Χίλια χρόνια μετά τη χάραξή τους, η ρουνική γραφή πάνω σε πέτρες των Βίκινγκ συνεχίζουν να μιλούν.
Κρυμμένες για αιώνες κάτω από χωράφια, δρόμους, κατώφλια εκκλησιών και αγροικιών, επανεμφανίζονται σήμερα στη Σουηδία και σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία, αποκαλύπτοντας ιστορίες αγάπης, απώλειας, φιλοδοξίας.
Πριν από λίγα χρόνια, ο Magnus Källström, κορυφαίος Σουηδός ειδικός στη ρουνική γραφή, ταξίδεψε σε ένα αγρόκτημα λίγες ώρες νότια της Στοκχόλμης σημειώνει το BBC σε ένα εκτενές δημοσίευμα με μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον.
Ένας αγρότης είχε βρει μια πέτρα στο χωράφι του και σκόπευε να τη χρησιμοποιήσει ως κατώφλι. Όταν όμως την γύρισε, είδε χαραγμένες πάνω της σειρές από παράξενα σύμβολα. Ήταν ρούνοι.
Η λέξη «ρούν» προέρχεται από την παλιά νορβηγική λέξη rún, που σημαίνει «μυστικό». Η ρουνική γραφή εμφανίστηκε στη βόρεια Ευρώπη πριν από περίπου 2.000 χρόνια, πιθανότατα επηρεασμένη από το λατινικό αλφάβητο, το οποίο γνώρισαν οι Σκανδιναβοί μέσω εμπορικών και ταξιδιωτικών επαφών με τη νότια Ευρώπη.
Οι ρούνοι χαράσσονταν σε ξύλο, κόκαλο, μέταλλο και πέτρα. Ωστόσο, οι ρουνικές πέτρες -συχνά στο ύψος ενός ανθρώπου ή και ψηλότερες -ήταν η πιο ανθεκτική και δημόσια μορφή γραφής. Τοποθετούνταν σε σημεία με μεγάλη διέλευση όπως δρόμους, διαβάσεις, χώρους συνελεύσεων. Όπως λέει ο Källström, ήταν τα «social media» της εποχής των Βίκινγκ.
Η παραγγελία μιας τέτοιας πέτρας δεν ήταν φθηνή. Απαιτούσε επαγγελματία χαράκτη και σημαντικούς πόρους, γεγονός που δείχνει ότι οι επιγραφές είχαν κοινωνικό βάρος. Δεν γράφονταν για να ξεχαστούν.
Παρά την επιβλητικότητά τους, όσα γράφονταν δεν ήταν πάντα σοβαρά. Έχουν βρεθεί επιγραφές σε εργαλεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης με εκπληκτικά προσωπικά μηνύματα. Ένα υφαντικό εργαλείο του τέλους του 11ου αιώνα, που βρέθηκε κοντά στο Γκέτεμποργκ, γράφει: «Με σκέφτεσαι, σε σκέφτομαι. Μ’ αγαπάς, σ’ αγαπώ».
Άλλες επιγραφές δείχνουν το χιούμορ των Βίκινγκ. Σε χαραγμένα οστά, που χρησιμοποιούνταν πιθανώς για εκπαίδευση, το κείμενο διαβάζεται μόνο αν γυρίσεις το αντικείμενο: «ráð þat» -«αποκρυπτογράφησέ το», ή «ǫl gott» -«νόστιμη μπύρα».
«Είναι ένα είδος παιχνιδιού», λέει ο Källström. «Σαν να ρωτούν: “Τι λέει εδώ;”», ανάφερει στο δημοσίευμα του BBC.
Οι περισσότερες ρουνικές πέτρες λειτουργούσαν ως μνημεία. Ανακοίνωναν τον θάνατο κάποιου, τιμούσαν τη ζωή του και συχνά ζητούσαν προσευχές για την ψυχή του -ειδικά μετά την εξάπλωση του Χριστιανισμού στη Σουηδία τον 10ο και 11ο αιώνα.
Μία πέτρα από το 1000 μ.Χ. αναφέρει: «Η Tóla έστησε αυτή την πέτρα στη μνήμη του Geirr, του γιου της, ενός πολύ καλού και γενναίου άνδρα. Πέθανε σε επιδρομή των Βίκινγκ στη δυτική διαδρομή».
Άλλη, μιλά με τρυφερότητα για μια σύζυγο: «Δεν θα βρεθεί καλύτερη νοικοκυρά…».
Υπάρχουν και πέτρες γεμάτες φιλοδοξία. Ο Jarlabanke, ένας ισχυρός άνδρας της εποχής, έστησε πολλές -όλες προς τιμήν του ίδιου. Δήλωνε ότι κατείχε μόνος του ολόκληρη την περιοχή και ότι έχτισε γέφυρες «για την ψυχή του». Μνημείο αυτοπροβολής, χίλια χρόνια πριν τα social media.
