Ξεκινά σήμερα στη Λάρισα η πολυαναμενόμενη δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη, που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους, το πιο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα της σύγχρονης Ελλάδας.
Στην ειδικά διαμορφωμένη δικαστική αίθουσα του συνεδριακού κέντρου Γαιόπολις θα καθίσουν 36 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους σταθμάρχες, στελέχη του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, του υπουργείου Μεταφορών και της Hellenic Train. Η δίκη θα έχει μαρτυρική συμμετοχή 350 ατόμων και θα παραστούν περίπου 200 δικηγόροι.
Η αίθουσα έχει μετατραπεί σε υψηλής ασφάλειας χώρο, με ειδική περίφραξη και αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Έχουν οριστεί διαφορετικές είσοδοι για δικαστικούς, δικηγόρους, συγγενείς θυμάτων, επιζώντες, μάρτυρες και κοινό, ενώ προβλέπεται πλήρης πρόσβαση για άτομα με αναπηρίες. Ειδικά κοντέινερ εξυπηρετούν δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ, ενώ κλιμάκιο του Ερυθρού Σταυρού θα βρίσκεται στον χώρο για παροχή άμεσης βοήθειας.
Η διαδικασία θα ξεκινήσει με την εκφώνηση των 36 ονομάτων των κατηγορουμένων, ακολουθούμενη από την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, που περιλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα των 1.267 σελίδων. Συνολικά, τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας φτάνουν τα 570. Οι κατηγορίες αφορούν πέντε διαφορετικές περιπτώσεις, κυρίως κακουργήματα που επισύρουν ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Καρυστιανού: Θα λογοδοτήσουν όσοι συνέπραξαν στη δόλια συγκάλυψη της αλήθειας
Μια μέρα πριν από την έναρξη της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, η Μαρία Καρυστιανού προχώρησε σε δημόσιες καταγγελίες κατά δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών της Λάρισας, υποστηρίζοντας ότι παραλείψεις και χειρισμοί εμπόδισαν την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.
Στην ανάρτησή της, η κ. Καρυστιανού σημειώνει ότι απορρίφθηκαν αιτήματα για εκταφές που θα επέτρεπαν εξειδικευμένες εξετάσεις και ότι υπήρξαν καθυστερήσεις ή περιορισμοί στις διαδικασίες που τελικά πραγματοποιήθηκαν. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει σε περίπτωση κατά την οποία –όπως υποστηρίζει– ανατράπηκε η απόφαση χορήγησης αντιγράφων ψηφιακού υλικού στις οικογένειες των θυμάτων, έπειτα από παρέμβαση ανώτερου δικαστικού.
Η ίδια εκφράζει επίσης έντονη αντίδραση στο δελτίο Τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, χαρακτηρίζοντάς το ανυπόγραφο και συκοφαντικό, καθώς περιέχει προσωπικές αιχμές εις βάρος της και αμφισβητεί τα κίνητρά της.
Αναρωτιέται κατά πόσο τέτοιες ενέργειες αντιπροσωπεύουν το σύνολο των δικαστικών λειτουργών και δηλώνει ότι επιδιώκει τη λογοδοσία όσων –κατά την άποψή της– συνέβαλαν στη συγκάλυψη της υπόθεσης, υπογραμμίζοντας ότι η επιδίωξή της δεν είναι εκδικητική αλλά στοχεύει στην απόδοση δικαιοσύνης.
