Στο υπέδαφος των γαλλο-ελβετικών συνόρων, εκεί που οι δέσμες πρωτονίων συγκρούονται με αδιανόητες ταχύτητες στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC), η ύλη μετατρέπεται σε μια «κοχλάζουσα σούπα» από κουάρκ και γλουόνια. Μέχρι σήμερα, η επιστημονική διαίσθηση υπαγόρευε πως το πέρασμα από αυτό το αρχικό, βίαιο στάδιο στην τελική εκπομπή σωματιδίων θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια δραματική μεταβολή στην αταξία του συστήματος. Ωστόσο, νέα δεδομένα έρχονται να ανατρέψουν αυτή την εικόνα, αποκαλύπτοντας μια αναπάντεχη σταθερότητα που έχει τις ρίζες της στην καρδιά της κβαντικής μηχανικής.
Μια νέα μελέτη από το Ινστιτούτο Πυρηνικής Φυσικής της Πολωνικής Ακαδημίας Επιστημών (IFJ PAN) στην Κρακοβία φέρνει στο φως μια κρυφή «συμμετρία» μέσα στη βιαιότητα των συγκρούσεων. Οι ερευνητές απέδειξαν ότι η εντροπία –το μέτρο της αταξίας ή της πληροφορίας ενός συστήματος– παραμένει αναλλοίωτη κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, επιβεβαιώνοντας με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την αρχή της μοναδιαιότητας.
Για να κατανοήσουμε τη σημασία της ανακάλυψης, πρέπει να φανταστούμε τι συμβαίνει στο εσωτερικό του επιταχυντή. Όταν δύο πρωτόνια συγκρούονται με υψηλή ενέργεια, τα συστατικά τους (κουάρκ και γλουόνια) αλληλεπιδρούν χαοτικά, δημιουργώντας πλήθος εικονικών σωματιδίων. Στη συνέχεια, καθώς το σύστημα «ψύχεται», τα κουάρκ ενώνονται ξανά για να σχηματίσουν αδρόνια, τα σωματίδια που τελικά καταγράφονται από τους ανιχνευτές.
Η κοινή λογική θα έλεγε πως η εντροπία σε αυτή την πρώτη, πυκνή φάση των γλουονίων θα έπρεπε να διαφέρει σημαντικά από την εντροπία των τελικών σωματιδίων που εκτοξεύονται μακριά. Το πρώτο στάδιο μοιάζει απείρως πιο περίπλοκο και δυναμικό. Όμως, η φύση φαίνεται πως είχε διαφορετική άποψη. Τα δεδομένα από τον LHC δείχνουν ότι η εντροπία των αλληλεπιδρώντων γλουονίων είναι πρακτικά πανομοιότυπη με αυτή των παραγόμενων αδρονίων.
Τη λύση σε αυτό το φαινομενικό παράδοξο έδωσαν ο καθηγητής Krzysztof Kutak και ο Δρ. Sandor Lokos από το IFJ PAN. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από τέσσερα μεγάλα πειράματα του LHC (ALICE, ATLAS, CMS και LHCb), οι ερευνητές δοκίμασαν ένα νέο θεωρητικό εργαλείο: το «γενικευμένο διπολικό μοντέλο».
Τα διπολικά μοντέλα χρησιμοποιούνται εδώ και καιρό για να περιγράψουν τα συστήματα γλουονίων, θεωρώντας κάθε γλουόνιο ως ζεύγος κουάρκ-αντικουάρκ. Ο καθηγητής Kutak, σε συνεργασία με τον Δρ. Pawel Caputa από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, βελτίωσαν τα υπάρχοντα μοντέλα ενσωματώνοντας εξισώσεις από τη θεωρία της πολυπλοκότητας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα θεωρητικό πλαίσιο που περιγράφει με ακρίβεια τις συγκρούσεις σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, από τα 0,2 έως τα 13 teraelectronvolts (TeV).
«Στην εργασία μας αποδεικνύουμε ότι το γενικευμένο διπολικό μοντέλο περιγράφει τα υπάρχοντα δεδομένα με μεγαλύτερη ακρίβεια από τις προηγούμενες προσεγγίσεις και λειτουργεί σωστά σε μεγαλύτερο εύρος ενεργειών», τονίζει ο καθηγητής Kutak.
Το κλειδί για την κατανόηση αυτού του φαινομένου βρίσκεται σε μια θεμελιώδη αρχή της κβαντικής φυσικής: τη μοναδιαιότητα (unitarity). Αν και ο όρος ακούγεται τεχνικός, η έννοια είναι απλή και βαθιά: η πληροφορία και η πιθανότητα δεν μπορούν ούτε να χαθούν ούτε να δημιουργηθούν από το μηδέν. Το άθροισμα των πιθανοτήτων για όλα τα πιθανά αποτελέσματα μιας κβαντικής διαδικασίας πρέπει πάντα να ισούται με τη μονάδα.
Το γεγονός ότι η εντροπία δεν αλλάζει από την αρχή μέχρι το τέλος της σύγκρουσης είναι η πειραματική επιβεβαίωση ότι η διαδικασία εξελίσσεται ακριβώς όπως προβλέπουν οι θεμελιώδεις νόμοι, διατηρώντας την κβαντική πληροφορία ακέραια, ακόμη και μέσα στο απόλυτο χάος μιας σύγκρουσης υψηλών ενεργειών.
«Η μοναδιαίοτητα είναι κάτι που διδάσκονται οι φοιτητές φυσικής», σημειώνει ο καθηγητής Kutak. «Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να ασχολείσαι με μια θεωρία στα χαρτιά και εντελώς διαφορετικό να την παρατηρείς να επαληθεύεται στα πραγματικά δεδομένα των παραγόμενων αδρονίων».
Η επιβεβαίωση του νέου μοντέλου ανοίγει τον δρόμο για βαθύτερη κατανόηση της ύλης. Οι φυσικοί περιμένουν τώρα την επόμενη φάση του LHC, όπου η αναβάθμιση του ανιχνευτή ALICE θα επιτρέψει μετρήσεις σε ακόμη πιο πυκνές περιοχές αλληλεπίδρασης γλουονίων.
Παράλληλα, το ενδιαφέρον στρέφεται και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο νέος επιταχυντής Electron-Ion Collider (EIC) που κατασκευάζεται στο Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven στις ΗΠΑ, αναμένεται να προσφέρει πολύτιμα δεδομένα. Συγκρούοντας ηλεκτρόνια με πρωτόνια, το EIC θα λειτουργήσει ως ένα πανίσχυρο μικροσκόπιο, επιτρέποντας στους επιστήμονες να εξερευνήσουν τα πυκνά συστήματα γλουονίων στο εσωτερικό μεμονωμένων πρωτονίων με πρωτοφανή καθαρότητα.
Η ανακάλυψη αυτή υπενθυμίζει ότι ακόμη και στα πιο βίαια και φαινομενικά άτακτα φαινόμενα του Σύμπαντος, η φύση ακολουθεί αυστηρούς κανόνες διατήρησης, κρύβοντας μια βαθιά, μαθηματική κομψότητα που μόλις τώρα αρχίζουμε να αποκωδικοποιούμε πλήρως.
