Σχεδόν δύο μήνες από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι παγκόσμιες αγορές τροφίμων βρίσκονται σε μια εύθραυστη ισορροπία.
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ ΜΕ ΑΙ Ειδικοί προειδοποιούν για επικείμενη αύξηση των τιμών τροφίμων τους επόμενους μήνες, με σοβαρές επιπτώσεις στους φτωχούς πληθυσμούς Ασίας και Αφρικής. Διεθνείς οργανισμοί μιλούν για κίνδυνο «παγκόσμιας επισιτιστικής καταστροφής» και οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας για εκατομμύρια. Οι τιμές των τροφίμων παραμένουν συγκρατημένες λόγω προηγούμενης παραγωγής και υψηλών αποθεμάτων, ωστόσο το αυξημένο κόστος ενέργειας ήδη πιέζει τα νοικοκυριά σε αναπτυσσόμενες χώρες, οδηγώντας σε αλλαγές στη διατροφή και πιθανές συνέπειες υγείας. Ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνουν συγκρατημένη αισιοδοξία, αναλυτές ενέργειας προειδοποιούν για επικείμενη μετατροπή της ενεργειακής κρίσης σε επισιτιστική. Οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές επιβαρύνουν την εφοδιαστική αλυσίδα, αυξάνοντας τα ναύλα και προκαλώντας καθυστερήσεις. Οι αυξανόμενες τιμές λιπασμάτων και ενέργειας απειλούν την αγροτική παραγωγή, ενώ η ιστορία διδάσκει τη σημασία των προληπτικών πολιτικών έναντι των αντιδραστικών. Το εύθραυστο σύστημα βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, αναδεικνύοντας τη βαθιά διασύνδεση ενέργειας, γεωπολιτικής και τροφίμων.
Παρά το γεγονός ότι οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί μέχρι στιγμής ως επί το πλείστον συγκρατημένα, ειδικοί προειδοποιούν ότι τα χειρότερα ενδέχεται να μην έχουν ακόμη φανεί.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ -ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά και εμπορικά περάσματα στον κόσμο- έχει ήδη εκτοξεύσει το κόστος καυσίμων και λιπασμάτων. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί, η επίπτωση στις τιμές των τροφίμων εμφανίζεται με χρονική υστέρηση.
Ο Ματίν Κάιμ, εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Αναπτυξιακής Έρευνας του Πανεπιστημίου της Βόννης, δήλωσε στο Al Jazeera ότι «οι τιμές των τροφίμων σίγουρα θα αυξηθούν τους επόμενους μήνες, καθιστώντας δυσκολότερη για πολλούς ανθρώπους την πρόσβαση σε επαρκή και υγιεινή διατροφή».
Όπως πρόσθεσε, «οι φτωχοί πληθυσμοί στην Αφρική και την Ασία θα πληγούν περισσότερο, καθώς ήδη δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τρόφιμα», προειδοποιώντας ότι «η πείνα και ο υποσιτισμός είναι πολύ πιθανό να αυξηθούν».
Προειδοποιήσεις για «παγκόσμια επισιτιστική καταστροφή» από διεθνείς οργανισμούς
Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) προειδοποίησε πρόσφατα προειδοποίησε ότι μια παρατεταμένη κρίση στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε «παγκόσμια επισιτιστική καταστροφή». Χώρες όπως η Ινδία, το Μπανγκλαντές, η Αίγυπτος και η Κένυα συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ευάλωτων.
Αντίστοιχα, το Παγκόσμιο
Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP) του
ΟΗΕ εκτίμησε σε πρόσφατη ανάλυση ότι έως και 45 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται
να αντιμετωπίσουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί και
οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές.
Παράλληλα, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό πεδίο της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας επισημαίνει ότι οι διαταραχές στην ενέργεια και τα λιπάσματα μπορούν να προκαλέσουν «αλυσιδωτές κρίσεις» σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων, από την παραγωγή μέχρι τη λιανική.
Μέχρι στιγμής, οι
αυξήσεις στις τιμές τροφίμων παραμένουν σχετικά περιορισμένες. Σύμφωνα με τον
δείκτη του FAO, οι τιμές
αυξήθηκαν κατά 2,4% τον τελευταίο μήνα, ενώ τα δημητριακά κατέγραψαν ακόμη
μικρότερη άνοδο.
Αυτό, όπως
εξηγούν οι ειδικοί, οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των τροφίμων που
καταναλώνονται σήμερα έχει παραχθεί πριν από την έναρξη του πολέμου. Επιπλέον,
η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τα
αποθέματα να αναμένεται να φτάσουν τους 951,5 εκατομμύρια τόνους έως το 2026.
Ο Σάντρο
Στάινμπαχ, ειδικός στην αγροτική πολιτική στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βόρειας
Ντακότα (North Dakota State University), εξήγησε στο Al Jazeera ότι «τα σοκ στις εισροές μεταφέρονται συχνά με καθυστέρηση»,
καθώς αποθέματα, προαγορασμένα λιπάσματα και αβεβαιότητα μπορούν προσωρινά να
μετριάσουν τις επιπτώσεις.
Οι συνέπειες, ωστόσο, είναι ήδη αισθητές σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.
Ο Σούρο Ντασγκούπτα, ερευνητής στην ιταλική δεξαμενή σκέψης «Fondazione CMCC», δήλωσε στο ίδιο μέσο ότι «σε πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος οι τιμές καυσίμων περνούν άμεσα στις τιμές των τροφίμων», καθώς το κόστος μεταφοράς αποτελεί μεγάλο μέρος των συνολικών δαπανών.
«Ακόμη και πριν από πιθανό σοκ στις συγκομιδές, το αυξημένο ενεργειακό κόστος επηρεάζει ήδη τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς σε πόλεις όπως η Ντάκα, το Κάιρο και το Λάγος», σημείωσε.
Η αύξηση των
τιμών οδηγεί επίσης σε αλλαγές στη διατροφή. Όπως τόνισε ο Μοχάμαντ Αλαμεντίν,
καθηγητής πολιτικής υγείας, «όταν μειώνονται τα εισοδήματα, τα νοικοκυριά
εγκαταλείπουν πρώτα τα φρούτα, τα λαχανικά και τις πρωτεΐνες και στρέφονται σε
φθηνότερες, θερμιδικά πυκνές επιλογές», με σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες για
την υγεία.
Παρά τις
ανησυχίες, οι χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνουν προς το παρόν συγκρατημένη
αισιοδοξία. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το σιτάρι και το καλαμπόκι
προβλέπουν αυξήσεις της τάξης του 4-5% έως το τέλος του έτους.
Η Ελίζαμπεθ
Ρόμπινσον, καθηγήτρια στο London School of Economics, δήλωσε ότι «η τρέχουσα κατάσταση είναι
κάπως διαφορετική από προηγούμενες κρίσεις», καθώς «οι αγορές δημητριακών δεν
έχουν διαταραχθεί και οι χώρες δεν αντιδρούν όπως το 2008». Κατά συνέπεια,
εκτίμησε ότι «δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος δραματικής εκτίναξης των τιμών».
«Είμαστε με δανεικό χρόνο»: Προειδοποιήσεις από την αγορά ενέργειας
Ωστόσο, άλλοι
αναλυτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ των Financial Times, οι traders προειδοποιούν ότι η παγκόσμια οικονομία «παίζει με τον χρόνο». Ο Πάμπλο Γκαλάντε Εσκομπάρ, επικεφαλής LNG της εταιρείας Vitol, δήλωσε ότι «βρισκόμαστε σε δανεικό χρόνο» και προειδοποίησε: «αυτό δεν είναι βιώσιμο, ειδάλλως η ενεργειακή κρίση θα μετατραπεί σε επισιτιστική κρίση».
Η μείωση των ροών
φυσικού αερίου έχει ήδη πλήξει τη βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα τα εργοστάσια
λιπασμάτων, τα οποία εξαρτώνται από το φυσικό αέριο για την παραγωγή αμμωνίας.
Η κρίση δεν
περιορίζεται μόνο στην ενέργεια. Οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές
επηρεάζουν ήδη την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Λουίζα Φόλις, αναλύτρια στη ναυτιλιακή εταιρεία Clarksons, δήλωσε στη βρετανική οικονομική εφημερίδα ότι τα ναύλα για τη μεταφορά σιτηρών έχουν αυξηθεί έως και 60%, ενώ οι καθυστερήσεις -ιδίως στη Διώρυγα του Παναμά- φτάνουν τις 40 ημέρες.
«Τα πλοία που μεταφέρουν χαμηλότερης αξίας φορτία, όπως τα σιτηρά, βρίσκονται σε μειονεκτική θέση» εξήγησε, καθώς τα πετρελαιοφόρα πληρώνουν υψηλότερα ποσά για προτεραιότητα διέλευσης.
Οι αυξανόμενες
τιμές λιπασμάτων και ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα την παραγωγή. Ο FAO εκτιμά ότι οι τιμές λιπασμάτων
μπορεί να αυξηθούν κατά 20% το πρώτο εξάμηνο του 2026 εάν η κρίση συνεχιστεί.
Η Κάθι Μπέιλις, ειδικός στην επισιτιστική ασφάλεια από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (University of California), δήλωσε στο Al Jazeera ότι «δεν θα αποτελούσε έκπληξη να δούμε σημαντικές αυξήσεις τιμών σε ορισμένες χώρες σύντομα». Όπως σημείωσε, οι αγρότες ενδέχεται να μειώσουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις ή τη χρήση εισροών, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι παρόμοιες κρίσεις στο παρελθόν, όπως εκείνη του 2007-08, επιδεινώθηκαν από λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις, όπως οι περιορισμοί στις εξαγωγές.
Ο Στιβ Γουίγκινς,
ερευνητής στο Overseas Development Institute, σημειώνει ότι «οι απαισιόδοξες προβλέψεις συχνά υποτιμούν την ικανότητα
των αγορών να προσαρμόζονται», θυμίζοντας ότι οι τιμές τελικά αποκλιμακώθηκαν.
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η έγκαιρη δράση είναι κρίσιμη. Η Φαρά Νάτζα, καθηγήτρια επιδημιολογίας, διατροφής στο University of Sharjah των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τονίζει ότι «η Ιστορία μάς διδάσκει το ίδιο μάθημα ξανά και ξανά: οι αντιδραστικές πολιτικές κοστίζουν περισσότερο από τις προληπτικές».
Η κρίση στα Στενά
του Ορμούζ αναδεικνύει τη βαθιά διασύνδεση μεταξύ ενέργειας, γεωπολιτικής και
τροφίμων. Παρότι οι αγορές δείχνουν προς το παρόν ανθεκτικές, η παρατεταμένη
αστάθεια θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες αναταράξεις.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξουν επιπτώσεις, αλλά πόσο σοβαρές θα είναι και πόσο προετοιμασμένος είναι ο κόσμος να τις αντιμετωπίσει.
