Οι ΗΠΑ εξετάζουν επισταμένα τη στρατιωτική ενίσχυση κουρδικών ένοπλων οργανώσεων με στόχο την αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος και την πρόκληση ευρύτερης εξέγερσης στο εσωτερικό της χώρας, όχι μόνο σύμφωνα με τα πρωτοσέλιδα στον Αμερικανικό Τύπο τις τελευταίες ημέρες, αλλά και όπως έχει δρομολογηθεί τα τελευταία χρόνια – από την εποχή του 9/11 και πιο πρόσφατα από τον Ιούνιο του 2025 – όταν ο Τραμπ βομβάρδισε αιφνιδίως πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν.

Η ιστορία των Κούρδων χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις, εξεγέρσεις και καταστολή από τα κράτη στα οποία ζουν, και όπως συχνά λένε οι ίδιοι, «οι μόνοι πραγματικοί φίλοι των Κούρδων είναι τα βουνά».

Η αμερικανική προσέγγιση προς τις κουρδικές οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη Μέση Ανατολή, καθώς η στρατιωτική επιχείρηση Epic Fury ανατρέπει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή.

Ωστόσο, η ιστορία των σχέσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Κούρδων δείχνει ότι συχνά οι τελευταίοι χρησιμοποιούνται ως στρατηγικά πιόνια – και πολλές φορές εγκαταλείπονται όταν αλλάζουν οι προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων.

Η δε «βαλκανοποίηση» (“balkanization”) περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία ένα κράτος – όπως το Ιράν – ή μια ευρύτερη περιοχή διασπάται σε μικρότερες, συχνά αδύναμες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους πολιτικές οντότητες.

Ο κατακερματισμός αυτός συνδέεται συνήθως με έντονες εθνοτικές, θρησκευτικές, πολιτικές ή γεωγραφικές διαφορές, οι οποίες οδηγούν σε αποσχίσεις, εμφύλιες συγκρούσεις ή δημιουργία νέων κρατών/κυβερνήσεων – κατά προτίμηση σε πλήρη «συγχρονισμό» με τις γεωπολιτικές βλέψεις των ΗΠΑ.

Ο όρος προέρχεται από την ιστορική εμπειρία των Βαλκανίων κατά τον 19ο αιώνα, όταν η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησε στη δημιουργία πολλών μικρών κρατών με συχνές εντάσεις και ανταγωνισμούς.

Τυπικό παράδειγμα αυτής της μεθόδου στον 20ό αιώνα ήταν οι μηχανορραφίες των ΗΠΑ (και όχι μόνο) που διέλυσαν την πρώην Γιουγκοσλαβία – έστω με όλα της τα σοβαρά προβλήματα – και οδήγησαν τους Σέρβους, τους Κροάτες και τους μουσουλμάνους Βόσνιους στην αλληλοσφαγή.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ήδη σε επαφές με οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης και Κούρδους ηγέτες στο Ιράκ, εξετάζοντας το ενδεχόμενο παροχής στρατιωτικής υποστήριξης, ενώ παράλληλα η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA) φέρεται να εργάζεται ήδη για τον εξοπλισμό κουρδικών δυνάμεων, με στόχο την πρόκληση εξέγερσης στο Ιράν.

Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, το σχέδιο προβλέπει ότι «οι κουρδικές ένοπλες δυνάμεις θα εμπλακούν με τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας, καθηλώνοντάς τες, ώστε να μπορέσουν άοπλοι Ιρανοί στις μεγάλες πόλεις να βγουν στους δρόμους χωρίς να κινδυνεύσουν να σφαγιαστούν, όπως συνέβη κατά τις ταραχές του Ιανουαρίου», ανέφερε αυτολεξεί ενημέρωση ανώνυμης πηγής της CIA στο CNN.

Η προσέγγιση του Τραμπ προς την ιρανική κουρδική αντιπολίτευση, που εδρεύει στο ιρακινό Κουρδιστάν, ξεκίνησε την περασμένη Κυριακή, μία μέρα μετά την έναρξη της Epic Fury, με ένα τηλεφώνημα στους ηγέτες των δύο κύριων κουρδικών φατριών στο Ιράκ – τον Μασούντ Μπαρζανί και τον Μπαφέλ Ταλαμπάνι, ενώ ακολούθησε μια συνομιλία την επόμενη μέρα με τον αρχηγό του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος του Ιράν (Kurdish Democratic Party of Iran – KDPI), Μουσταφά Χιτζρί.

Σύμφωνα τώρα με τις ίδιες τις κουρδικές πηγές, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης ενδέχεται να συμμετάσχουν σύντομα σε χερσαία επιχείρηση στο δυτικό Ιράν.

Ο στόχος μιας τέτοιας επιχείρησης θα ήταν να εμπλακούν οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας σε ένα νέο μέτωπο, αναγκάζοντας την Τεχεράνη να μεταφέρει στρατεύματα από άλλες περιοχές της χώρας.

Κάποιοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ θεωρούν ότι οι κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία χάους και να εξαντλήσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του ιρανικού καθεστώτος.

Άλλες ιδέες που εξετάζονται αφορούν την πιθανότητα κατάληψης εδαφών στο βόρειο Ιράν, δημιουργώντας μια ζώνη ασφαλείας που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως στρατηγικό ανάχωμα υπέρ του Ισραήλ.

Το Ιράν είναι ένα πολυεθνοτικό κράτος με μεγάλες μειονότητες – Αζέρους, Κούρδους, Λούρους, Άραβες και Βαλούχους – πολλές από τις οποίες διαθέτουν ένοπλες οργανώσεις.

Αν η χώρα αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω, η σύγκρουση θα μπορούσε να αποκτήσει και εθνοτικές διαστάσεις.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κουρδικές οργανώσεις αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο δίλημμα – να συνεργαστούν με έναν απρόβλεπτο σύμμαχο ή να μείνουν αμέτοχες σε μια ιστορική στιγμή που μπορεί να καθορίσει το μέλλον της χώρας τους.

Ορισμένες από τις οργανώσεις αυτές έχουν αφήσει – πρόσφατα – να εννοηθεί σε δημόσιες δηλώσεις τους ότι προετοιμάζουν άμεσα στρατιωτικές κινήσεις, καλώντας μάλιστα Ιρανούς στρατιώτες να αυτομολήσουν.

Η Τεχεράνη παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, καθώς οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) έχουν ήδη πραγματοποιήσει επιθέσεις με δεκάδες drones εναντίον κουρδικών θέσεων, στοχεύοντας οργανώσεις που δραστηριοποιούνται κοντά στα σύνορα – ειδικά με το Αζερμπαϊτζάν.

Ας θυμηθούμε ότι το 2023, η Βαγδάτη και η Τεχεράνη κατέληξαν σε συμφωνία για τον αφοπλισμό των ομάδων αυτών, γεγονός που περιόρισε  – μόνο προσωρινά – τη δραστηριότητά τους.

Οι Κούρδοι αποτελούν περίπου το 10% έως 17% του πληθυσμού του Ιράν και ζουν κυρίως στις ορεινές περιοχές της βορειοδυτικής χώρας.

Η αντιπαράθεσή τους με την κεντρική εξουσία έχει βαθιές ρίζες, ήδη από την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν η κυρίως σουνιτική κουρδική κοινότητα εξεγέρθηκε εναντίον του νέου σιιτικού θεοκρατικού καθεστώτος.

Τα επόμενα σχεδόν πενήντα χρόνια, διάφορα κουρδικά κόμματα – πολλά με ένοπλες πτέρυγες που εδρεύουν στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Ιράκ – κατάφεραν να επιβιώσουν παρά τις προσπάθειες της Τεχεράνης να εξαλείψει κάθε οργανωμένη αντιπολίτευση.

Οι κουρδικές περιοχές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις μαζικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν το 2022 μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, μιας νεαρής γυναίκας κουρδικής καταγωγής, ενώ συμμετείχαν ενεργά και στις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις του 2025–2026.

Η δυναμική αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής κατά τις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του περασμένου χειμώνα – τον Ιανουάριο.

Την ώρα που οι κινητοποιήσεις σε πολλές πόλεις της χώρας καταστέλλονταν βίαια, επτά κουρδικά κόμματα συντόνισαν μια γενική απεργία στις κουρδικές περιοχές, παραλύοντας την οικονομική δραστηριότητα.

Η συνεργασία αυτή οδήγησε, τον Φεβρουάριο, στη δημιουργία της Συμμαχίας Πολιτικών Δυνάμεων του Ιρανικού Κουρδιστάν, στην οποία συμμετέχουν σημαντικές οργανώσεις όπως το KDPI και το Κόμμα Ελευθερίας του Κουρδιστάν (PAK) – οι μαχητές του οποίου είχαν πολεμήσει στο Ιράκ εναντίον του τζιχαντιστικού Ισλαμικού Κράτους.

Ο στόχος τους είναι η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας και η προώθηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Κούρδων.

Παρά τη νέα προσέγγιση της Ουάσινγκτον, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι πρόκειται περισσότερο για μια συνεργασία προσωρινής και ωφέλιμης τακτικής παρά για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική συμμαχία.

Η Ουάσινγκτον είχε προηγουμένως επιχειρήσει να συνεργαστεί με άλλες μορφές ιρανικής αντιπολίτευσης, όπως μοναρχικούς υποστηρικτές του πρώην Σάχη αλλά και πρόσφατα με τον γιο του, Ρέζα Παχλαβί, με εξόριστες οργανώσεις και το κίνημα Μουτζαχεντίν-ε-Χαλκ, χωρίς όμως να βρει αξιόπιστες δομές με πραγματική επιρροή στο εσωτερικό της χώρας.

Οι κουρδικές και οι βαλουχικές οργανώσεις είναι από τις λίγες που διαθέτουν ένοπλες δυνάμεις και οργανωμένη παρουσία στις παραμεθόριες περιοχές.

Ωστόσο, η λεγόμενη «ενεργοποίηση» μεμονωμένων ανθρώπων ή ομάδων σε πλαίσιο ωφέλιμου «τακτικισμού» [σ.σ. είναι όρος – “tactical activation”] συχνά λήγουν όταν πάψει να υπάρχει άμεση στρατιωτική ανάγκη – κάτι που έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν – και με τους Κούρδους.

Για τους Κούρδους του Ιράν, η τρέχουσα σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει ιστορική ευκαιρία, αλλά και τεράστιο κίνδυνο.

Εάν το καθεστώς καταφέρει να διατηρήσει τον έλεγχο, οι κουρδικές περιοχές ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο μιας σκληρής εκστρατείας αντιποίνων.

Ήδη, τις πρώτες ημέρες του Epic Fury, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι πραγματοποίησαν επιθέσεις εναντίον κουρδικών βάσεων στο Ιρακινό Κουρδιστάν.

Γι’ αυτό και οι κουρδικές οργανώσεις ζητούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες σαφείς εγγυήσεις, όπως αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφος ή την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων.

Η δυσπιστία δεν είναι τυχαία, καθώς στη Συρία, οι κουρδικές δυνάμεις που πολέμησαν δίπλα στις ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους έχασαν την αμερικανική στήριξη όταν άλλαξαν οι γεωπολιτικές προτεραιότητες της Ουάσινγκτον.

Η εμπειρία αυτή επηρεάζει έντονα τους σημερινούς υπολογισμούς των Ιρανών Κούρδων, διότι πολλοί γνωρίζουν ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ δεν βασίζεται απαραίτητα στην εμπιστοσύνη, αλλά σε έναν ψυχρό πολιτικό υπολογισμό.

Η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου προϋποθέτει τη συνεργασία της κουρδικής περιφερειακής κυβέρνησης στο Ιράκ, καθώς τα όπλα θα πρέπει να περάσουν μέσω του Ιρακινού Κουρδιστάν και από εκεί να ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ηγεσία της περιοχής εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική. Αξιωματούχος της κυβέρνησης του Κουρδιστάν δήλωσε ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι «εξαιρετικά επικίνδυνη», εκφράζοντας φόβους ότι θα μπορούσε να μετατρέψει την περιοχή σε πεδίο σύγκρουσης.

Το ίδιο μήνυμα έστειλε και η Βαγδάτη. Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ιράκ, Κάσιμ αλ-Αράτζι, ξεκαθάρισε ότι η χώρα δεν θα επιτρέψει σε ένοπλες ομάδες να χρησιμοποιήσουν το ιρακινό έδαφος για επιθέσεις στο Ιράν.

Δείτε το βίντεο του Al Jajeera για τα τελευταία πλήγματα του Ιράν στους Κούρδους του Ιράκ:

Πολύ πριν από όλα αυτά, υπήρχε – και υπάρχει – το «Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών»

Το Foundation for Defense of Democracies – FDD είναι ένα αμερικανικό think tank με έδρα την Ουάσινγκτον, το οποίο ιδρύθηκε το 2001, λίγο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το ινστιτούτο δραστηριοποιείται κυρίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της εθνικής ασφάλειας και της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις «εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην ασφάλεια του Ισραήλ».

Το FDD έχει γίνει γνωστό για τη σκληρή στάση που υποστηρίζει απέναντι στο Ιράν, προωθώντας πολιτικές οικονομικής πίεσης και κυρώσεων με στόχο την αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Μάλιστα θεωρείται ότι συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια.

Το πρόγραμμα του ινστιτούτου για το Ιράν διευθύνει ο διευθύνων σύμβουλος Μαρκ Ντουμπόβιτς, ο οποίος συχνά παρουσιάζεται ως ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.

Λόγω της ενεργής του συμμετοχής στην προώθηση αυτών των πολιτικών, η κυβέρνηση του Ιράν επέβαλε το 2019 κυρώσεις τόσο στο FDD όσο και στον Ντουμπόβιτς.

Πιο κοντά στις μέρες μας, και την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν τον Ιούνιο του 2025, η ισραηλινή εφημερίδα Jerusalem Post απηύθηνε ανοιχτή επιστολή στον Τραμπ, «υπαγορεύοντας» το σχέδιο πολυδιάσπασης και κατακερματισμού της χώρας, ζητώντας επί λέξη να «προσφέρει “εγγυήσεις ασφαλείας” σε περιοχές με εθνοτικές μειονότητες – Κούρδοι, Σουνίτες, Βαλούχοι – που είναι πρόθυμες να αποσχιστούν.

Κύριε πρόεδρε των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ: Έχει έρθει η στιγμή τα λόγια να συνοδευτούν από αποφασιστική δράση, έγραφε η επιστολή, προτείνοντας έξι σημεία «άμεσης δράσης»: Υιοθετήστε ανοιχτά την πολιτική της αλλαγής καθεστώτος, ενισχύστε την οικονομική πίεση, εντείνετε τις μυστικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό του Ιράν, χαρακτηρίστε επίσημα τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση και παράλληλα, επιδείξτε ισχυρή στρατιωτική ετοιμότητα.

Τέλος, προέτρεπε η εφημερίδα, δημιουργήστε μια περιφερειακή συμμαχία στη Μέση Ανατολή προσφέροντας εγγυήσεις ασφαλείας σε περιοχές με σουνιτικούς, κουρδικούς και βαλουχικούς πληθυσμούς που θα επιθυμούσαν να αποσχιστούν ενάντια στη θεοκρατική εξουσία του Αλί Χαμενεΐ. 

Η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η εμπλοκή ιρανικών κουρδικών οργανώσεων στον πόλεμο θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ακόμη περισσότερο τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, η ενεργοποίηση αυτού του «κουρδικού άσσου» από τον Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική διεύρυνση της σύγκρουσης.

Η Τουρκία έχει μακρά ιστορία στρατιωτικών επεμβάσεων στο Ιράκ και τη Συρία εναντίον κουρδικών οργανώσεων που θεωρεί συνδεδεμένες με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) – μια οργάνωση που τόσο η Άγκυρα όσο και η Ουάσινγκτον χαρακτηρίζουν τρομοκρατική, παρότι πέρυσι ανακοίνωσε τον τερματισμό της ένοπλης δράσης της έπειτα από δεκαετίες ανταρτοπολέμου.

Εάν οι Ιρανοί Κούρδοι πετύχουν σημαντικά στρατιωτικά κέρδη – ιδιαίτερα με την υποστήριξη αμερικανικών και ισραηλινών αεροπορικών δυνάμεων – είναι πιθανό να προκληθεί μια μεγάλης κλίμακας τουρκική επέμβαση, παρόμοια με εκείνες που έχει πραγματοποιήσει η Άγκυρα στο παρελθόν στο Ιράκ και τη Συρία.

Η εμπειρία της Συρίας δεν θα έπρεπε να ενθαρρύνει τους Κούρδους

Οι Κούρδοι θα έπρεπε να έχουν ήδη δεχθεί  – εσαεί – πως δεν πρέπει να εμπιστεύονται τους Αμερικάνους.

Μετά την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ, οι Κούρδοι της Συρίας έχασαν την αμερικανική στήριξη και τελικά αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την εξουσία του νέου ηγέτη της χώρας, του «ωφέλιμου» τζιχαντιστή Αχμέντ αλ-Σαράα (πρώην Αλ Τζολάνι), ύστερα από τουρκικά υποστηριζόμενη στρατιωτική επιχείρηση που κατέλυσε γρήγορα την αυτόνομη περιοχή που είχαν δημιουργήσει από το 2011.

Αυτό το παράδειγμα δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για τους Κούρδους του Ιράν ή τους συμμάχους τους στο Ιράκ, καθώς το σχέδιο μιας κουρδικής εξέγερσης – εφόσον συμμετάσχουν ενεργά και δυνάμεις από το Ιρακινό Κουρδιστάν – θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και εισβολή.

Παρά τους κινδύνους, κάποιοι Κούρδοι ίσως επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά η ιστορία δεν θα επαναληφθεί και ότι οι ΗΠΑ δεν θα τους εγκαταλείψουν ξανά.

Ωστόσο, δεν αποκλείεται ο Τραμπ να επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή μια εξέλιξη που θα προκαλέσει τουρκική επέμβαση και θα οδηγήσει σε αλυσιδωτές παρεμβάσεις στην περιοχή.

Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να εμπλέξει και άλλες χώρες.

Το Αζερμπαϊτζάν, στενός σύμμαχος της Τουρκίας, θεωρεί τις βόρειες περιοχές του Ιράν – όπου ζει μεγάλος πληθυσμός Αζέρων – ως «Νότιο Αζερμπαϊτζάν» και ενδέχεται να επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί μια πιθανή αποδυνάμωση της Τεχεράνης.

Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία, που φιλοδοξεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στον Περσικό Κόλπο, θα μπορούσε να ηγηθεί μιας περιφερειακής συμμαχίας εναντίον του Ιράν, ενδεχομένως μαζί με ορισμένους από τους μικρότερους συμμάχους της – ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τα οποία θα μπορούσαν να κινηθούν και μονομερώς λόγω των δικών τους εντάσεων με την Τεχεράνη.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Πακιστάν, που διατηρεί στενές σχέσεις με το Ριάντ, θα μπορούσε επίσης να εμπλακεί – είτε μέσω αεροπορικών πληγμάτων κατά του Ιράν είτε μέσω περιορισμένων χερσαίων επιχειρήσεων εναντίον βαλουχικών αυτονομιστικών ομάδων, επικαλούμενο λόγους αντιτρομοκρατίας.

Η πιθανή αυτή αλυσίδα παρεμβάσεων θα μπορούσε να ξεκινήσει από την επιλογή της Ουάσινγκτον να ενεργοποιήσει το «κουρδικό σχέδιο», προκαλώντας την Τουρκία να εμπλακεί πρώτη στον πόλεμο κατά του Ιράν – ακόμη κι αν οι υπόλοιπες χώρες κινηθούν τυπικά ανεξάρτητα από το Ισραήλ και συντονίζονται κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εάν ένα τέτοιο σενάριο εξελιχθεί, η διάλυση του ιρανικού κράτους θα μπορούσε να μετατραπεί σε τετελεσμένο γεγονός.

Το ερώτημα τότε δεν θα είναι αν θα συμβεί, αλλά ποια μορφή θα λάβει η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, από αυτόνομες περιοχές «τύπου Βοσνίας» που θα λειτουργούν ως de facto κρατίδια, μέχρι πλήρη απόσχιση ορισμένων περιοχών ή ακόμη και προσάρτηση εδαφών από γειτονικά κράτη.

Σε ορισμένα σενάρια εξετάζεται ακόμη και η επιβολή ζωνών απαγόρευσης πτήσεων ή διεθνής στρατιωτική παρουσία με πρόσχημα την «ειρηνευτική» ή «αντιτρομοκρατική» αποστολή – όπως σχεδιάζεται και στη Γάζα.

Σε κάθε περίπτωση, η ενεργοποίηση του κουρδικού παράγοντα θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική – και ενδεχομένως μοιραία – για την ίδια την ύπαρξη του ιρανικού κράτους.

Όσον αφορά στους Κούρδους, δεν είναι απίθανο να «χρησιμοποιηθούν» άλλη μια φορά για να επιτευχθεί η «πτώση» της «Ισλαμικής Δημοκρατίας» του Ιράν, και μετά να βρεθούν πάλι μόνοι τους, στα βουνά.

Με έρευνα και πληροφορίες από: Washington Post, New York Times, CNN, France24, Ynet, Haaretz, KAN, Tehran Times, The Jerusalem Post, TruthOut