Μεγάλη εβδομάδα, εβδομάδα των παθών. Τα νέα από τη Γάζα, την Δυτική Όχθη, το Ιράν, τον Λίβανο περιγράφουν την πολιορκία, τους βομβαρδισμούς, τους θανάτους από έναν αχόρταγο στρατό του χάρου. Δεν είναι πόλεμος είναι ένα κυνήγι πουλιών. Δεν υπάρχει άμυνα ή απάντηση, ο θάνατος έρχεται από τα πάνω, από τον «από μηχανής Χάρο» των αμάχων.

Ο Tραμπ δηλώνει ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε και δεν θα επιστρέψει ποτέ».

Τα λόγια ενός βάρβαρου, απολίτιστου, ασυνάρτητου, που δεν έχει κατανοητή ή λογική ομιλία και σκέψη. Πλήρης έλλειψη συμπάθειας για τους αμάχους που πεθαίνουν κατά χιλιάδες. Aλαζονικές δηλώσεις ενός παράφρονα και ανήθικου τρελού που μπορεί να οδηγήσει στο τέλος την ανθρωπότητα όπως απειλεί να κάνει με τον τεράστιο Περσικό πολιτισμό.

Την Μεγάλη Πέμπτη θα θυμηθούμε την εξιστόρηση της πορείας προς τον θάνατο δώδεκα φορές. Κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος από νοήματα, αξίες, σχέσεις, μνήμες, επιθυμίες και όνειρα.

Κάθε γέννηση ανοίγει ένα νέο κόσμο, κάθε θάνατος τον κλείνει. Κανείς, ούτε και ο θεάνθρωπος, δεν ξεφεύγει το αναπόδραστο. Ο θάνατος είναι το πιο δικό μου πράγμα, εμμενής και επικείμενος. Είναι μέσα μου, η Φροϋδική οργή θανάτου, και μπροστά μου, ξέρω ότι θα συμβεί δεν ξέρω πότε. Αλλά στην Γάζα και την Τεχεράνη ο επικείμενος θάνατος έγινε άμεσος, ταυτόχρονα απρόσμενος και προγραμματισμένος. Ο θάνατος είναι το μόνο δικό μου, το ζώ μόνος μου, δεν τον μοιράζομαι με κανένα. Στην Τεχεράνη, ο θάνατος που έρχεται από τα πάνω ενώνει.

«Να μελετάς την φιλοσοφία σημαίνει να μαθαίνεις να πεθαίνεις» τιτλοφορεί ο Michel de Montaigne, δοκιμιογράφος του 16ου αιώνα, ένα από τα δοκίμια του. Το ίδιο διδάσκει η ανθρωπολογία, η αρχαιολογία, η ιστορία. Η γνώση του αναπόφευκτου θανάτου διαχωρίζει την ανθρωπότητα από άλλες μορφές ζωής. Έχουμε μάθει για τους αρχαίους πολιτισμούς από τις πυραμίδες, τους θόλους, τα μαυσωλεία και τους τάφους, τις προσφορές και τα κτερίσματα που έδιναν οι ζώντες στους νεκρούς να πάρουν μαζί τους. Γίνομαι άνθρωπος γιατί ξέρω ότι θα πεθάνω και γιατί κρατάω τον πεθαμένο μέσα μου.

Γράφει ο Montaigne: «Ο θάνατος είναι το τέλος του γένους μας. Από όλα τα καλά που μας δίνει η αρετή, η περιφρόνηση του θανάτου είναι το μεγαλύτερο. Συμβιβάζει την ανθρώπινη ζωή με μια ήπια και παρηγορητική ηρεμία χωρίς την οποία θα εξαφανιζόταν κάθε άλλη ευχαρίστηση». Αυτή την ηρεμία είδαμε στους 200 της Καισαριανής πριν την εκτέλεση. Προσθέτει: «Αν μας τρομάξει ο θάνατος, δεν είναι δυνατόν να περπατήσουμε ούτε βήμα χωρίς άγχος. Η θεραπεία που χρησιμοποιούν οι χυδαίοι είναι να μην τον σκέπτονται. Αλλά από ποια ακατανόητη βλακεία μπορούν να αντλήσουν τέτοια βαριά τύφλωση; Είναι σαν να βάζουν τα χαλινάρια στην ουρά του γάιδαρου».

Αυτό δεν κάνουμε κι εμείς; Κάθε χρόνο το θείο πάθος μας θυμίζει τον θάνατο. Οι καμπάνες που κλαίνε μας λένε ότι δεν θα αποφύγουμε το πεπρωμένο. Θυμόμαστε τον θάνατο του άλλου που θα γίνει δικός μας. Αλλά δουλειά της εκκλησίας να το ξεχνάμε. Πάμε στον Επιτάφειο την Παρασκευή, επαναλαμβάνουμε τα έθιμα, παίζουν οι μπάντες του Ναυτικού, ανάβουμε τα κεράκια. Μετά τρώμε τα θαλασσινά, αυστηρά νηστίσιμα, την μαγειρίτσα μετά την Ανάσταση, καλά καθαρισμένη, τσουγκράμε τα κόκκινα αυγά. Οι λειτουργίες, οι τελετές, τα έθιμα είναι τα γκέμια στην ουρά. Δεν είναι προετοιμασία και παρηγοριά για τον θάνατο που έρχεται αλλά η λήθη, η επιθυμία αναστολής του, που σταδιακά γίνεται ελπίδα αθανασίας και η πίστη του Νάρκισσου. Από εμμενής και επικείμενος, ο θάνατος βγαίνει από τον τόπο και τον χρόνο μου, με τα εξαπτέρυγα του Επιτάφειου και με τα επικήδεια εγκώμια, «η ζωή εν τάφω» και «ω γλυκύ μου έαρ» σε ελαφρολαϊκή μορφή.

Φέτος τα νέα από την Τεχεράνη και τον Λίβανο, πέρσι από την Γάζα μάς κατακλύζουν με ανεπίκαιρους θανάτους. Πέρσι και φέτος, ο θάνατος αυτών που δεν τον περιμένουν μάς έρχεται σε καθημερινά κύματα. Πιθανά να σκεφτούμε κι εμείς το τέλος μας. Ο θάνατος γίνεται αυτό που είναι πάντα, μέρος της ζωής. Όταν μονιμοποιείται ο φόβος του, μεταμορφώνεται σε καταστροφικό άγχος. Για τον Φρόιντ, ο φόβος δημιουργείται από ορατές επικείμενες ή παρούσες απειλές. Αποτελεί αυτοσυντήρηση, μια εύλογη συναισθηματική αντίδραση σε εξωτερικό κίνδυνο.

Το άγχος δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι μια διάχυτη ανησυχία, η εσωτερίκευση του φόβου και η στροφή του ενάντια στον εαυτό. Ο αγχωμένος προβλέπει συνεχώς καταστροφές, ερμηνεύει κάθε σύμπτωση ως κακό οιωνό ενώ κάθε αβεβαιότητα γίνεται προπομπός μεγάλων καταστροφών. Ο φόβος του θανάτου συνδέει το άτομο με την κοινωνία ακόμη και με την κυβέρνηση όσο καταστροφική και δολοφονική να είναι όπως αυτή της Ιρανικής θεοκρατίας. Δεν το καταλαβαίνει ο Τραμπ και ο Νετανιάχου που περιμένουν τους Ιρανούς να βγούνε στους δρόμους κατά της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συγκολλητικό από τον από μηχανής Χάρο.

Το άγχος από την άλλη οδηγεί σε παθητικότητα, σε αποχώρηση. Αυτό κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Διαχειρίζεται το άγχος αποτελεί ως στρατηγική πειθάρχησης και ελέγχου του πληθυσμού. Οι πολιτικές αντιμετώπισης του ρίσκου, απομόνωση, ιδιωτικοποίηση, καταστολή, παρακολούθηση, μετατρέπουν τον φόβο σε άγχος. Το ρίσκο ως στρατηγική διαχείρισης περνάει από την κυβέρνηση και τα κατεστημένα ΜΜΕ, στην αυτοπειθάρχηση, στην άσκηση, στις σεξουαλικές πρακτικές. Η κίνηση από το ρίσκο και τον φόβο στο άγχος σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εξορίσουμε τον θάνατο από το μυαλό μας. Το πρώτο και δυνατότερο από τα κοινά, ο θάνατος, διατηρεί την κοινωνική συνοχή. Το άγχος την καταστρέφει. Ο φόβος είναι φίλος, φτιάχνει κοινότητες, το άγχος εχθρός τις καταστρέφει.

Παρασκευή

Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την κηδεία. Η κηδεία, ο δεύτερος συμβολικός θάνατος βάζει τέλος στον θρήνο, μας ελευθερώνει από το αντικείμενο της αγάπης μας. Το αποθέτουμε στην μνήμη, διακόπτεται το πένθος, γυρίζουμε στις καθημερινές μας δουλειές, ξεχνάμε τον τρόμο του να μην υπάρχεις. Ξέρουμε βέβαια το τέλος στο μεγαλύτερο μυθιστόρημα της ιστορίας. Όπως ξέρουμε και το δικό μας τέλος, αλλά η ιστορία μας κάνει να ξεχνάμε.

Γράφει ο Montaigne: «Που θα μας βρει ο θάνατος είναι αβέβαιο. Ας τον ψάξουμε παντού. Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Όταν γνωρίζουμε πως να πεθάνουμε έχουμε πετάξει από πάνω μας κάθε υποταγή και περιορισμό».

Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι όταν συλλογιζόμαστε τον θάνατο που είναι το τέλος της σκέψης και του εαυτού. Η πιο ανθρώπινη σκηνή του δράματος παίζεται στον κήπο της Γεσθημανή, όταν ο Χριστός φοβισμένος, γεμάτος αγωνία γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, στρέφεται στον Πατέρα του και αμφιβάλει την εντολή του:

«Πατέρα απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο … Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» Ο Θεός γίνεται ο άνθρωπος των ανθρώπων, τίποτε πιο ανθρώπινο από την αμφιβολία, τον φόβο, την αντίρρηση. Γιατί με εγκατέλειψες, μήπως δεν είσαι στοργικός πατέρας; Γιατί είναι ο νόμος σου άδικος;

Έχουμε την πρωταρχική περίπτωση θεοδικίας, της δίκη και καταδίκης του θείου. Ξεκινάει στην Γεσθημανή. Αλλά εμφανίζεται με τον πιο σκληρό τρόπο στην Τεχεράνη, την Γάζα, την Βηρυτό.

Γιατί μας σκοτώνουν οι μηχανές από τον αέρα; Για ποιες αμαρτίες τιμωρούμαστε; Που είναι η δικαιοσύνη σου, όταν οι κακοί χαίρονται και οι αθώοι τιμωρούνται. Δεν είσαι δίκαιος όπως και να σε λένε: Θεό, Γιεχοβά, Αλλάχ.

Θρηνούμε για τα όνειρα, για τα οράματα, για τις ζωές που χάνονται. Πρέπει όλες και όλοι να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας γι’ αυτές τις απειλές του μεγαλύτερου ανοσιουργήματος στην σύγχρονη ιστορία. Τι λέει η κυβέρνηση και το υπουργείο εξωτερικών; Τι λέει ο μεγάλος Ελληνικός πολιτισμός για τον Περσικό;