website analysis La Sagrada Familia: Πώς η αναζήτηση του Θεού ενέπνευσε τον Γκαουντί να σχεδιάσει έναν από τους διασημότερους ναούς στον κόσμο – Epikairo.gr

Ενα από τα θεμελιώδη παράδοξα γύρω από την, ήδη θρυλική Σαγράδα Φαμίλια υποτίθεται πως αφορά τα 144 χρόνια που απαιτήθηκαν για την αποπεράτωσή της. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην έναρξη της κατασκευής, το 1882, και την τοποθέτηση του τελευταίου τμήματος του σταυρού στον υψηλότερο πύργο της, το 2026, θεωρείται αδιανόητα και αδικαιολόγητα παρατεταμένο. Κι όμως, για την ανέγερση της Παναγίας των Παρισίων, της περίφημης Νοτρ Νταμ, χρειάστηκαν σχεδόν δύο αιώνες – φυσικά με τα τεχνικά μέσα του Μεσαίωνα.
Αλλοι καθεδρικοί ανά την Ευρώπη δεν ολοκληρώθηκαν παρά μόνο αφού είχαν παρέλθει εκατοντάδες χρόνια. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η Σαγράδα Φαμίλια δεν αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, ούτε θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ότι επιτέλους το σώμα της, με ανάστημα 172,5 μέτρων, θα απαλλαγεί από τους ουρανομήκεις γερανούς, τις σκαλωσιές κ.λπ. φέτος στις 10 Ιουνίου, στην 100ή επέτειο από τον θάνατο του πνευματικού πατέρα της.
Τα σχέδια
Η Σαγράδα Φαμίλια εξαρχής είχε σχεδιαστεί -αν και όχι από τον Αντόνι Γκαουντί, αλλά από τον βραχύβιο προκάτοχό του, τον Φρανσίσκο δε Πάουλα ντελ Βιγιάρ- ως ένας τυπικός καθεδρικός ναός νεογοτθικού ρυθμού, αφιερωμένος στην Αγία Οικογένεια, υπό τη σκέπη της οποίας θα ετίθετο η πόλη της Βαρκελώνης, από κτίσεως του ναού και ιδανικά μέχρι το τέλος του κόσμου.
Ως καθολικός καθεδρικός ναός, η Σαγράδα Φαμίλια εξ ορισμού έπρεπε να προκαλεί δέος με το μέγεθός της, να επιβάλλει με τις πελώριες διαστάσεις της, αλλά και να υποβάλλει με κάθε τρόπο την αίσθηση της ασημαντότητας στον κοινό θνητό ενώπιον του Θεού, στον οίκο του οποίου εισέρχεται. Ωστόσο, για τον Γκαουντί δεν ήταν αρκετό το να συντρίψει την προσωπικότητα του πιστού στον δικό του καθεδρικό ναό. Το στοίχημα για εκείνον, ως αρχιτέκτονα και καλλιτέχνη, ήταν να υπερβεί το απλό δέος, χωρίς όμως να το καταργήσει τελείως – ακριβώς επειδή ο ίδιος ήταν βαθιά θρησκευόμενος.
Δείτε το βίντεο: Περιήγηση στην  Σαγράδα Φαμίλια
Κλείσιμο
Πίστευε ότι η ταπεινότητα που απαιτούσε από τον προσκυνητή η μεσαιωνική αντίληψη περί ευλάβειας ήταν πλέον πρωτόγονη με τα δεδομένα της δικής του εποχής, ανάμεσα στο τέλος του 19ου και την αρχή του 20ού αιώνα. Η Σαγράδα Φαμίλια, λοιπόν, όπως εκείνος την ονειρευόταν, έπρεπε να συνεπαίρνει τον πιστό, να τον οδηγεί στην ουσιαστική ψυχική και πνευματική ένωση με το θείο. Οχι απλώς να του κόβει την ανάσα απέναντι στον Παντοκράτορα, προξενώντας του παραλυτικό τρόμο ώστε εφεξής να μην αμαρτάνει, να διάγει βίον ενάρετο και χρηστοήθη κ.ο.κ.
Το άλλο πρόσωπο του Θεού για τον Γκαουντί ήταν η ομορφιά – και, μάλιστα, η ομορφιά που βρίσκεται στη φύση, το κάλλιστο δημιούργημα του Μεγαλοδύναμου μετά τον άνθρωπο, το πλάσμα που φτιάχτηκε για να κυριαρχήσει στον φυσικό κόσμο. Κατά συνέπεια, ο Γκαουντί συνέλαβε την ιδέα της Σαγράδα Φαμίλια κατά έναν τρόπο εντελώς αντισυμβατικό, ως έναν καθεδρικό που θα απέπνεε έναν ανωτέρου είδους, απείρως πιο σύνθετου, βαθύτατου σεβασμού προς τον Θεό.

Ένας θρίαμβος πίστης, φύσης και μαθηματικών, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώνεται έπειτα από 144 χρόνια
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ασχέτως εάν για τους πουριτανούς, τους αιώνιους αυτόκλητους φρουρούς της αληθινής πίστης κ.λπ., η Σαγράδα Φαμίλια του Γκαουντί ήταν ένα βλάσφημο ανοσιούργημα, μια αρχιτεκτονική ύβρις, η πιο θρασεία χτισμένη προσβολή προς τον Θεό που θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει ανθρώπινος νους. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τζορτζ Οργουελ, ένας συγγραφέας που θα επηρέαζε την παγκόσμια κουλτούρα με τον δικό του τολμηρό οραματισμό για τη θανάσιμη απειλή του ολοκληρωτισμού και του αυταρχισμού, ένας προφήτης των μοντέρνων καιρών, σιχαινόταν τη Σαγράδα Φαμίλια.
«Την πρώτη φορά που πήγα στη Βαρκελώνη», έγραφε το 1938 στο «Φόρος τιμής στην Καταλονία», ένα δοκίμιο με τη βιωματική εμπειρία του από τον ισπανικό Εμφύλιο, «επισκέφτηκα τον καθεδρικό της πόλης. Εναν μοντέρνο καθεδρικό και ένα από τα πλέον αποκρουστικά κτίρια στην υφήλιο. Αντίθετα από τις περισσότερες εκκλησίες της Βαρκελώνης, η συγκεκριμένη δεν υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Τη λυπήθηκαν, όπως άκουσα από διαφόρους, λόγω της “καλλιτεχνικής αξίας” της. Εγώ πιστεύω ότι οι αναρχικοί κακώς δεν την ανατίναξαν όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να το κάνουν».
Η μυστική γεωμετρία
Η Σαγράδα Φαμίλια τιμά τον Πλάστη και Δημιουργό των χριστιανών απομιμούμενη τη φύση, εν τέλει το μαγικό και στην ουσία του ανεξήγητο φαινόμενο της ίδιας της ζωής. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον διάκοσμο, τα σχήματα και την πολυχρωμία, με τα μοτίβα από τη χλωρίδα και την πανίδα, κυρίως δε με τα αθρόα δάνεια από τον μικρόκοσμο των λουλουδιών. Η αντιγραφή της φύσης διαπερνά ολόκληρη τη μεγαθηριακή κατασκευή της σε κάθε πτυχή της, ακόμη και τη δομική στατικότητά της.
Αντί για κολόνες και κίονες, φέρ’ ειπείν, ο ναός στηρίζεται σε συστοιχίες από πανύψηλα πέτρινα και τσιμεντένια δέντρα που θυμίζουν απολιθωμένο δάσος. Και μάλιστα ο κορμός τους συστρέφεται καθ’ ύψος, όπως ακριβώς συμβαίνει στη φύση, καθώς τα δέντρα αντιδρούν στα αυξανόμενα φορτία των κλαδιών, του φυλλώματος κ.λπ. και εξισορροπούν το βάρος μεταφέροντας τις φορτίσεις στις ρίζες τους, έτσι ώστε να εξουδετερώνουν κατά το δυνατόν την απειλή για την ευστάθεια και την επιβίωσή τους.
Οι γωνίες πρόσπτωσης του φυσικού φωτός έχουν μελετηθεί εξονυχιστικά από τον Γκαουντί, με ζητούμενο να λούζεται διαρκώς ο ναός, μέσα και έξω, από τη μόνη ζωοδόχο φωτεινή πηγή του σύμπαντος και κατά τρόπο ώστε η όλη κατασκευή να δίνει την εντύπωση ότι πάλλει σαν ζωντανός οργανισμός, ότι αλλάζει εκφράσεις ανάλογα με την ώρα της ημέρας και τη φωτοσκίαση. Οτι τελικά η Σαγράδα Φαμίλια δεν είναι ένας παγερός, φοβερός καθεδρικός ναός, ένα μονολιθικό μνημείο στην παντοδυναμία του Θεού, αλλά ένας βωμός λατρείας της υπέρτατης έγνοιας για τον άνθρωπο εκ μέρους Εκείνου που, κατά τας Γραφάς, δημιούργησε τον κόσμο για τον άνθρωπο.
Η ΑΙ υποκλίνεται
Το μεγάλο μυστικό της Σαγράδα Φαμίλια είναι το μοναδικό μείγμα επιστήμης και ποίησης, ένας συνδυασμός άκρως αντιφατικών συστατικών, που μόνο μια διάνοια με το χάρισμα και τον έμφυτο ριζοσπαστισμό του Αντόνι Γκαουντί θα μπορούσε να επιτύχει. Διότι, πολύ σχηματικά, πίσω από κάθε επιμέρους στοιχείο ανάμεσα στα αμέτρητα της όλης κατασκευής, της τοιχοποιίας και της διαρρύθμισης, των επικών προσόψεων, των συγκλονιστικών γλυπτών παραστάσεων, των αναπαραστάσεων και του αιωρούμενου Εσταυρωμένου, κυριολεκτικά δηλαδή σε κάθε της λεπτομέρεια, η Σαγράδα Φαμίλια βασίζεται σε απίθανα ακριβείς μαθηματικούς και γεωμετρικούς υπολογισμούς.
Οι σημερινοί συνεχιστές του έργου έως την πλήρη αποπεράτωσή του, με τα σύγχρονα εργαλεία, την Τεχνητή Νοημοσύνη κ.λπ., δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να υποκλιθούν βαθιά στη σχολαστική, αδιανόητα ογκώδη, εργασία που είχε καταφέρει να εκτελέσει ο Γκαουντί πριν από 100 χρόνια. Παλεύοντας με ερασιτεχνικά, αυτοσχέδια, πλην καταπληκτικής επινοητικότητας και πρωτοτυπίας, μέσα μοντελοποίησης.
Οσοι έχουν επισκεφτεί τα μικρά μουσεία της Βαρκελώνης που αναπαριστούν όψεις του εργαστηρίου στο οποίο ζούσε, όχι απλώς εργαζόταν ο Αντόνι Γκαουντί, σίγουρα θα έχουν εντυπωσιαστεί από τις δαιδαλώδεις μινιατούρες μερών της Σαγράδα Φαμίλια. Δουλεύοντας με νήματα και βαρίδια από μολύβι, μαζί με καθρέφτες ώστε να αποτυπώνει αντίστροφα το πώς κατανέμονται τα φορτία, π.χ., σε μια αψιδωτή οροφή, μεταμόρφωνε μέσω εξαντλητικών και πολυσύνθετων μαθηματικών υπολογισμών τον παντελώς ελεύθερο οραματισμό του σε απτή, υλοποιήσιμη -έστω και δύσκολα- κατασκευαστική πράξη.
Το κέντρο στο αρχιτεκτονικό σύμπαν του Αντόνι Γκαουντί, σε καθετί που αναλάμβανε να δημιουργήσει, αλλά με αποκορύφωμα τη Σαγράδα Φαμίλια, ήταν ο ρόλλος, αλλιώς η ευθειογενής επιφάνεια. Με απλά λόγια, ο ρόλλος είναι μια έννοια της στερεομετρίας, δηλαδή του τρισδιάστατου χώρου όπως την αντιλαμβάνεται η ευκλείδεια γεωμετρία, η οποία καθιστά εφικτό τον σχεδιασμό καμπύλων μορφών σε μια απέραντη ποικιλία, πέρα από τα βασικά σχήματα, όπως ο κύλινδρος ή ο κώνος.
Ο Γκαουντί είχε αφοσιωθεί στη μελέτη του ρόλλου και ακόμη και εν ζωή είχε κατορθώσει να θεωρείται αυθεντία στην αρχιτεκτονική αξιοποίηση της ευθειογενούς επιφάνειας. Τα έργα του, άλλωστε, αποτελούσαν πειστική απόδειξη για το πόσο μακριά είχε φτάσει στον συγκεκριμένο τομέα. Ταυτόχρονα, η αποκωδικοποίηση των μυστικών που έκρυβαν τα παραβολοειδή και υπερβολοειδή σχήματα ενίσχυσε με τη σειρά της ακόμη περισσότερο και ώθησε προς την πλήρη απελευθέρωση, εν είδει ενάρετου κύκλου, την ήδη καλπάζουσα φαντασία του.
Το κομβικό παράδοξο, βέβαια, συνίσταται στο ότι ο Γκαουντί, ενώ όμνυε στον ορθολογισμό των μαθηματικών εξισώσεων και το ψυχρό κριτήριο της γεωμετρίας σχετικά με το τι ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί και τι όχι, διατηρούσε πάντα μια πολύ ισχυρή θρησκευτική πίστη.
Η βασανισμένη διάνοια
Με την ευρύτερη και πιο ουσιαστική έννοια, όχι μόνο κατά κυριολεξία, επειδή δηλαδή ήταν ένθερμος καθολικός, αφοσιωμένος κατεξοχήν στη λατρεία της Θεοτόκου. Ολόκληρη η ζωή του, η βιολογική και καλλιτεχνική ύπαρξή του διαπνεόταν από μια θρησκευτικού τύπου προσήλωση. Και οπωσδήποτε, μια αμείλικτα αυστηρή, ακραία ασκητική αντίληψη για τον προορισμό του επί Γης: δεν παντρεύτηκε ποτέ, ενώ για τον ιδιωτικό βίο του είναι γνωστός μόνο ένας πλατωνικός έρωτας – μολονότι κι αυτός έμεινε χωρίς ανταπόκριση.
Ο Γκαουντί ήταν φανατικά χορτοφάγος, μια επιλογή επηρεασμένη από τον πατέρα του, έναν Καταλανό χαλκουργό, ο οποίος έτεινε να υιοθετεί οποιαδήποτε καινοτομία εμφανιζόταν στα χρόνια του σχετικά με την ευεξία, τη φροντίδα του σώματος κ.λπ. Ο Αντόνι Γκαουντί, όμως, έφτασε στα άκρα: υπέβαλλε συστηματικά τον εαυτό του στη στέρηση τροφής ακολουθώντας μια σχεδόν απάνθρωπη νηστεία. Εξαιτίας της οποίας, μάλιστα, σε τουλάχιστον μία περίπτωση θα λιμοκτονούσε κυριολεκτικά, αν δεν τον έσωζαν φίλοι του λίγο πριν από το μη αναστρέψιμο.
Ταυτόχρονα, φαινόταν να είχε αποκτήσει το τεράστιο καλλιτεχνικό ταλέντο του έναντι ενός φοβερού τιμήματος: υπέφερε από ρευματοειδή αρθρίτιδα, έχοντας οξείς πόνους παιδιόθεν. Ηταν το πέμπτο και τελευταίο τέκνο του Φρανσίσκο και της Αντονίνας Γκαουντί, σε μια περίοδο όπου η παιδική θνησιμότητα έκανε την επιβίωση ενός ασθενικού, εύθραυστου πλάσματος, όπως ήταν ο ίδιος, να μοιάζει με θαύμα.
Πριν από τη δική του γέννηση, τον Ιούνιο του 1852, είχαν προηγηθεί οι πρόωροι θάνατοι του Φρανσέσκο και της Μαρίας, δύο παιδιών που χάθηκαν προτού συμπληρώσουν τα 2 τους χρόνια. Αλλά και κατόπιν, στα ύστερα χρόνια του, ο βίος του θα σημαδευόταν από αλλεπάλληλες τραυματικές απώλειες, όπως της μητέρας του, του αδελφού του κ.ά.
Με το πλήρες όνομα Αντόν Πλάσιντο Γκιγιέρμο Γκαουντί ι Κορνέτ, ο μετέπειτα αρχιτέκτων της Σαγράδα Φαμίλια ήρθε στον κόσμο με εξαιρετικά δυσοίωνα προγνωστικά. Ως νεογέννητο δεν μπορούσε να θηλάσει όσο μητρικό γάλα χρειαζόταν και είχε ακατάσχετες διάρροιες. Η ζωή του κρεμόταν από μία λεπτή κλωστή, λεπτότερη και από εκείνες που θα χρησιμοποιούσε κατά κόρον αργότερα στις σπουδές του για τα κτίρια που σχεδίαζε. Με δεδομένη την τραγική κατάληξη που είχαν, σχεδόν σαν θνησιγενή, τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, κυρίως όμως λόγω της δικής του κράσης που φαινόταν ασταθής και ανίσχυρη, το προσδόκιμο ζωής για τον μικρό Γκαουντί ήταν ελάχιστο, σχεδόν ανύπαρκτο, σύμφωνα με τους γιατρούς.
Ωστόσο, διαψεύδοντας εκείνους που τον είχαν ξεγράψει εκ των προτέρων, ο Αντόνι άρχισε να κερδίζει τη ζωή μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο – έστω και με επώδυνο, μαρτυρικό τρόπο. Επιπλέον, ο ίδιος, κατά σύμπτωση και χωρίς να το έχει επιδιώξει, σε κάποια στιγμή κρυφάκουσε μια συνομιλία των γονέων του με έναν από τους γιατρούς, ο οποίος προσπαθούσε να προετοιμάσει τη μητέρα του για τον επικείμενο, αναπόδραστο θάνατό του. Το περιστατικό αυτό τραυμάτισε ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό του διά βίου, φυτεύοντας στο μυαλό του την ιδέα ότι ζει με δανεικό και πεπερασμένο χρόνο. Πιθανώς γι’ αυτό να αναζήτησε στήριξη και παρηγοριά στην Παναγία – αλλά και εξίσου στη μεταρσίωση μέσω της τέχνης.
Ο Αντόνι Γκαουντί
Αντιγράφοντας τη φύση
Εξαιτίας της αρθρίτιδας που ουσιαστικά τον καθήλωνε στο σπίτι, στερημένος από τη συναναστροφή με συνομηλίκους, χωρίς επαφές με τον κοινωνικό περίγυρο παρά μόνο με τη μητέρα του, ο Γκαουντί μοιραία ανέπτυξε έναν εσωστρεφή χαρακτήρα. Και ενώ ο πατέρας του διένυε μεγάλες αποστάσεις βαδίζοντας ως μανιώδης περιπατητής, ο Αντόνι δεν ήταν σε θέση ούτε καν να διανοηθεί πως θα περπατούσε μαζί με τα αδέλφια του έως το σχολείο, το οποίο απείχε 7-8 χιλιόμετρα από το σπίτι της οικογένειας.
Οι πόνοι στις αρθρώσεις του δεν θα του επέτρεπαν να διανύσει παρά μόλις μερικά μέτρα. Από την άλλη, όμως, ο κατ’ οίκον περιορισμός ήταν ο καταλύτης για τη διαμόρφωση των βασικών αισθητικών προτύπων για τον ίδιο. Παρατηρούσε με τις ώρες τα δέντρα, τα φυτά και τα λουλούδια στον κήπο, περιεργαζόταν κάθε λεπτομέρεια όσων συνέβαιναν στο φυσικό περιβάλλον, τόσο στο μακροσκοπικό όσο και στο μικροσκοπικό επίπεδο. Το βλέμμα του ακολουθούσε αχόρταγα, π.χ,. μια σταγόνα νερού πάνω σε ένα φύλλο, το πώς γλιστρούσε στην επιφάνειά του, ανάμεσα στα νεύρα και τα τριχοειδή αγγεία του.
Κάτι αντίστοιχο έκανε αποτυπώνοντας στο μυαλό του το πώς αναπτύσσονταν τα μεγαλύτερα δέντρα, το πώς στηρίζονταν και ισορροπούσαν, ενίοτε εφευρίσκοντας μεγαλοφυείς τρόπους να εξαπατούν τη βαρύτητα για να παραμείνουν όρθια και να συνεχίσουν να ψηλώνουν. Ολα αυτά με τρομακτικές λεπτομέρειες που θα προσιδίαζαν σε έναν πνευματικά διαταραγμένο επιστήμονα, θα αποθηκεύονταν σχολαστικά στη βάση δεδομένων που είχε μέσα στο κεφάλι του, προς μελλοντική αξιοποίηση στα αρχιτεκτονήματα και τα γλυπτά του. Και, βέβαια, πάνω απ’ όλα στο έργο που θα γινόταν το magnum opus του, τη Σαγράδα Φαμίλια.
Θέλοντας να υμνήσει την αρμονία της φύσης ο Γκαουντί αντί για κολόνες και κίονες επέλεξε να στηρίξει τον ναό σε συστοιχίες από πανύψηλα πέτρινα και τσιμεντένια δέντρα που θυμίζουν απολιθωμένο δάσος
Ο φαραώ της Βαρκελώνης
Η Σαγράδα Φαμίλια τυπικά είναι ένας από τους πιο ιδιόμορφους, πλην οικουμενικά αναγνωρίσιμους καθεδρικούς ναούς στον κόσμο. Ισως μόνο η Παναγία των Παρισίων ή το Ντουόμο του Μιλάνου να ανταγωνίζονται σε διασημότητα τη Σαγράδα Φαμίλια – και πάλι, όμως, είναι αυτή που ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη εκκλησία αυτής της κατηγορίας. Ακριβώς επειδή η Σαγράδα Φαμίλια δεν είναι απλώς μια εκκλησία. Στην ουσία είναι ένα μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, ανεξαρτήτως του αν κατασκευάστηκε ως κέντρο λατρείας του Θεού, και δη στην καθολική εκδοχή του καθολικισμού.
Αποτελεί ενσάρκωση -παρότι είναι φτιαγμένη από αδρανή υλικά- της τόλμης του ανθρώπου να οραματίζεται, να σχεδιάζει και να κατασκευάζει, να μεταθέτει τα όρια της δημιουργικότητάς του πιο πέρα από οτιδήποτε μπορεί να θεωρείται εφικτό, λογικό, πρέπον και αρμόζον, υπερφίαλο, βλάσφημο, υπέροχο, συγκλονιστικό – ή και ειδεχθές, όπως τη θεωρούσε ο Τζορτζ Οργουελ, χωρίς να είναι, επ’ ουδενί, ο μόνος hater της Σαγράδα Φαμίλια.
Θα τολμούσε κανείς να πει ότι στο υποθετικό σενάριο που θα ζητούνταν από κάποια εξωγήινη δύναμη να δοθούν συστάσεις για το τι έχουν να επιδείξουν οι ένοικοι αυτού του πλανήτη ως ένα από τα λαμπρότερα επίτευγματά τους, η Σαγράδα Φαμίλια σίγουρα θα ήταν ένα από τα πρώτα και πιο χαρακτηριστικά δείγματα των σχεδόν απέραντων δυνατοτήτων της ανθρώπινης διάνοιας. Της διάνοιας, εν προκειμένω, ενός ανθρώπου, του Αντόνι Γκαουντί.
Το τραγικό τέλος
Κατά συνέπεια, αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει -δηλαδή να προχωρήσει πέρα από τον θαυμασμό και το δέος- το μοναδικό επίτευγμα της Σαγράδα Φαμίλια, θα πρέπει οπωσδήποτε να εντρυφήσει στη βιογραφία του δημιουργού της. Και όπως ισχύει σε κάθε έργο τέχνης, η ομορφιά μαγνητίζει την προσοχή και αρχικά συγκλονίζει.
Πυροδοτώντας αυτομάτως την αισθητική απόλαυση, η οποία μεγεθύνεται και βαθαίνει ακόμη περισσότερο με τη γνώση. Και αν η τέχνη στην υψηλότερη και πιο ευγενή έκφρασή της συνιστά μια εναλλακτική οδό προσέγγισης του επέκεινα, παράλληλη με εκείνη της θρησκευτικής πίστης, τότε ο Αντόνι Γκαουντί θα μπορούσε να είναι ο αρχέτυπος απόστολος και μάρτυράς της.
Ο Γκαουντί, αυτός ο γεράκος που, ενώ ήταν χαμένος στις σκέψεις του, τον πάτησε το τραμ λίγο προτού συμπληρώσει τα 73 του χρόνια, στις 10 Ιουνίου του 1926. Και που αφού αφέθηκε να ψυχορραγεί παραπεταμένος, καθώς όλοι όσοι τον είδαν να πέφτει πίστεψαν ότι με τέτοια περιβολή δεν μπορεί παρά να ήταν κάποιος παρίας.
Τελικά, όμως, ετάφη μέσα στη Σαγράδα Φαμίλια. Κάπως σαν τους φαραώ της αρχαίας Αιγύπτου – μόνο που η «πυραμίδα» του Αντόνι Γκαουντί δεν φτιάχτηκε για εκείνον, αλλά από εκείνον. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν φτιάχτηκε ως υπερμέγεθης τάφος, αλλά ως μνημείο προορισμένο να δοξολογεί μεν τον Θεό, αποθεώνοντας όμως εσαεί το ανθρώπινο πνεύμα.
Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image, Shutterstock

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή