Στην τάξη των μαθηματικών, το αποτέλεσμα συχνά μετράει περισσότερο από τη διαδρομή η οποία οδήγησε τον καθένα μέχρι τη λύση της άσκησης. Αν η απάντηση είναι σωστή, λίγοι θα ρωτήσουν πώς προέκυψε.
Νέα ακαδημαϊκή έρευνα, ωστόσο, δείχνει ότι ακριβώς αυτή η «διαδρομή» —ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος— μπορεί να έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον των μαθητών και μάλιστα με έντονη έμφυλη διάσταση.
Σύμφωνα με δύο μελέτες που δημοσιεύθηκαν τον Νοέμβριο του 2025 από ερευνητική ομάδα πανεπιστημίων των ΗΠΑ, κορίτσια και αγόρια λύνουν βασικά μαθηματικά προβλήματα με διαφορετικές στρατηγικές. Στο βραχυπρόθεσμο επίπεδο, τα αποτελέσματα είναι σχεδόν ίδια: σωστές απαντήσεις, παρόμοιες επιδόσεις. Μακροπρόθεσμα όμως, αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις φαίνεται να συνδέονται με άνισες επιδόσεις σε πιο σύνθετα μαθηματικά, σε εξετάσεις υψηλού ρίσκου και τελικά στις επαγγελματικές διαδρομές.
Η έρευνα δείχνει ότι τα κορίτσια και οι γυναίκες τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερο τους «κλασικούς» αλγόριθμους: βήμα-βήμα διαδικασίες, όπως η κάθετη πρόσθεση, η αφαίρεση με κρατούμενο ή ο πολλαπλασιασμός όπως διδάσκεται στο σχολείο. Αντίθετα, τα αγόρια και οι άνδρες επιλέγουν συχνότερα εναλλακτικές, πιο ευέλικτες στρατηγικές: στρογγυλοποιούν αριθμούς, κάνουν νοερούς υπολογισμούς, αναδιαμορφώνουν το πρόβλημα πριν το λύσουν.
Σε μια από τις μελέτες, περισσότεροι από 200 μαθητές λυκείου κλήθηκαν να λύσουν τρία απλά προβλήματα αριθμητικής. Όλοι, ανεξαρτήτως φύλου, είχαν παρόμοια ποσοστά σωστών απαντήσεων. Η διαφορά βρισκόταν αλλού: τα κορίτσια ήταν σχεδόν τρεις φορές πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά τον τυπικό αλγόριθμο, ενώ τα αγόρια πολύ συχνότερα δεν χρησιμοποίησαν καθόλου τέτοιες μεθόδους.
Όταν όμως οι ίδιοι μαθητές κλήθηκαν να λύσουν πιο σύνθετα προβλήματα, αντίστοιχα με εκείνα εθνικών εξετάσεων, τα δεδομένα άλλαξαν. Οι μαθητές που είχαν βασιστεί στους τυπικούς αλγόριθμους στα απλά προβλήματα —ανεξαρτήτως φύλου— είχαν χαμηλότερες επιδόσεις στα σύνθετα ερωτήματα. Οι μαθητές που χρησιμοποιούσαν πιο «τολμηρές» στρατηγικές, που πειραματίζονταν και αναδιατύπωναν το πρόβλημα, τα πήγαιναν καλύτερα.
Οι ερευνητές προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το φαινομενικό παράδοξο. Γιατί τα κορίτσια, που συχνά έχουν καλύτερους βαθμούς στα μαθηματικά στο σχολείο, υποεκπροσωπούνται αργότερα στις κορυφαίες επιδόσεις και στα επαγγέλματα υψηλής μαθηματικής έντασης, όπως η μηχανική ή η πληροφορική;
Ένα κρίσιμο στοιχείο φαίνεται να είναι η κοινωνική πίεση. Τα κορίτσια δήλωσαν συχνότερα ότι προσπαθούν να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των εκπαιδευτικών και να «κάνουν αυτό που ζητείται». Αυτή η διάθεση συμμόρφωσης συνδέεται με την προτίμηση στους τυπικούς αλγόριθμους, τις «ασφαλείς» μεθόδους που ανταμείβονται στο σχολικό πλαίσιο. Οι αλγόριθμοι οδηγούν σε σωστές απαντήσεις και καλούς βαθμούς, αλλά δεν καλλιεργούν απαραίτητα την ευελιξία και τη δημιουργική σκέψη που απαιτούν τα πιο απαιτητικά μαθηματικά.
Το μοτίβο αυτό δεν περιορίζεται στους εφήβους. Σε δεύτερη μελέτη με περισσότερους από 800 ενήλικες, οι γυναίκες δήλωσαν πολύ συχνότερα ότι χρησιμοποίησαν τον τυπικό αλγόριθμο ακόμη και σε έναν απλό νοερό υπολογισμό. Και πάλι, οι απαντήσεις ήταν σωστές. Όμως όσοι βασίστηκαν στον αλγόριθμο είχαν χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ λογικής και πιθανοτήτων.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι παράγοντες όπως το άγχος, η τελειομανία και οι διαφορές στις χωρικές δεξιότητες μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο. Ωστόσο, το βασικό μήνυμα είναι εκπαιδευτικό και πολιτικό ταυτόχρονα: το σχολείο ανταμείβει συστηματικά τη συμμόρφωση και την τήρηση κανόνων, συχνά εις βάρος της εφευρετικότητας.
Όπως τονίζουν οι συγγραφείς της μελέτης, σύμφωνα με το Conversation, η πρόκληση δεν είναι να «αλλάξουν» τα κορίτσια, αλλά να αλλάξει ο τρόπος διδασκαλίας. Όλοι οι μαθητές, ανεξαρτήτως φύλου, χρειάζονται χώρο για πειραματισμό, λάθη και μη συμβατικές στρατηγικές. Γιατί στον πραγματικό κόσμο —στις επιστήμες, στην τεχνολογία, στη ζωή— τα προβλήματα σπάνια λύνονται ακολουθώντας πιστά ένα εγχειρίδιο.
