Εδώ και μερικές εβδομάδες βλέπουμε την Μέση Ανατολή να βιώνει ακόμη μία πολεμική σύγκρουση μετά την επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν με την αφορμή για ακόμη μία φορά να αποτελούν «η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων» από την χώρα αλλά και το θεοκρατικό κράτος από τα δεσμά του οποίου οι δυτικοί καλοθελητές θέλουν να απελευθερώσουν τους ιρανούς πολίτες.

Πολλά από τα δυτικά ΜΜΕ, αλλά και τα ελληνικά έχουν αρχίσει μία έντονη αντιιρανική ρητορική που στοχεύει τόσο το καθεστώς των Φρουρών της Επανάστασης και των ανώτατων ηγετών του, όσο και τους ίδιους τους Ιρανούς και τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά.

Όποια πτυχή και να πιάσουμε από την δυτική ρητορική, είτε για τις φτωχοποιημένες κοινωνίες της Ασίας, είτε για τη θρησκεία τους τον μουσουλμανισμό, για τα δικαιώματα των γυναικών και τις χιτζάμπ, αλλά και τον όρο που ακούμε για τους πολιτικους τους, «οι μουλάδες», όλα χρησιμοποιούνται για να υποβαθμίσουν την ποιότητα της ύπαρξης αυτών των ατόμων αλλά και των πολιτισμών τους.

Ωστόσο, οποιοσδήποτε έχει επαφή με την τέχνη γνωρίζει πως όλα αυτά είναι μία πλευρά του νομίσματος, εμποτισμένη μάλιστα με πολλές στερεοτυπικές αντιλήψεις. Εκτός της πληθώρας καλλιτεχνών που έχει γεννήσει από ζωγράφους, ποιητές μέχρι και γλύπτες ως χώρα, ο ιρανικός κινηματογράφος έχει χαρίσει στους παγκόσμιους θεατές κάποιους από τους σημαντικότερους δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών.

Δεν θα μιλήσουμε για βραβεύσεις καθώς και αυτές αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ένα μέρος αναγνώρισης της δυτικής κουλτούρας ως ανώτερης προς αυτή της Ανατολής, αλλά θα μιλήσουμε για ταινίες που αναδεικνύουν τα πολιτισμικά στοιχεία, τα προβλήματα και τις ανάγκες των κοινωνιών αυτών, κάνοντας τες με αυτό τον τρόπο ορατές σε κάθε μεριά τους κόσμου.

Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον ιρανικό κινηματογράφο χωρίς να αναφερθούμε στον Ασγκάρ Φαραντί έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 21ου αιώνα παγκοσμίως.

Το «Ένας Χωρισμός» αφορμίζεται από καθημερινά γεγονότα που μπορούν να προκύψουν σε οποιαδήποτε κοινωνία, πχ ένα ζευγάρι που λόγω διαφωνιών απομακρύνεται, μία έγκυος που αρχίζει να εργάζεται για να στηρίξει τον σύζυγο της ο οποίος έχει απολυθεί, μία αψιμαχία που οδηγεί σε σοβαρή καταγγελία. Μέσα από την ιστορία και τους χαρακτήρες αναδεικνύεται η αντίληψη της ηθικής στην κοινωνία του Ιράν, διάφορες κρατικές λειτουργίες όπως για παράδειγμα η Δικαιοσύνη, η σημασία της «τιμής», αλλά και η σεξιστική φύση απέναντι στις γυναίκες που έχουν όλα αυτά συλλήβδην.

H υπόθεση αφορά έναν άντρα που είναι δέσμιος του άρρωστου πατέρα του και δε θέλει να τον εγκαταλείψει. Η γυναίκα του τον αφήνει και η κόρη τους, ελπίζοντας να γυρίσει γρήγορα η μητέρα της, μένει προσωρινά μαζί του. Ανήμπορος να φροντίσει τον γέρο πατέρα του μόνος, προσλαμβάνει μία γυναίκα για να τον περιποιείται. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι αυτή η γυναίκα εργάζεται χωρίς την άδεια του συζύγου της και ότι είναι έγκυος. Χωρίς να το καταλάβει, αιχμαλωτίζεται σε έναν ιστό από ψέματα και κοινωνικές αντιδικίες.

Ο πρόσφατα βραβευμένος Τζαφάρ Παναχί αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτικού σινεμά του Ιράν το οποίο αναδεικνύει συνεχώς τα κοινωνικά προβλήματα αλλά στοχεύει και το καθεστώς του ισλαμικού κράτους του.

Ήδη από το 2003, ο Παναχί έχει φυλακιστεί δύο φορές στο Ιράν και του έχει επιβληθεί απαγόρευση δημιουργίας ταινιών λόγω της αντικαθεστωτικής στάσης του και των κατηγοριών περί «προπαγάνδας κατά του κράτους», ωστόσο εκείνος συνέχιζε να δημιουργεί ταινίες κρυφά.

Το 2025 καταδικάστηκε ξανά σε ένα χρόνο φυλάκιση από το καθεστώς μετά και την βράβευση του για το «Ένα Απλό Ατύχημα» στις Κάννες.

«Το Άσπρο Μπαλόνι» αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Παναχί στην οποία σενάριο έχει συνυπογράψει ένας από τους μεγαλύτερους Ιρανούς δημιουργούς ο Αμπάς Κιαροστάμι. Η ταινία αφορά ένα μικρό κορίτσι την Ραζιέ, η οποία ψάχνει να βρει τα λεφτά που της έχει δώσει η μητέρα της ώστε να αγοράσει ένα χρυσόψαρο ζητώντας τη βοήθεια από διάφορα άτομα που συναντά.

Η ταινία είναι μία πανέμορφη ιστορία ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης που μεταφέρει τα ιρανικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που έχουν καθιερωθεί από το πολιτικό σύστημα, το οποίο γεννά τόσο φυλετικές όσο και οικονομικές ανισότητες.

Ο Μοχαμάντ Ρασούλοφ επίσης αρκετές φορές φυλακισμένος από το καθεστώς -τελευταία φορά το 2024 όπου καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια φυλάκιση και μαστίγωμα- παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό έργο που σε καθηλώνει από το πρώτο του λεπτό.

Η ταινία έχει σπονδυλωτή δομή με τέσσερις ιστορίες οι οποίες όχι μόνο εστιάζουν στα ηθικά διλήμματα των χαρακτήρων, αλλά και πως γίνονται αυτά ακόμη πιο έντονα όταν γεννώνται σε ένα ανελεύθερο καθεστώς όπου το κράτος εκτός των άλλων λειτουργιών του χρησιμοποιεί και την θανατική ποινή.

Ο τρόπος που ο Ρασούλοφ εμβαθύνει μέσα από απλές ιστορίες σε όλες τις πτυχές ενός καθεστώτος που έχει πολλούς μοχλούς καταπίεσης σε κάνει να αισθανθείς πλήρως τον προσωπικό εγκλεισμό του κάθε ήρωα και πιθανότατα και του ίδιου του καλλιτέχνη και δημιουργού.

Ένα αφιέρωμα στον ιρανικό κινηματογράφο δεν γίνεται να μην περιέχει έναν από του μεγαλύτερους στοχαστές του, τον Αμπάς Κιαροστάμι. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος, κυρίως για τη στάση του απέναντι στην φυλάκιση του Τζαφάρ Παναχί.

Παλαιότερα ο ίδιος είχε εκφράσει τόσο την αντίθεση του στην φυλάκιση του Τζαφάρ Παναχί το 2010 όσο και στην φυλάκιση και δίωξη καλλιτεχνών στο Ιράν λέγοντας πως πρόκειται για κάτι «απαράδεκτο».

Ωστόσο, λίγο αργότερα είχε τονίσει πως ο Παναχί «είναι ελεύθερος και προσπαθεί να γυρίσει ταινία» και δεν καταλαβαίνει γιατί « ρωτάνε εμένα όλοι για αυτό το ζήτημα», αναφέροντας ωστόσο ότι το να κάνεις ταινίες στο Ιράν εκείνη την περίοδο ήταν μπερδεμένη διαδικασία και ότι «η κατάσταση είναι πολύ κακή».

Παρ’ όλα αυτά «Η Γεύση του Κερασιού» αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του ποιητικού σινεμά. Ένα εσωτερικό ταξίδι για έναν άνθρωπο τον Αγκαί που αναζητά κάποιον να τον θάψει κάτω από μία κερασιά αφού βάλει τέλος στη ζωή του.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι γυρισμένο μέσα στο αυτοκίνητό του, στο οποίο συνομιλεί με τρία άτομα για τη ζωή, προσπαθώντας να τους πείσει να τον βοηθήσουν και όλα αυτά αφού πηγαινοέρχεται μέσα σε ένα εργοτάξιο γεμάτο σκόνη.

Οι αλληγορικές διαστάσεις του έργου με αναφορές στις μικρές απολαύσεις της ζωής, στο νόημα της μέσα σε μία αδιάφορη καθημερινότητα, τους ανθρώπους που συναντάμε και ξεχωρίζουν, διαδραματίζονται, στο μεγαλύτερο μέρος, μέσα από την απομόνωση και την μοναχικότητα του αυτοκινήτου του πρωταγωνιστή, έχοντας για φόντο την «αδιάφορη» θέαση ενός εργοταξίου. Με αυτόν τον τρόπο ο Κιαροστάμι δημιουργεί ένα οπτικό και ερμηνευτικό αριστούργημα.

Ένας ακόμη σημαντικός ιρανός δημιουργός με μεγάλη φιλμογραφία είναι ο Ματζίντ Ματζίντι. Την ίδια χρονιά με το Taste of Cherry δημιουργεί μία coming of age ταινία που δείχνει όλες τις δομές της ιρανικής οικογένειας και της κοινωνίας.

Η βάση της είναι η φτώχεια και οι οικονομικές και φυλετικές ανισότητες που δίνονται μέσα από μία ιστορία για την αδελφική αγάπη και την προσωπική ανιδιοτελή θυσία.

Η υπόθεση αφορά ένα αγόρι που χάνει τα παπούτσια της αδελφής του και ξεκινά μια σειρά περιπετειών για να τα βρει. Όταν δεν τα καταφέρνει, δοκιμάζει έναν νέο τρόπο για να «κερδίσει» ένα καινούργιο ζευγάρι.

Η φωτογραφία της ταινίας και η σκηνοθεσία του Ματζίντ Ματζιντί σε κατευθύνει μέσα στον αστικό ιστό μίας ιρανικής πόλης, τις αλλαγές που βιώνει και μία σκληρή πραγματικότητα που συγκινεί και αγγίζει κάθε καρδιά.

Η ταινία «Άνθρωπος στην Ομίχλη» του Μπαχράμ Μπεϊζαγιέ έχει γυριστεί το 1976 πριν από την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν και κατά την κυβέρνηση του σάχη Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί και αποτελεί μία βαθιά κριτική στην ιρανική κοινωνία και τα γεγονότα της εποχής.

Η ονειρική, ομιχλώδης, αποπνικτική ατμόσφαιρα της ταινίας δημιουργεί έναν αριστουργηματικό εφιάλτη που ξεχωρίζει για την φωτογραφία και την σκηνοθεσία του Μπεϊζαγέ.

Ένας νεαρός άνδρας φτάνει χωρίς τις αισθήσεις του με ένα κανό στην ακτή του Περσικού Κόλπου. Αφού συνέρχεται, ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται ποιος είναι. Ερωτεύεται μια όμορφη χωριανή και παντρεύεται. Μετά από χρόνια ειρήνης έρχονται άγνωστοι από τη θάλασσα αναζητώντας τον και επιτίθενται στο χωριό.

Μία αξιοσημείωτη «νότα» της ταινίας είναι ο χαρακτήρας της Ρανά, καθώς είναι ένας γυναικείος χαρακτήρας με δυναμισμό -σπάνιο για την εποχή σε οποιαδήποτε μεριά του κόσμου- που παίρνει αποφάσεις και κινεί την πλοκή, παρά τις αντιδράσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, δηλαδή του απομακρυσμένου χωριού του Ιράν στο οποίο κατοικεί.

Σε μία πολλαπλά επηρεασμένη κοινωνία όπως ήταν το Ιράν της δεκαετίας του ’70 ο Μπεϊζαγέ εμπνέεται από το ιρανικό παρελθόν και τους μύθους του για να μιλήσει για τη συλλογική συνείδηση ενός λαού που αναζητά την ταυτότητα του και έχει τη τάση να ξεχνά το παρελθόν του.

Μια ταινία αυτοβιογραφική βασισμένη στη ζωή μίας εκ των δημιουργών της της Ιρανής Μαρζάν Σατράπι. Η ίδια μαζί με τον Βενσάν Παροννό έφτιαξαν μια ταινία animation που περιγράφει την ζωή μίας κοπέλας που μεγαλώνει κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης.

Η ίδια και η οικογένεια της βλέπουν το καθεστώς του μισητού σαχή να ανατρέπεται και στη θέση του να ανεβαίνει η Ισλαμική Δημοκρατία. Οι κοινωνικές αλλαγές που έρχονται αποδεικνύουν ότι η επανάσταση φέρνει στην εξουσία ακόμη ένα καταπιεστικό καθεστώς.

Με την μικρή Μαρζάν να θέλει να φωνάξει για όλες τις κοινωνικές αδικίες οι γονείς της την στέλνουν στο εξωτερικό όπου και εκεί αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα προσαρμογής.

Γυρίζοντας πίσω στην χώρα της βρίσκει ένα Ιράν αλλαγμένο με την ίδια να αναζητά εσωτερικά πού τελικά ανήκει.

Η «Περσέπολις» είναι μια αναγνωρισμένη ταινία που έχει γίνει σύμβολο κατά της γυναικείας χειραφέτησης στις μουσουλμανικές χώρες και στο Ιράν. Ξεχωρίζει για τα έντονα γκόθικ και ιδιαίτερα αρτιστικά στοιχεία του χειροποίητου animation της, την μουσική της, ενώ η αφήγηση της σου προκαλεί συνεχώς το ενδιαφέρον.

A Girl Walks at Home Alone at Night (Ένα κορίτσι γυρίζει σπίτι μόνο του τη νύχτα)

H Άνα Λίλι Αμιρπούρ το 2014 δημιούργησε μία ταινία με βαμπίρ ως μια κοινωνικοπολιτική αλληγορία για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα της το Ιράν.

Στην ιρανική πόλη-φάντασμα Μπαντ Σίτι, ένα μέρος που αποπνέει θάνατο και μοναξιά, οι κάτοικοι δεν έχουν ιδέα ότι τους παρακολουθεί μία βρικόλακας.

Τι κάνει την ταινία αυτή να διαφέρει; Μία ευφυής ιδέα δοσμένη μέσα από ένα είδος ασυνήθιστο, όπως είναι αυτό των ταινιών τρόμου. Παρά τις δυτικές σκηνοθετικές και δημιουργικές επιρροές (έντονο λιντσεϊκό ύφος) το «A Girl Walks at Home Alone at Night»  κατακρίνει την πατριαρχική δομή της Ιρανικής κοινωνίας, τον ρόλο της «καλής και ήσυχης γυναίκας» δίνοντας στην επαναστατημένη γυναίκα μία μυθική μορφή που ψάχνει για εκδίκηση.

Όμως είναι μια δυτική ματιά στην ιρανική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι. Μέσα από μικρές λεπτομέρειες όπως η χρήση της χιτζαμπ ως ένα μέσο απελευθέρωσης και ένα αναπόσπαστο κομμάτι της εκδίκησης της πρωταγωνίστριας καταρρίπτει τα στερεότυπα της Δύσης που συχνά την ταυτίζει ως ένα σύμβολο καταπίεσης.

Όλα αυτά περικλείονται σε ένα σύνολο αντικαπιταλιστικής «ρητορικής» που αναδεικνύεται μέσα από τα πετρελαϊκά εργοστάσια που βρίσκονται στο background των σκηνών, ενώ τα ίδια τα θύματα της πρωταγωνίστριας κλείνουν το μάτι σε τέτοια «μηνύματα».

Μία ακόμη σημαντική ταινία του Ασγκάρ Φαραντί που αποδίδει το κοινωνικό περιβάλλον του Ιράν μέσα από ένα ψυχολογικό δράμα μυστηρίου.

Η υπόθεση αφορά την μυστηριώδη εξαφάνιση μιας νηπιαγωγού της Έλι και ενός αγοριού κατά τη διάρκεια ενός πικνίκ στο βόρειο Ιράν που σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς περιπετειών για τους συνταξιδιώτες της.

Για ακόμη μια φορά το πολυεπίπεδο γράψιμο του Φαραντί στέκεται και αναδεικνύει την καταπίεση της γυναίκας που αποτελεί και τη βάση της πατριαρχικής δομής της Ιρανικής κοινωνίας.

Στην ταινία «Τι απέγινε η Έλι» παρακολουθούμε μία παρέα από μεσοαστούς πρωταγωνιστές οι οποίοι με τις αρχικές προθέσεις τους δείχνουν μία αποστασιοποίηση από τα κοινωνικά στερεότυπα. Αργά ή γρήγορα, όμως, καταλήγουν στις ίδιες κοινωνικές συμπεριφορές από τις οποίες θέλουν να απομακρυνθούν, όπως το να κατηγορούν την ίδια την Έλι, μία γυναίκα που δεν αποτελεί στην εξέλιξη της πλοκής τίποτα παρά ένα θύμα.

Μέσα και από την κοινωνική τάξη των πρωταγωνιστών θέλει να δείξει ότι όσο και αν διαφοροποιούνται οι απόψεις τους σε σχέση με την συντηρητική κοινωνία όπου ζουν, οι ρίζες της είναι τόσο βαθιές, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα υποκύψεις σε αυτή.

Για πολλούς το magnus opus του Τζαφάρ Παναχί «Ο κύκλος» που αποτελεί ένα νεορεαλιστικό αριστούργημα για την συστημική φυλετική διάκριση της ιρανικής κοινωνίας.

Η ταινία αφηγείται τη ζωή πέντε γυναικών που η κάθε μια μέσα από την δική της ιστορία δείχνει ένα χαρακτηριστικό της καταπίεσης από το καθεστώς και τις κοινωνικές νόρμες, ενώ όλες οι πρωταγωνίστριες αποχωρούν από την φυλακή για να προσπαθήσουν να ενταχθούν σε μία ακόμη.

Ο Παναχί σκηνοθετεί με νεορελιστικό τρόπο -χρησιμοποιώντας φυσικό φωτισμό- τις πρωταγωνίστριες οι οποίες δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Όλες οι ιστορίες δείχνουν την σχεδόν απίθανη ανεξάρτητη ζωή μίας γυναίκας ακόμη και στην χαοτική Τεχεράνη, την καταδίκη από την γέννηση τους και την ισόβια καταπίεση που βιώνουν. «Ο Κύκλος» προφανώς απαγορεύτηκε από την λογοκρισία του καθεστώτος.