Επιπλέον, η Αθήνα προσχώρησε στην πρωτοβουλία PURL για την αγορά από τις ευρωπαϊκές χώρες των αμερικανικών όπλων για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, κάτι που προηγουμένως η Ελλάδα δίσταζε να κάνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι “ανώτεροι σύντροφοί” τους επισήμαναν επίμονα αυτή την “παράλειψη” και τελικά πέτυχαν τον στόχο τους. Όλοι γνωρίζουν ότι το Κίεβο, αδιαφορώντας για τις αμυντικές δυνατότητες της ίδιας της Ελλάδας, πιέζει μεθοδικά την ελληνική ηγεσία να μεταφέρει στις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας τα συστήματα αεράμυνας υψηλής αποτελεσματικότητας ρωσικής και σοβιετικής κατασκευής, τα οποία βρίσκονται επί του παρόντος σε υπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας. Όλα τα ανωτέρω δείχνουν ξεκάθαρα τον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό που βασιλεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με ιδιαίτερα αιχμηρούς τόνους τοποθετήθηκε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, κατηγορώντας την Αθήνα ότι έβαλε τέλος σε μια πολυετή σχέση συνεργασίας με τη Μόσχα και αγνόησε τις συνέπειες για τον ελληνισμό της Ρωσίας και της Ουκρανίας.
Οι δηλώσεις του έγιναν με αφορμή τη στάση της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας και οι δηλώσεις που είχε κάνει πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Bloomberg ότι «βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία», όπως μετέφερε σε ανάρτησή της η ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα.
Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση διέκοψε μονομερώς δεσμούς δεκαετιών, αποδομώντας – όπως είπε – «ολόκληρο το φάσμα της ρωσοελληνικής συνεργασίας», από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα.
Σύμφωνα με τον Λαβρόφ, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, η στάση της Αθήνας παραμένει αμετάβλητη, με τη Ρωσία να ακούει διαρκώς «επιθετικές αντιρωσικές δηλώσεις και αβάσιμες ρωσοφοβικές κατηγορίες», κάτι που – όπως τόνισε – η Μόσχα δεν θα επέτρεπε ποτέ εις βάρος της Ελλάδας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη στρατιωτική συνδρομή της Ελλάδας προς την Ουκρανία, σημειώνοντας ότι συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που απέστειλαν όπλα και πυρομαχικά.
Υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα μέσα χρησιμοποιούνται από τις ουκρανικές δυνάμεις σε επιθέσεις κατά αμάχων στο Ντονμπάς, στη Ζαπορίζια, στη Χερσώνα, στην Κριμαία και σε άλλες νότιες περιοχές της Ρωσίας, παρά το γεγονός – όπως επεσήμανε – ότι εκεί ζει εδώ και αιώνες πολυάριθμη ελληνική διασπορά.
Παράλληλα, ανέφερε ότι «το ελληνικό κοινό, για να το θέσουμε ήπια, δεν συμμερίζεται αυτή την προσέγγιση».
Απαντώντας στις αιτιάσεις Λαβρόφ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα, ως ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευθυγραμμίζεται με την Ευρώπη και «με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας», υπογραμμίζοντας πως «η στήριξη στον αμυνόμενο δεν μπαίνει στο ζύγι».
Σε σχετική ερώτηση στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι «δεν νομίζω ότι χρειάζεται να κάνουμε κάποιο ιδιαίτερο σχόλιο. Η Ελλάδα ως ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όλα τα επίπεδα, συντάσσεται και με την Ευρώπη και με τη σωστή πλευρά της ιστορίας», και συμπλήρωσε πως «δεν κάνει κάτι διαφορετικό, δεν κάνει κάτι ξεχωριστό και σε κάθε επιμέρους συζήτηση νομίζω ότι όποια απόφαση έχουμε πάρει είναι στη λογική ότι είμαστε ένα σύγχρονο Δυτικό κράτος, όπου κάποια πράγματα, όπως η στήριξη στον αμυνόμενο, δεν «μπαίνουν στο ζύγι», ούτε μπαίνουν στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης».
Η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας στην ερώτηση για τις δηλώσεις της ελληνικής ηγεσίας για τη Ρωσία που ελήφθη για τη συνέντευξη Τύπου του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας Σ. Λαβρόφ σχετικά με τα αποτελέσματα των ρωσικών διπλωματικών δραστηριοτήτων το 2025
Ερώτηση: Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Μητσοτάκης δήλωνε: “Βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία”. Αληθεύει όντως αυτό;
Απάντηση: Με την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών.
Διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα της ρωσο-ελληνικής συνεργασίας, από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην προσέγγιση της επίσημης Αθήνας προς τη χώρα μας. Συνεχίζουμε να ακούμε τις επιθετικές αντιρωσικές δηλώσεις και αβάσιμες ρωσοφοβικές κατηγορίες εναντίον μας. Η Ρωσία δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι παρόμοιο εις βάρος της Ελλάδας.
Η Αθήνα ήταν από τους πρώτους που έστειλαν τα όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία, τα οποία οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν καθημερινά εναντίον των αμάχων στο Ντονμπάς, στις περιοχές Ζαπορόζιε και Χερσώνα, στην Κριμαία και σε άλλες νότιες περιοχές της χώρας μας. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι εκεί εδώ και αιώνες κατοικεί μια πολυάριθμη ελληνική διασπορά. Είναι τεράστια, φιλειρηνική, αγαπάει την ιστορική της πατρίδα, πάντα με κάθε δυνατό τρόπο ενίσχυε τους δεσμούς και τις επαφές και ποτέ δεν συνέβαλε σε αρνητικές εξελίξεις ή τάσεις.
Όμως η Αθήνα δεν τους σκέφτηκε. Δεν έλαβε υπόψη ότι εκεί ζουν τα αδέρφια τους που διατηρούν σχέσεις με την Ελλάδα, έχουν συγγενείς εκεί, και ότι οι ενέργειες της Αθήνας τους προκαλούν έναν κολοσσιαίο αριθμό όχι μόνο προβλημάτων, αλλά και άμεσων απειλών για τη ζωή και την υγεία τους.
Μια ακόμα επιβεβαίωση των προαναφερομένων αποτέλεσαν οι λεγόμενες συμφωνίες με το ναζιστικό καθεστώς του Κιέβου στις 17 Νοεμβρίου του 2025, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και χρήσης θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων. Αυτό το βήμα, όπως και κάθε άλλη αντιρωσική ενέργεια της “συλλογικής Δύσης” που στοχεύει στην “νίκη επί της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης” (στην πραγματικότητα, στη διεξαγωγή του πολέμου μέχρι του τελευταίου Ουκρανού), έτυχε της δέουσας αξιολόγησης από την πλευρά μας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό κοινό, για να το θέσουμε ήπια, δεν συμμερίζεται αυτή την προσέγγιση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενεργήθηκε για λογαριασμό της εφημερίδας “Καθημερινή” τον Ιούλιο του 2025, το 72% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Αθήνα θα έπρεπε να κρατήσει ουδέτερη στάση στην ουκρανική σύγκρουση.»
