website analysis Λευτέρης Αρβανίτης / Η απλή αλλά και σύνθετη ιστορία του Ζόχραν Μαμντάνι – Epikairo.gr

Η Αριστερά βρήκε το νέο της ήρωα. Το προσπάθησε άλλες δύο φορές τον τελευταίο χρόνο με τo «Κάντο όπως το λαϊκό μέτωπο» και το «Κάντο όπως το Die Linke », για να καταλήξει στο «Κάντο όπως ο Μαμντάνι». 

Ο 34χρονος Δημοκρατικός Σοσιαλιστής που εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης, πραγματοποίησε αυτό που πολλοί θεώρησαν αδύνατο. Νίκησε τον αρχηγό μιας πολιτικής δυναστείας και ανέστησε τις ελπίδες ενός κινήματος που δείχνει να λειτουργεί με βάση τα μηνύματα παρά τις δομές εξουσίας.

Όμως η ιστορία του Μαμντάνι δεν είναι απλώς μια ιστορία νίκης· είναι μια ιστορία μεθοδικής πολιτικής δουλειάς, ιδεολογικής σαφήνειας και κατανόησης του κοινού—στοιχεία που τα προοδευτικά κόμματα της Ελλάδας συχνά αγνοούν.

Το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα στη διαδρομή του Μαμντάνι ήταν η ξεκάθαρη δήλωση του ποιος είναι. Από την αρχή της εκστρατείας του, ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης δεν προσπάθησε να κρύψει ή να μετριάσει τις πολιτικές του θέσεις. Εξακολούθησε να λέει—χωρίς φόβο και αμφιβολίες—ότι είναι αριστερός, σοσιαλιστής και ριζοσπάστης, ακόμα και ως μέλος ενός κόμματος που θεωρείται εγκολπωμένο στο σύστημα.

Από τη στιγμή που ο Μαμντάνι δήλωσε ποιος είναι, τα επόμενα στοιχεία της ατζέντας του ήταν λογικά και αναγκαία. Δεν μπορούσε να πει «είμαι ριζοσπάστης αριστερός» και στη συνέχεια να είναι αόριστος ή διφορούμενος σχετικά με κρίσιμα θέματα.

Ως εκ τούτου, ο Μαμντάνι μίλησε με σαφήνεια για τη γενοκτονία στη Γάζα και δήλωσε  ότι θα συμμορφωθεί με ένα ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τον Νετανιάχου, εάν αυτός επισκεφθεί τη Νέα Υόρκη.

Η σημασία αυτού δεν είναι απλώς ότι ο Μαμντάνι έχει αυτές τις θέσεις. Η σημασία είναι ότι, έχοντας δηλώσει τα πολιτικά του θεμέλια, κατέστη λογικό και αναγκαίο να είναι εξαιρετικά συγκεκριμένος  επί αυτών των θεμάτων. Ο τρόπος αυτός δημιουργεί μια αξιοπιστία μέσω της συνέπειας.

Αυτό είναι ένα θεμελιώδες μάθημα για τα ελληνικά προοδευτικά κινήματα. Στην Ελλάδα, τα βασικά στελέχη του προοδευτικού χώρου συχνά αποφεύγουν να απαντήσουν ξεκάθαρα ακόμη και στο ερώτημα της ιδεολογικής τους τοποθέτησης στον άξονα δεξιάς-αριστεράς.

Όταν δηλώνουν ότι είναι «ριζοσπάστες αριστεροί», αυτή η δήλωση δεν συνοδεύεται ούτε από ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις, ούτε από κοινωνικό ακτιβισμό, ούτε από οτιδήποτε θα δικαιολογούσε αυτή την αυτοαναφορά. Ως αποτέλεσμα, η δήλωση αυτή γίνεται αντιληπτή ως κενή, ως ρητορικό τέχνασμα που ανοίγει και κλείνει κατά το δοκούν.

Από τη στιγμή που ο Μαμντάνι ορίζει ξεκάθαρα ότι είναι δημοκρατικός σοσιαλιστής και ριζοσπάστης, αυτόματα δημιουργείται μία κρίσιμη διάκριση: δεν προορίζεται να εκπροσωπήσει όλους τους ψηφοφόρους της Νέας Υόρκης, αλλά συγκεκριμένα κοινά με συγκεκριμένα κριτήρια ψήφου.

Δεν ανάγκασε τον εαυτό του να αναπτύξει προτάσεις και λύσεις που θα ικανοποιούσαν όλους τους ανθρώπους της πόλης. Αντ’ αυτού, έστρεψε τη δυναμική του προς τα κοινά που ήδη συμβαδίζανε με τις αρχές του ή ήταν ανοιχτά να τις αναγνωρίσουν.

Με αυτή τη στοχευμένη επιλογή, ο Μαμντάνι δημιούργησε ισχυρές συμμαχίες και βαθιές ταυτίσεις εντός αυτών των κοινών. Αλλά αυτή η ρητή οριοθέτηση δεν ήταν χωρίς κόστος. Μπήκε ευθέως σε σύγκρουση με άλλα κοινά, με τις ελίτ, με τη δεξιά, με συντηρητικούς ανθρώπους που φοβούνταν τις ριζοσπαστικές του προτάσεις και ψήφισαν συντριπτικά εναντίον του.

Δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να τον επιλέξουν αυτοί οι ψηφοφόροι. Η ιδεολογική του θέση ήταν εξ αρχής ασύμβατη μαζί τους.

Αυτό είναι που χάνουν τα ελληνικά προοδευτικά κινήματα: η προσπάθεια να ικανοποιήσουν όλους τους ψηφοφόρους, να μην αφήσουν κανέναν έξω, και να μοιάζουν «λογικοί» και «συμβιβαστικοί» είναι ένα αναχρονιστικό εγχείρημα που εξασθενεί τη δυνατότητα τους να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις που είναι πραγματικά στη διάθεσή τους.

Ο Μαμντάνι επέλεξε ένα διαφορετικό δρόμο: προσδιόρισε ποιους εκπροσωπεί, τους άκουσε προσεκτικά και τους μίλησε με σαφήνεια και συνέπεια. Ήταν έτοιμος να χάσει τις ψήφους του Κουόμο και του Τραμπ για να κερδίσει τις ψήφους της νεότερης, πολυεθνικής, προοδευτικής Νέας Υόρκης. Αν λοιπόν η αρχική τοποθέτηση «είμαστε με τους πολλούς» ισχύει, τότε όσοι εκπροσωπείς είναι και εκλογικά πλειοψηφία.

Αφού ο Μαμντάνι είχε καθορίσει ποιους εκπροσωπεί και είχε αναγνωρίσει τα κοινά που τον ενδιέφεραν, το επόμενο στάδιο ήταν κρίσιμο: να κατανοήσει, με δεδομένα και μεθοδικότητα, γιατί ψήφιζαν ή θα ψήφιζαν αυτοί οι άνθρωποι. Εδώ είναι όπου οι έρευνες γίνονται ζωτικής σημασίας.

Ο Μαμντάνι πραγματοποίησε εκτεταμένες ποσοτικές έρευνες—δημοσκοπήσεις με μεγάλα δείγματα που του επέτρεψαν να κατανοήσει τις ευρύτερες τάσεις και τις προτιμήσεις των εκλογέων.

Ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί. Ταυτόχρονα διεξήγαγε ποιοτικές έρευνες—focus groups, συνεντεύξεις, συζητήσεις με ανθρώπους που έζησαν τα προβλήματα αυτά. Μ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούσε να δει όχι απλώς τα νούμερα, αλλά τα νοήματα πίσω από αυτά· τι άγχος, ποιες ελπίδες, ποιες προσδοκίες ενυπάρχουν στις απαντήσεις των ανθρώπων.

Ο Μαμντάνι δεν ικανοποιήθηκε όμως μόνο με τα δημοσκοπικά δεδομένα και τις ποσοτικές έρευνες. Ναι, πραγματοποίησε συστηματικές έρευνες για να κατανοήσει τι σημαίνει για τους ανθρώπους της Νέας Υόρκης να ζουν με αβεβαιότητα, αλλά αυτό δεν ήταν το σημαντικό.

Το σημαντικό είναι ότι βρέθηκε στο πεδίο. Ήταν παρών, κατάλαβε τι συμβαίνει στη ζωή του κοινού του και ήταν σε θέση να αρθρώσει αυτά τα προβλήματα. Αντί να στηρίζεται αποκλειστικά στους συμβούλους και  τεχνοκράτες, ο Μαμντάνι δημιούργησε συνεργασίες με ανθρώπους που ζούσαν τα προβλήματα.

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας ήταν ένας χάρτης των κριτηρίων ψήφου—δηλαδή, μια κατανόηση των κύριων εννοιών που καθορίζουν την απόφαση ενός ψηφοφόρου να ψηφίσει ή όχι.

Με αυτόν τον χάρτη στα χέρια του, ο Μαμντάνι δεν χρησιμοποίησε τα κριτήρια για να χειραγωγήσει τους ανθρώπους—τα χρησιμοποίησε για να ακούσει. Κατανόησε ότι αυτά τα κριτήρια δεν ήταν αυθαίρετα ή φαντασία. Ήταν το αποτέλεσμα πραγματικών συνθηκών, πραγματικής ανησυχίας και πραγματικών αναγκών.

Αυτή η προσέγγιση έχει μια τρομερή απλότητα που, ωστόσο, σπάνια συναντάται στη σύγχρονη πολιτική.

Τρίτο θεμέλιο: Προγραμματικές λύσεις που αντανακλούν τις αρχές

Όταν ο Μαμντάνι προσδιόρισε τα κριτήρια ψήφου του κοινού του, το επόμενο βήμα ήταν να διαμορφώσει προγραμματικές προτάσεις που να ανταποκρίνονται σε αυτά τα κριτήρια. Εδώ, έκανε αξιοσημείωτη δουλειά. Δεν προσπάθησε να απαντήσει σε όλα τα προβλήματα. Αντ’ αυτού, επέλεξε ζητήματα στα οποία:

Πρώτον, οι λύσεις του θα ήταν ριζοσπαστικές—δηλαδή, θα αναφέρονταν στις ρίζες του προβλήματος και όχι απλώς στα συμπτώματα.
Δεύτερον, οι λύσεις θα ήταν ρεαλιστικές—δηλαδή, υλοποιήσιμες με τα μέσα και την εξουσία που διαθέτει ένας δήμαρχος.
Τρίτον, θα μπορούσε να αποδείξει ότι μπορεί να τις πετύχει. Δεν θα ήταν απλώς ωραία μηνύματα—θα παρήγαγαν αποτελέσματα.

Ας δούμε το προφανές παράδειγμα των ενοικίων: Ο Μαμντάνι δεσμεύτηκε να παγώσει τα ενοίκια όχι σε όλα τα σπίτια της Νέας Υόρκης, αλλά αποκλειστικά στα λεγόμενα «διαμερίσματα σταθεροποιημένου ενοικίου», μεταφέροντας το μήνυμα «σταματάμε τις αυξήσεις τώρα» σε μια πόλη που πιέζεται από την ακρίβεια. Το μέτρο καλύπτει περίπου 1 εκατ. κατοικίες, χωρίς να αφορά τις υπόλοιπες κατοικίες που διατίθενται ελεύθερα στην αγορά, άρα είναι ευρύ αλλά στοχευμένο.

Είναι ριζοσπαστικό γιατί ανατρέπει το μοτίβο αυξήσεων και θέτει στο επίκεντρο την προστασία μισθωτών και την προσιτή στέγη.

Είναι ρεαλιστικό γιατί ο δήμαρχος διορίζει τα μέλη του Rent Guidelines Board (RGB)– συμβουλίου που κάθε χρόνο αποφασίζει για τις αυξήσεις στα ενοίκια  των “σταθεροποιημένων” κατοικιών- και μπορεί να συγκροτήσει πλειοψηφία υπέρ του παγώματος, όπως έκανε παλαιότερα και ο Ντε Μπλάζιο, επικαλούμενος μια προηγούμενη και εφαρμοσμένη πολιτική.

Η μέτρηση επιτυχίας συνδέεται άμεσα με τα κριτήρια ψήφου που είχε προσδιορίσει από τις έρευνές του. Αν το κύριο κριτήριο για τους νέους ψηφοφόρους είναι το κόστος ζωής, τότε η μέτρηση επιτυχίας είναι:

Πόσο μειώθηκε το κόστος στέγασης; Πόσο μειώθηκε το κόστος μετακίνησης; Αυτά είναι ερωτήματα με συγκεκριμένες, αριθμητικές απαντήσεις.

Για τα ελληνικά προοδευτικά κινήματα, αυτό είναι ένα κρίσιμο μάθημα: οι ριζοσπαστικές πολιτικές πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένους, μετρήσιμους δείκτες επιτυχίας. Αν δεν μπορείς να πεις με ακρίβεια πώς θα μετρήσεις την επιτυχία σου, τότε δεν έχεις πραγματικά πολιτική—έχεις απλώς μια δήλωση προθέσεων. Και οι δηλώσεις προθέσεων δεν κερδίζουν εκλογές, ούτε αλλάζουν ζωές.

Ρίξτε μια ματιά τώρα στο σε μεγάλο βαθμό κοινό πρόγραμμα των προοδευτικών ελληνικών κομμάτων για το στεγαστικό και αναρωτηθείτε αν ακολουθούν τα παραπάνω βήματα και αν σας πείθει.

Τέταρτο θεμέλιο: Ο χαρισματικός ηγέτης και η στρατηγική επικοινωνία

Ο Μαμντάνι δεν είναι ένας πολιτικός που πρέπει να παίζει ένα ρόλο για να φαίνεται προσιτός. Αυτό που τον κάνει χαρισματικό δεν είναι μια κατασκευή ή μια τεχνική, αλλά μια αυθεντική σχέση με τη ζωή της πόλης που εκπροσωπεί.

Μιλάει καλά, με σαφήνεια σε αυτό που λέει. Χορεύει σε κλαμπ, αλλά παράλληλα μιλάει σοβαρά για γενοκτονία και ανισότητα. Ανεβαίνει σε λεωφορεία ή μπαίνει σε ντόπια καφενεία και δεν νιώθει ξένος γιατί απλώς είναι αυτή η ζωή του. Δεν είναι επισκέπτης στις γειτονιές του, είναι ένα μέλος τους.​

Αυτή η αυθεντικότητα είναι θεμελιώδης. Ωστόσο, ο Μαμντάνι δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στη χαρισματική προσωπικότητα του. Παράλληλα, δημιούργησε μια εκστρατεία που είχε πολυπλοκότητα.

Ήταν μια αρκετά ακριβή εκστρατεία, με σύγχρονη αισθητική και εξειδικευμένους επαγγελματίες στην επικοινωνία που ήξεραν πώς να προσαρμόσουν τις τεχνικές τους στο υλικό που είχαν—δηλαδή, το πρόσωπο και τα μηνύματα του Μαμντάνι. Δημιούργησαν διαφημίσεις που ήταν αποτελεσματικές, κάλυψαν ψηφιακές πλατφόρμες, δημιούργησαν ντοκιμαντέρ και συνέδεσαν τα μηνύματα του με τις τρέχουσες συζητήσεις.​

Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι αυτό: η βάση αυτής της επικοινωνιακής δουλειάς δεν ήταν η ίδια η επικοινωνία. Ήταν η στρατηγική στην οποία ο Μαμντάνι ήδη είχε καταλήξει. Δηλαδή, ήδη ήξερε ποιους θέλει να εκπροσωπήσει, ήδη είχε αποφασίσει τι θέλει να πει, ήδη είχε ταυτοποιήσει τα κριτήρια ψήφου και τις λύσεις.

Η επικοινωνία δεν ήρθε πρώτη και δεν ήταν το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής του εκστρατείας. Ήταν ένα εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει μια ήδη σαφή και συνεπή στρατηγική.

Ο Μαμντάνι δεν είναι ένα θαύμα. Δεν έχει υπερφυσικές ικανότητες. Αυτό που έκανε ήταν να ακολουθήσει ορθολογικά βήματα που είναι, ωστόσο, εξαιρετικά σπάνια στη σύγχρονη πολιτική: δήλωσε ποιος ήταν, έμεινε πιστός στις αρχές του, άκουσε προσεκτικά τι χρειαζόταν ο κόσμος, και τότε πρότεινε συγκεκριμένες, ριζοσπαστικές και ρεαλιστικές λύσεις.

Η ιστορία του Μαμντάνι είναι απλή γιατί αυτά τα βήματα είναι απλά. Είναι όμως και σύνθετη, γιατί η εφαρμογή τους απαιτεί θάρρος, πειθώ, εργασία και βάθος. Για τα προοδευτικά κόμματα και κινήματα στην Ελλάδα, αυτή η ιστορία είναι ένα ερώτημα: Τι περιμένουν για να ξεκινήσουν;

Ο Λευτέρης Αρβανίτης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας στην AtoZ Communication & Strategy