρη Αρώνη, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Τζένη Καρέζη, Αλέκος Αλεξανδράκης και Κατερίνα Γώγου δημιούργησαν μία από τις πιο αξέχαστες οικογένειες του ελληνικού κινηματογράφου, με την περίφημη «Πάστα Φλώρα» να γράφει ιστορία με τις ατάκες της. Μπορούν μια εκκεντρική μητέρα, ένας πειθήνιος σύζυγος και δύο ατίθασες κόρες να συνυπάρξουν; Σύμφωνα με τη λογική της εποχής, η «τάξη» αποκαθίσταται όταν ο πατέρας επανέρχεται στην κεφαλή της οικογένειας και, κυρίως, όταν πέφτει το ιστορικό χαστούκι, που, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, «έπρεπε να δοθεί εδώ και είκοσι χρόνια». Η ταινία κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 1965, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη και βασίστηκε στο θεατρικό έργο τους «Οι γυναίκες προτιμούν τους σκληρούς».
«Κάτι κουρασμένα παλικάρια»
Η κωμωδία «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» κυκλοφόρησε το 1967 σε σενάριο των Κώστα Πρετεντέρη – Ασημάκη Γιαλαμά και σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου. Η ερώτηση «τη χούφτωσες;» που απευθύνει ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στον Λάμπρο Κωνσταντάρα και η συμβουλή «χούφτωσ’ την, χούφτωσ’ την!» σήμερα θα ενοχλούσε, ωστόσο είναι από τις πιο ξεκαρδιστικές σκηνές της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
