website analysis Κούλογλου σε One Channel, ράδιο Ερτ-3 / Αγρότες, Καρυστιανού, Τραμπ και το ελπιδοφόρο μήνυμα από το Ιράν (Βίντεο) – Epikairo.gr

Τις εσωτερικές και τις δραματικές διεθνείς εξελίξεις που εγκυμονούν πολέμους, ανέλυσε ο  Στέλιος Koύλογλου, σε μια εφ ολης της ύλης συνέντευξη στο One Channel (Β. Καποδίστριας) και στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ-3 (Α. Τριανταφυλλίδης, Θ. Τσίμπας).

Αναφέρθηκε στις αγροτικές κινητοποιήσεις, τις κινήσεις Καρυστιανού, την προσωπική δικτατορία που κήρυξε ο Τραμπ και το «ελπιδοφόρο μήνυμα» από το Ιραν. Αναλυτικά:

Η σύγκρουση κυβέρνησης και αγροτών δεν εξελίσσεται πρωτίστως στο πεδίο της ουσίας, αλλά σε έναν πόλεμο εντυπώσεων. Η κυβέρνηση επιδιώκει πάνω απ’ όλα να κλείσει τα μπλόκα και να αποκαταστήσει την εικόνα «σταθερότητας», όχι να αντιμετωπίσει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα του πρωτογενούς τομέα.

Οι αγρότες, από την πλευρά τους, ακολούθησαν μέχρι τώρα μια έξυπνη τακτική, αποφεύγοντας τον κοινωνικό αυτοματισμό και δείχνοντας διάθεση διαλόγου, παρότι δεν έλαβαν ουσιαστικά τίποτα καινούργιο. Η κυβέρνηση κρατά το «καρπούζι και το μαχαίρι» και ποντάρει στην κόπωση. Με στόχο όχι τη λύση των προβλημάτων των αγορών, αλλά την εξάντληση και τελικά την ήττα τους.

Οι μικρές κυβερνητικές παραχωρήσεις και η ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα

Οι παραχωρήσεις που ανακοινώνονται είναι ελάχιστες, αποσπασματικές και σε ορισμένες περιπτώσεις αποκλείουν την πλειονότητα των αγροτών. Οπως συμβαίνει με τη μειωμένη τιμή ρεύματος μόνο για όσους δεν έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη.

Αλλά τα 2/3 έχουν χρέη επειδή τους χρωστά η κυβέρνηση!

Πρόκειται για «διακοσμητικά» μέτρα, σχεδιασμένα ώστε κανείς να μη μιλήσει για νίκη. Το πραγματικό ζητούμενο – μια συνολική πολιτική στήριξης του πρωτογενούς τομέα – απουσιάζει πλήρως. Αυτό που παίζεται δεν είναι το μέλλον της αγροτικής παραγωγής, αλλά ποιος θα κερδίσει επικοινωνιακά.

Η στάση της κυβέρνησης στη συμφωνία Mercosur αποκαλύπτει την πλήρη απουσία στρατηγικής για την ελληνική αγροτική παραγωγή. Πρόκειται για μια εμπορική συμφωνία που εξυπηρετεί κυρίως τις μεγάλες ευρωπαϊκές – και κυρίως γερμανικές – πολυεθνικές, επιτρέποντας σε αντιστάθμισμα την αδασμολόγητη εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων από τη Λατινική Αμερική.

Τα προϊόντα αυτά, παραγόμενα με χαμηλότερα κόστη και λιγότερους περιορισμούς, απειλούν ό,τι έχει απομείνει από την ελληνική αγροτική οικονομία. Οι περίφημες «δικλείδες ασφαλείας» δεν υπάρχουν, ενώ το επιχείρημα της προστασίας της φέτας – και μάλιστα μετά από επτά χρόνια – είναι ανεπαρκές και προσχηματικό.

Η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή προκαλεί έντονη αναταραχή, καθώς δυνητικά αντλεί ψήφους από όλο το φάσμα, από την άκρα δεξιά έως την αριστερά.

Με όλα τα κόμματα να βρίσκονται ήδη σε οριακή κατάσταση για διαφορετικούς λόγους το καθένα, ακόμη και μικρές απώλειες μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές κρίσεις ηγεσίας και στρατηγικής.

Εάν πάρει ένα ποσοστό 5% από τη Νέα Δημοκρατία, η Νέα Δημοκρατία πέφτει κάτω από το 25%. Άρα χάνει όλα τα μπόνους του εκλογικού νόμου και δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Αν πάρει ποσοστό από το ΠΑΣΟΚ, η θέση του κυρίου Ανδρουλάκη επιδεινώνεται. Η Αριστερά είναι σε οριακό σημείο. Αν της πάρει ένα ποσοστό θα βρεθεί να παλεύει με την είσοδό της στη βουλή.

Η Πλεύση Ελευθερίας και τα ακροδεξιά κόμματα επίσης, γιατί είναι κόμματα διαμαρτυρίας όπως εμφανίζεται και το κόμμα Καρυστιανού.

Η ίδια η κ. Καρυστιανού παύει πλέον να είναι υπερκομματική φιγούρα και μπαίνει αναγκαστικά στο σκληρό πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η κριτική της εστιάστηκε σχεδόν αποκλειστικά στον Αλέξη Τσίπρα, παρά τη στήριξη που είχε δεχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ στο ζήτημα των Τεμπών.

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί είτε ως πολιτική απειρία είτε ως επιλογή ενός «προνομιακού αντιπάλου», ενόψει της πιθανής επανόδου του Τσίπρα στο προσκήνιο.

Η βασική αντίφαση της Καρυστιανού είναι ότι, ενώ η ίδια βασικά διέπεται από συντηρητικές απόψεις, το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται είναι κυρίως αντικυβερνητικό και κοινωνικά πιο κοντά στην αριστερά. Το δίλημμα για το ποια κοινωνικά στρώματα εκπροσωπεί και ποιον τελικά εκφράζει παραμένει άλυτο. Και ενδέχεται να τη συνοδεύει μόνιμα.

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ συνιστούν, ουσιαστικά, διακήρυξη προσωπικής δικτατορίας. Η αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου και η επίκληση της «προσωπικής ηθικής» ως μοναδικού κριτηρίου άσκησης εξουσίας παραπέμπουν ευθέως σε αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης, χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα.

Το άλλο πιο ανισχητικό είναι ότι παράλληλα ανακοίνωσε ότι θα αυξηθούν δραματικά το 2027 οι στρατιωτικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια θέλει να το κάνει 1,5 τρις . Προσέξτε 50% αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε μία χώρα που έχει τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο. Αυτό σημαίνει πόλεμους. Και φοβάμαι ότι όλη αυτή η ιστορία με τον με τον Trump θα καταλήξει πάρα πολύ άσχημα και διεθνώς και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό συνέβη με την εν ψυχρώ δολοφονία μιας 37χρονης Αμερικανίδας, μητέρας τριών παιδιών, από τους πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης. Ο Τραμπ στέλνει στρατεύματα στις πόλεις που θεωρεί εχθρικές με διάφορα προσχήματα. Θα καταλήξει πάρα πολύ άσχημα αυτό. Εκτός εάν γίνει ένα θαύμα και κερδίσουν οι δημοκρατικοί το Νοέμβριο με τέτοια διαφορά ώστε να μπορούν να τον χαλιναγωγήσουν. Αλλά δεν είναι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Trump θα δεχτεί να χαλιναγωγηθεί. έχει δείξει ότι οι εκλογές ούτε του αρέσουνε, ούτε τα αποτελέσματά τους τα σέβεται.

Η διεθνής σκηνή εισέρχεται σε φάση ακραίας ρευστότητας: αναδίπλωση των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, ανάδειξη νέων πόλων ισχύος όπως η Κίνα, η Ινδία και η συμμαχία των Bricks, , αποδυνάμωση της Ευρώπης και κίνδυνος γενικευμένων συγκρούσεων. Το «δόγμα του ισχυρού» επανέρχεται ωμά, απειλώντας να αντικαταστήσει κάθε έννοια διεθνούς τάξης.

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, η εξέγερση και η αντίσταση της ιρανικής κοινωνίας στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα: παρά τη βαρβαρότητα τoυ καθεστώτoς, η επιθυμία για ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια παραμένει ζωντανή.

Οι άνθρωποι, οι νέοι ιδίως, γιατί νέοι κινούν τα νήματα και στο Ιράν, θέλουν μια άλλη κοινωνία, πιο δίκαιη, ειρηνική και ελεύθερη. Κι αγωνίζονται με κίνδυνο τη ζωή τους. Και αυτό είναι ίσως το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο, στη σημερινή παγκόσμια αβεβαιότητα.