Στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη που παραχώρησε στο ΟΝΕ Channel και την Ηλιάνα Κουλαρμάνη, ο Στέλιος Κούλογλου αναφέρθηκε στη βιασύνη της κυβέρνησης να βγάλει πόρισμα για το ναυάγιο της Χίου και τους «παράνομους εισβολείς» της Μαρίας Καρυστιανού.
Σχολίασε επίσης τις εξελίξεις στην υπόθεση Παναγόπουλου και στη δική για τις υποκλοπές. Ακολουθούν τα κυριότερα σημεία.
Δημοσιογράφος:
Πώς βλέπετε την αντιπαράθεση κυβέρνησης–αντιπολίτευσης για το τραγικό ναυάγιο στη Χίο;
Στ. Κούλογλου:
Μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ότι η κυβέρνηση έσπευσε σχεδόν αμέσως να βγάλει πόρισμα. Σε πολιτισμένες ευρωπαϊκές χώρες, αφήνονται οι αρμόδιες αρχές να ερευνήσουν και να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Εδώ είδαμε υπουργούς να ορμούν να προκαταλάβουν την έρευνα και τον πρωθυπουργό να κάνει δηλώσεις που ειλικρινά δεν βγάζουν νόημα, όπως ότι «αν δεν ήταν το Λιμενικόμ θα υπήρχαν περισσότεροι νεκροί».
Αν δεχτούμε την εκδοχή της κυβέρνησης ότι το σκάφος των προσφύγων έπεσε πάνω στο Λιμενικό, τότε αυτός ο ισχυρισμός είναι σουρεαλιστικός. Δεν στέκει λογικά. Αν δεν υπήρχε το σκάφος του Λιμενικού, θα είχαν φτάσει στην ακτή κανονικά.
Αυτή ακριβώς η κυβερνητική βιασύνη, υποδηλώνει ενοχή.
Δημοσιογράφος:
Τι θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση για να αντικρούσει αυτές τις αιτιάσεις;
Στ. Κούλογλου:
Αν ήθελε πραγματικά, θα μπορούσε να δώσει αποδεικτικά στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα τα βίντεο από τις κάμερες των σκαφών. Η Frontex πιέζει διαρκώς την ελληνική κυβέρνηση και το Λιμενικό να χρησιμοποιούν τέτοια μέσα. Μου είπε πηγή της Frontex ότι συχνά προβάλλονται από ελληνικής πλευράς προσχηματικές δικαιολογίες, όπως η προστασία προσωπικών δεδομένων των προσφύγων! Τους απωθούμε αλλά ενδιαφερόμαστε για τα προσωπικά τους δεδομένα!
Αυτό είναι απλώς αστείο. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν από πνιγμό αλλά από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που παραπέμπουν σε συγκρούσεις, δείχνει ότι η αιτία μπορεί να είναι διαφορετική. Αυτό όφειλε να το ψάξει σοβαρά η κυβέρνηση.
Δημοσιογράφος:
Υπάρχουν και μαρτυρίες επιζώντων.
Στ. Κούλογλου:
Σύμφωνα με μαρτυρίες που έδωσαν επιζώντες σε βουλευτές της Νέας Αριστεράς στο νοσοκομείο, κάποιοι είπαν ότι το Λιμενικό πέρασε από πάνω τους. Δεν ήμουν εκεί για να γνωρίζω από πρώτο χέρι, αλλά πρόκειται για μια σοβαρή εκδοχή που όφειλε να διερευνηθεί από τις αρμόδιες αρχές.
Δημοσιογράφος:
Παράλληλα βλέπουμε τη δημιουργία δύο «στρατοπέδων»: όσοι πιστεύουν την εκδοχή του Λιμενικού και όσοι πιστεύουν τους μετανάστες. Πώς το βλέπετε επικοινωνιακά;
Στ. Κούλογλου:
Αυτή η σκληρή πολιτική στο προσφυγικό έχει υιοθετηθεί ακριβώς γιατί η κυβέρνηση επιδιώκει να συσπειρώσει το ακροδεξιό ακροατήριο, το οποίο χάνει προς όφελος του κυρίου Βελόπουλου και άλλων κομμάτων της άκρας δεξιάς – και ενδεχομένως θα το χάσει ακόμη περισσότερο αν δημιουργηθούν νέα σχήματα όπως της κυρίας Καρυστιανού.
Όλη αυτή η ιστορία δεν έχει να κάνει με την αλήθεια ή με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Είναι ένα καθαρά επικοινωνιακό εύρημα, που βασίζεται στη μόνιμη «αυτόματη απάντηση» της κυβέρνησης: «φταίνε οι διακινητές». Φυσικά οι διακινητές είναι εγκληματίες που κερδίζουν από τον ανθρώπινο πόνο. Αλλά είναι σαν να κατηγορείς τα βαποράκια για το πρόβλημα των ναρκωτικών. Το πρόβλημα δεν λύνεται έτσι. Χρειάζονται ουσιαστικές πολιτικές τομές, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δημοσιογράφος:
Πώς σχολιάζετε τη ρητορική περί «παράνομων εισβολών» από την κυρία Καρυστιανού;
Στ. Κούλογλου:
Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Πείτε ότι έχει μια άποψη για τα ελληνοτουρκικά – αυτό είναι δικαίωμά της. Όμως να μιλά μια γυναίκα που έχει χάσει ανθρώπινη ζωή με τόσο απαξιωτικό τρόπο για ανθρώπους που πληρώνουν το υστέρημά τους, βάζουν όλη τους την οικογένεια σε μια βάρκα-καρυδότσουφλο για να φτάσουν στην Ευρώπη, χάνουν παιδιά στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, είναι κάτι που πραγματικά σοκάρει.
Να αγνοεί και να απαξιώνει τον πόνο άλλων μανάδων δείχνει, δυστυχώς, ότι ίσως είχαν δίκιο όσοι έλεγαν πως αξιοποιεί την τραγωδία της για πολιτική καριέρα.
Δημοσιογράφος:
Να περάσουμε στην υπόθεση Παναγόπουλου. Ζημιώνει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ;
Στ. Κούλογλου:
Αναμφίβολα το ζημιώνει. Ο κ. Παναγόπουλος συνδέεται με μια παλιά κουλτούρα, του παλιού ΠΑΣΟΚ που είχε εμπλακεί σε σκάνδαλα και διαφθορά. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που το κόμμα δυσκολεύεται να ανακάμψει. Βέβαια πρέπει να περιμένουμε να δούμε την ουσία της υπόθεσης – έχουμε ακόμη λίγα στοιχεία. Πολιτικά όμως, η ζημιά είναι δεδομένη.
Δημοσιογράφος:
Πόσο επιβαρύνει συνολικά το κλίμα αυτή η «οσμή σκανδάλων»;
Στ. Κούλογλου:
Πάρα πολύ. Δημιουργεί την εντύπωση ότι «όλοι είναι ίδιοι» και πλήττει όχι μόνο τους κρατικούς θεσμούς αλλά και θεσμούς όπως τον συνδικαλισμό.
Δημοσιογράφος Διότι δεν είναι μόνο το σκάνδαλο αυτό με τον κύριο Παναγόπουλο. Θυμάστε ότι ε στην στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είχαν εμπλακεί και αγροτοσυνδικαλιστές.
Η ανακοίνωση της νέας αυτής υπόθεσης σίγουρα θα κάνει τη Νέα Δημοκρατία να τρίβει τα χέρια της. Δεδομένου ότι η βασική γραμμή είναι ότι δεν είμαστε μόνο εμείς διεφθαρμένοι και κλέφτες, αλλά και οι άλλοι.
Δεν μπορώ να ξέρω αν η ανακοίνωση του σκανδάλου αυτή τη στιγμή είναι τυχαία ή σχετίζεται με πολιτικές σκοπιμότητες, γι αυτό πρέπει να δούμε την ουσία αν υπάρχει σκάνδαλο και τον βαθμό ευθύνης του κυρίου Παναγόπουλου Αυτό το κλίμα ενισχύει την αποπολιτικοποίηση και έναν τυφλό αντισυστημισμό, που τελικά ευνοεί την ακροδεξιά και τις αντιδημοκρατικές απόψεις.
Δημοσιογράφος:
Κλείνοντας, ένα σχόλιο για την υπόθεση των υποκλοπών και την πρόταση ενοχής για τους κατηγορούμενους. Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για δικαίωση του αγώνα Ανδρουλάκη.
Στ. Κούλογλου:
Είναι δικαίωση για τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Θανάση Κουκάκη και για όλους όσοι αγωνιστήκαμε να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πραγματικό σκάνδαλο. Υπήρξε συστηματική, συντονισμένη επίθεση από την ΕΥΠ και ιδιωτικά κυκλώματα κατά των ελευθεριών των πολιτών.
Σε οποιαδήποτε σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα, αν παρακολουθούσαν όλους σχεδόν τους σημαντικούς υπουργούς, η κυβέρνηση θα είχε πέσει. Στην Ελλάδα, με τη βοήθεια μέρους των ΜΜΕ και της Δικαιοσύνης, η υπόθεση συγκαλύφθηκε. Φτάσαμε σε μια περιορισμένη δικαστική διαδικασία, που γίνεται σωστά αλλά δεν μπορεί να αποκαλύψει το πλήρες εύρος του σκανδάλου και να ανατρέψει την ατιμωρησία των πραγματικά υπευθύνων.
