Το φιλί δεν ήταν ποτέ απλώς ένα φιλί. Ούτε αθώο, ούτε ακίνδυνο. Στην Αρχαία Ρώμη αποτελούσε ένα σύνθετο κοινωνικό εργαλείο, φορτισμένο με νοήματα που εκτείνονταν από την ιεραρχία και τη νομιμότητα έως την πολιτική, τη σεξουαλικότητα και τον έλεγχο των σωμάτων. Αν και η πράξη του φιλιού είναι βαθιά ριζωμένη στην εξελικτική ιστορία του ανθρώπου, οι Ρωμαίοι της έδωσαν μια μοναδικά θεσμοθετημένη, σχεδόν γραφειοκρατική διάσταση.
Η osculation, όπως ονομάζεται επιστημονικά το φιλί, προηγείται κατά πολύ του πολιτισμού. Εξελικτικοί βιολόγοι εκτιμούν ότι εμφανίστηκε στους προγόνους μας πριν από 21 έως 17 εκατομμύρια χρόνια. Δεν περιορίζεται καν στον άνθρωπο: τα ζώα –από καμηλοπαρδάλεις μέχρι αρκούδες– ανταλλάζουν φιλιά, ενώ οι μπονόμπο είναι διάσημοι για τα «γαλλικά» φιλιά τους, συχνά ως προοίμιο της σεξουαλικής επαφής. Ακόμη και οι Νεάντερταλ αντάλλασσαν φιλιά με τους Homo sapiens, όπως μαρτυρά η κοινή στοματική βακτηριακή χλωρίδα που εντοπίζεται στο DNA τους.
Από εξελικτική σκοπιά, το φιλί λειτουργεί ως τεστ συμβατότητας. Η αναπνοή, το σάλιο και τα μικροσκοπικά χημικά σήματα που μεταφέρονται μπορούν να αποκαλύψουν ασθένειες, ορμονική συμβατότητα ή γενετική καταλληλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο φιλί συχνά κρίνει την τύχη μιας σχέσης. Όμως το τίμημα δεν ήταν ποτέ αμελητέο: ένα βαθύ φιλί μπορεί να μεταφέρει έως και ένα δισεκατομμύριο βακτήρια. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι –τότε όπως και σήμερα– δύσκολα αντιστέκονται.
Στη Ρώμη, το φιλί ταξινομήθηκε, ρυθμίστηκε και φορτώθηκε με κοινωνικούς κανόνες. Οι συγγραφείς της εποχής διέκριναν τρία βασικά είδη. Το osculum ήταν το «κοινωνικό φιλί», στο πρόσωπο ή στο χέρι, κατάλληλο για συγγενείς και ίσους. Το basium ήταν το τρυφερό φιλί των συζύγων, ήπιο και χωρίς ανταλλαγή σάλιου. Το saviolum, αντίθετα, ήταν ανοιχτό, παθιασμένο και συνδεδεμένο με την επιθυμία και την ανηθικότητα.
Το φιλί, όμως, μπορούσε να λειτουργήσει και ως μηχανισμός ελέγχου. Το λεγόμενο jus osculi επέτρεπε στους άνδρες να φιλούν τις γυναίκες συγγενείς τους στο στόμα για να ελέγξουν αν είχαν καταναλώσει αλκοόλ – μια πρακτική που αντικατοπτρίζει την πατερναλιστική και βαθιά ανισότιμη θέση των γυναικών στη ρωμαϊκή κοινωνία. Το φιλί επιβεβαίωνε επίσης νομικές και κοινωνικές σχέσεις: ο αρραβώνας θεωρούνταν «σφραγισμένος» με ένα φιλί, με συγκεκριμένες νομικές συνέπειες σε περίπτωση θανάτου του μνηστήρα.
Παρά τη σημασία του όμως, κάθε δημόσια εκδήλωση τρυφερότητας θεωρούνταν ανάρμοστη. Οι Ρωμαίοι επιδείκνυαν πλούτο και εξουσία χωρίς συστολή, αλλά δεν εξέφραζαν συναίσθημα. Η δημόσια αγάπη θεωρούνταν ένδειξη αδυναμίας, έλλειψης αυτοελέγχου και «θηλυπρέπειας». Ο ιδανικός άνδρας όφειλε να είναι πειθαρχημένος, ψυχρός και κυρίαρχος του εαυτού του. Το να φιλά κανείς δημοσίως ήταν σχεδόν προσβολή προς τους παρευρισκόμενους, καθώς τους εξανάγκαζε να συμμετάσχουν σε μια ιδιωτική στιγμή.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του συγκλητικού Μανίλιου, ο οποίος εκδιώχθηκε από τη Σύγκλητο επειδή τόλμησε να φιλήσει τη σύζυγό του δημόσια, μπροστά στην κόρη τους. Για τον αυστηρό Κάτωνα τον Πρεσβύτερο, το γεγονός αποτελούσε απόδειξη ηθικής χαλαρότητας και πολιτικής αναξιότητας.
Οι σατιρικοί ποιητές της εποχής, όπως ο Ιουβενάλης και ο Μαρτιάλης, καυτηρίαζαν την «επιδημία» φιλιών στη Ρώμη. Περιέγραφαν κόλακες που φιλούσαν χέρια για κοινωνική άνοδο, «μαλακούς» άνδρες που αντάλλασσαν φιλιά αντί για χειραψίες, αλλά και την απειλή των ασθενειών. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος καταγράφει την εξάπλωση της mentagra, μιας πιθανής μορφής έρπητα, που έπληττε κυρίως τις ανώτερες τάξεις λόγω της κουλτούρας των συνεχών κοινωνικών φιλιών.
Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε ο αυτοκράτορας Τιβέριος να απαγορεύσει τα «καθημερινά φιλιά», σε μια από τις πρώτες καταγεγραμμένες προσπάθειες κοινωνικής αποστασιοποίησης για λόγους δημόσιας υγείας. Το μέτρο απέτυχε παταγωδώς.
Κι όμως, παρά τους κινδύνους και τους περιορισμούς, το φιλί παρέμεινε σύμβολο πάθους και αιωνιότητας στην ποίηση του Κατούλλου και του Προπέρτιου, όπως σημειώνει η Haaretz.
