Τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου του 2012 δεν θα έχουν πρόσβαση στα social media μέχρι την ηλικία των 15 ετών, όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου. Η απαγόρευση αφορά τις πλατφόρμες Instagram, TikTok, Facebook και Snapchat, με τη σχετική νομοθετική ρύθμιση να αναμένεται εντός του καλοκαιριού και την εφαρμογή του να τοποθετείται χρονικά τον Ιανουάριο του 2027. Πρόκειται για ένα μέτρο που έχει ήδη εφαρμοστεί στην Αυστραλία, ενώ η σχετική συζήτηση έχει ανοίξει -σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα- σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Η Λίζα Τσαλίκη, καθηγήτρια του ΕΚΠΑ στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και πρόεδρος του Τμήματος, μίλησε στο tvxs για το μέτρο της απαγόρευσης, τη σχέση των παιδιών με τα social media και τη χρήση της τεχνολογίας, καθώς και για το ενδεχόμενο να στραφούν σε «γκρίζες» πλατφόρμες χωρίς ρύθμιση (regulation), με αποτέλεσμα να εκτεθούν περισσότερο σε ρητορική μίσους.
«Η ρύθμιση που επιδιώκει να εφαρμόσει η πολιτεία ανοίγει ένα μοναδικό πεδίο έρευνας: η σύγκριση της κατάστασης πριν και μετά την απαγόρευση. Έχει σημασία να μελετηθεί ερευνητικά τι συνέβαινε πριν, τι θα συμβεί μετά, και τελικά αν το μέτρο λειτούργησε ή όχι», λέει αρχικά η Λίζα Τσαλίκη και στη συνέχεια προσθέτει ότι δεν υποστηρίζει το μέτρο της απαγόρευσης.
«Εκτιμώ ότι, ρεαλιστικά, θα αποδειχθεί φενάκη η προσπάθεια να απαγορευτεί η πρόσβαση και η χρήση των μέσων από νεαρά άτομα, τα οποία, με την τεχνολογική εκπαίδευση που διαθέτουν, θα βρουν τρόπους να παρακάμψουν τους περιορισμούς. Η πολιτεία επιδιώκει να δείξει ότι λαμβάνει μέτρα ενσωματώνοντας την κυρίαρχη συζήτηση του 21ου αιώνα: μια κλιμάκωση και εδραίωση της άποψης του “child at risk” (το παιδί ως υποκείμενο σε κίνδυνο). Αυτή η οπτική επικοινωνείται ευρέως και πλαισιώνεται με αυτόν τον τρόπο από μεγάλο κομμάτι των ΜΜΕ, με αποτέλεσμα ένα μέρος της κοινωνίας να την υιοθετεί. Τα παιδιά εκτιμάται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω της τεχνολογίας και της έκθεσης στα μέσα, και ότι η λύση είναι οι αυστηροί περιορισμοί ή και η απαγόρευση».
Συζητάμε για μια σειρά συμπεριφορών και πρακτικών που υφίστανται και αναπτύσσονται εκτός διαδικτύου, όπως το bullying, ο σεξισμός, οι ρατσιστικές πρακτικές. «Το ψηφιακό περιβάλλον δεν είναι κάτι ξεχωριστό από την καθημερινότητα· όλα είναι αλληλένδετα. Η ψηφιακή έκθεση αντανακλά την ίδια κουλτούρα που βιώνει κανείς στην καθημερινότητα του. Αυτή η συζήτηση έχει διευρυνθεί από θεωρητικούς των πολιτισμικών σπουδών, οι οποίοι ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα εξετάζουν πώς κατασκευάζεται η έννοια της παιδικής ηλικίας», εξηγεί η Λίζα Τσαλίκη.
«Ο φόβος επικεντρώνεται στο τι θα συμβεί, ειδικά στους ανήλικους, όταν έρθουν σε επαφή με νέες τεχνολογίες, οι οποίες δημιουργούν πρόσβαση σε νέο υλικό, πληροφορία και γνώση. Η ανησυχία για τους ανήλικους δημιουργεί κοινωνική πίεση, η οποία ενισχύεται και από την επιστημονική γνώση της ψυχολογίας. Έτσι διαμορφώνεται η εικόνα του «παιδιού σε κίνδυνο» από την τεχνολογία, η οποία διευρύνει την πρόσβαση σε περιεχόμενο και πρακτικές που δεν θεωρούνται συμβατές με την ανηλικότητα», επισημαίνει και προσθέτει:
«Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η τεχνολογία αφαιρεί την αθωότητα από τα παιδιά και τους προκαλεί βλαβερές επιδράσεις. Αντίθετα, οι πολιτισμικές σπουδές δίνουν έμφαση στις δεξιότητες, στα εργαλεία που αναπτύσσονται από τη χρήση τους, στις πρακτικές χρήσης και κατανάλωσης των μέσων, στη διαμόρφωσή ταυτότητας αίσθησης του εαυτού από τα ίδια τα παιδιά, δινοντας βάση στην κριτική τους θέση. Ωστόσο, η ρύθμιση επιχειρείται συχνά μέσω απαγορεύσεων, προκειμένου να δείξει η κυβέρνηση ότι επιτελεί σωστά τον ρόλο του ρυθμιστή».
Η χρήση του όρου «εθιστικό» που εμφανίζεται σε αρκετές μελέτες υποδηλώνει ότι πρόκειται για μια κακή πρακτική, έναν επιβλαβή τρόπο αξιοποίησης του χρόνου. «Αυτή η προσέγγιση, όμως, παραγνωρίζει το πόσο βαθιά έχει ενσωματωθεί η ψηφιακή κουλτούρα στην καθημερινή ζωή, τόσο των ανηλίκων όσο και των ενηλίκων. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη χρήση των κινητών σε μέσα μεταφοράς. Μπορεί, άραγε, να απαγορευτεί για όλους;», επισημαίνει η Λίζα Τσαλίκη.
«Η απαγόρευση ή ο περιορισμός δεν αντιμετωπίζει τη ρίζα του προβλήματος, η οποία βρίσκεται στην ευρύτερη κοινωνία. Όταν ανθίζουν ο μισογυνισμός, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, αυτές οι συμπεριφορές μεταφέρονται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ο ψηφιακός κόσμος δεν μπορεί να πάψει να υπάρχει λόγω περιορισμών. Αντίθετα, αν τα παιδιά έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με τα κοινωνικά μέσα σε μεγαλύτερη ηλικία, δεν θα γνωρίζουν πως να συμπεριφερθούν και πως να φιλτράρουν το τι συμβαίνει εκεί. Δημιουργείται, έτσι, το ερώτημα: είναι σωστό να αποκλείονται πλήρως και μετά να εισέρχονται ξαφνικά σε ένα τόσο σύνθετο περιβάλλον; Σε δέκα χρόνια, η ψηφιακή κουλτούρα θα είναι ακόμη πιο εξελιγμένη. Δεν είναι εφικτή μια επιστροφή σε μια προ-διαδικτυακή κατάσταση».
Τα νεαρά άτομα με υψηλό επίπεδο ψηφιακού εγγραμματισμού είναι πιθανό να μετακινηθούν σε μικρότερες, λιγότερο ρυθμισμένες πλατφόρμες, τις λεγόμενες «γκρίζες»; «Ακριβώς. Και εκεί αναπαράγονται κουλτούρες όπως αυτές των forums τύπου 4chan και 8chan, όπου καλλιεργούνται η ρητορική μίσους, ο σεξισμός, η ομοφοβία και ο ρατσισμός, ενώ δεν υπάρχει κανένας έλεγχος (monitoring) του τι κυκλοφορεί. Μην ξεχνάμε ότι μέρος των συνομιλιών και του συντονισμού που οδήγησαν στο παραλίγο πραξικόπημα στο Καπιτώλιο το 2021, έλαβε χώρα στο 4chan», τονίζει η Λίζα Τσαλίκη και προσθέτει:
«Υπάρχει, επομένως, το ενδεχόμενο, αντί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του εθισμού και της υπερέκθεσης, οι ανήλικοι να ωθηθούν σε ακόμη λιγότερο ρυθμισμένα περιβάλλοντα. Σε τέτοιους χώρους μπορεί να εκτεθούν σε απόψεις, όπως αυτές που προωθούν πρόσωπα τύπου Andrew Tate, τα οποία υποστηρίζουν βίαιες και μισογυνικές συμπεριφορές. Αυτό το πλαίσιο ευνοεί την επαφή με τοξικές και φασιστικές κουλτούρες. Έρευνες δείχνουν ότι νεαρά αγόρια μπορεί να γοητευτούν από την κουλτούρα των incels και την ιδεολογία του “red pill”, οδηγώντας τα σε όλο και πιο ακραίες θέσεις (“black pill”), και ωθώντας τα στην υποστήριξη έμφυλης βίας ως τη μόνη λύση για τα ‘δεινά’ της αρρενωπότητας. Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα στις ΗΠΑ».
Μιλάμε για τον τρόπο που έχει εξελιχθεί η συζήτηση σε άλλες χώρες. «Στην Αυστραλία, στο πλαίσιο της σχετικής ακαδημαϊκής συζήτησης, διατυπώθηκε ένας χαρακτηριστικός παραλληλισμός: όπως δεν απαγορεύεις σε ένα παιδί να κολυμπήσει επειδή υπάρχει κίνδυνος πνιγμού, αλλά το εκπαιδεύεις και του δίνεις δεξιότητες, έτσι και εδώ η εκπαίδευση είναι κρίσιμη. Δεν μπορείς να ρίξεις κάποιον που δεν ξέρει να «κολυμπά» κατευθείαν στα βαθιά», λέει η Λίζα Τσαλίκη.
«Σε επίπεδο έρευνας, υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις. Υπάρχει μια ψυχολογική/κλινική οπτική, που εστιάζει σε προβληματικές συμπεριφορές και αρνητικά συναισθήματα, αλλά και προσεγγίσεις των πολιτισμικών σπουδών, που αναγνωρίζουν τα ζητήματα αλλά τα εντάσσουν σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, πρότυπα θηλυκότητας —όπως η έμφαση σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εμφάνισης— δεν προέρχονται αποκλειστικά από τα social media, αλλά κυκλοφορούν ευρύτερα στην κοινωνία. Η υιοθέτησή τους από νεαρά κορίτσια δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα σε πλατφόρμες όπως το TikTok».
Κλείνοντας, συζητάμε για τις νέες κοινωνικές δυναμικές που διαμορφώνονται. «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά μεγεθύνουν υπάρχουσες τάσεις. Η συνολική εικόνα είναι σύνθετη και δεν υπάρχει μία εύκολη λύση. Κάποια άτομα θα υιοθετούν κυρίαρχα πρότυπα, ενώ άλλα θα τα απορρίπτουν. Η ιδέα ότι όλοι οι ανήλικοι στερούνται κρίσης και άρα πρέπει να αποκλειστούν πλήρως από τη διαμόρφωση ταυτότητας είναι προβληματική. Η απαγόρευση δεν περιορίζει απαραίτητα μια κοινωνική δυναμική· μπορεί να τη μετατοπίσει σε μη ελέγξιμα πεδία και να την καταστήσει πιο ελκυστική, ακριβώς επειδή απαγορεύεται. Έτσι, ενδέχεται να δημιουργηθεί μια «γενιά επαναστατών» που θα επιδιώκει – και θα καταφέρνει- να παρακάμπτει τους περιορισμούς», λέει η Λίζα Τσαλίκη.
