Από νωρίς το πρωί της Καθαράς Δευτέρας, στον λόφο Φιλοπάππου, στον Λυκαβηττό και σε όσα λίγα ανοιχτά σημεία έχουν απομείνει στην Αθήνα, οι πρώτοι χαρταετοί έκαναν την εμφάνισή τους. Η λιακάδα ήταν λαμπερή, χωρίς όμως τον αέρα που θα ευνοούσε το πέταγμά τους. Παρά το γεγονός ότι πολλοί κάτοικοι της πρωτεύουσας επέλεξαν να εκδράμουν, με κάθε μέσο μεταφοράς και προς κάθε κατεύθυνση, στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, πλήθος κόσμου παρέμεινε στο λεκανοπέδιο και κατέκλυσε τους λόφους της πρωτεύουσας και τα υπόλοιπα ανοιχτά σημεία, για να τηρήσει το έθιμο του πετάγματος του χαρταετού.
Το πέταγμα του χαρταετού μεταδίδεται από ορισμένους ζωντανά, μέσα από αναρτήσεις στα social media. Οι selfies και οι φωτογραφίες από τα κινητά συνοδεύουν σχεδόν κάθε στιγμή της προσπάθειας, από το δέσιμο του σπάγκου μέχρι την πρώτη ανύψωση, με την προσμονή των likes στις αναρτήσεις. Ζούμε άλλωστε στην εποχή της διείσδυσης των νέων τεχνολογιών και των φορητών συσκευών, που έχουν μετατραπεί σε μόνιμους ψηφιακούς βοηθούς του ανθρώπου. Χαρακτηριστική ήταν μάλιστα η εικόνα ενός νεότερου να ζητά οδηγίες στο κινητό του για το πώς να συναρμολογήσει τον χαρταετό, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ την ίδια στιγμή ένας μαθητής Γυμνασίου πετούσε χαρταετό σε περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας μέσα από την οθόνη ενός τάμπλετ!
Tο πέταγμά του χαρταετού ενώνει όλη την οικογένεια την Καθαρά Δευτέρα
Μπορεί η νέα τεχνολογία να έχει σαρώσει την καθημερινότητα, δεν κατάφερε όμως να σβήσει το έθιμο. Απλώς το συνόδεψε με οθόνες, ειδοποιήσεις και σήματα σύνδεσης, αφήνοντας τον χαρταετό να κάνει, όπως πάντα, τη δική του προσπάθεια προς τον ουρανό, τις ταβέρνες και τα κέντρα να γεμίζουν από κόσμο και την ανθρώπινη επικοινωνία να παραμένει ζωντανή, ακόμη κι αν αλλάζει ο τρόπος της.
Χαρακτηριστικές εικόνες για το έθιμο προέρχονται από τα ακόλουθα δημοσιεύματα του περασμένου αλλά και του προπερασμένου αιώνα.
Πρώτη δεκαετία του 1900, από την εφημερίδα «Ακρόπολις». Η Αθήνα, μικρότερη αλλά ήδη ανήσυχη, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο: προς τα έξω, προς τους λόφους, προς το ύπαιθρο. Η εφημερίδα, σε αφιέρωμά της με φωτογραφικό υλικό από την Καθαρά Δευτέρα του 1908, αναφέρει:
«Ἀφοῦ ὁ καιρὸς ἐφάνη τόσον καλὸς διὰ τοὺς ἑορτασὰς τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Ἀποκριᾶς, ἐφάνη συγκαταβατικὸς καὶ εὐνοϊκὸς καὶ διὰ τὰ Κούλουμα. Ἐνεφάνισε μὲν συννεφιὰν κατὰ τὸ πρωΐ, ἀλλὰ δὲν ἐχάλασε καθόλου τὰς ὑπαιθρίους διασκεδάσεις. Μάλιστα μὲ τὰς διακοπὰς τῆς λιακάδος ἡνώθησαν τοὺς περιπάτους. Ἔτσι ὅλη ἡ Ἀθήνα καὶ ὁ Πειραιεὺς ἐξεχύθησαν, κατὰ τὸ ἔθος, εἰς τὰς ἐξοχάς. Οἱ παλαιοὶ Ἀθηναῖοι ἰδίως οἱ λαϊκώτεραι τάξεις, δὲν ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τοὺς λόφους. Στὴν ἐκεῖ πλατείαν ἐχορεύθησαν οἱ Ἑλληνικοὶ χοροὶ, ὑπὸ τοὺς ἤχους τῶν νεωτέρων καὶ ὁ κόσμος συνηθροίσθη ἄφθονος καὶ ἐγόρταζε τὰ πατροπαράδοτα Κούλουμα. Ἔγιναν δὲ καὶ ζυγαριὲς, ὅπου, κατὰ τὸ ἔθιμον, ὁ κόσμος ἐξυγιείζετο τρώγων καὶ τὸν συγκεκὸν ταραμά. Ὁ περισσότερος κόσμος ἐφέτος ἐξεδράμη εἰς τὰς πλησιεστέρας ἐξοχάς. Ἰδίως τὸ Γαλάτσι εἶχε κοσμοπλημμύραν. Ὅλη ἡ ἐκτασις, ἕως τὴν Ἀμορφοκκλησίαν, ἦτο γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἰδίως τῆς λαϊκῆς τάξεως.
Ἀλλὰ καὶ τὸ Φάληρον ἦτο κατάμεστον κόσμου ἀπὸ τὸ πρωΐ. Καὶ ἐκεῖ νεωτέρια καὶ ἐκεῖ ζυγαριὲς. Μάλιστα μία εἶχε καὶ τὴν ἐπιγραφήν «γνῶθι σαυτόν»… Ἀλλὰ τάχα ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας περιορίζεται μόνον εἰς τὸ βάρος τοῦ σώματός μας;
Τρίτη εἰς κοσμοσυγκέντρωσιν χθὲς ἦτο ἡ Κηφισιά. Ἐκεῖ ὅμως ὁ κόσμος ἦτο πλέον συγκρατημένος, πλέον ἐπιφυλακτικός. Τὸ γλέντι δὲν εἶχε τὴν ἐκτασιμότητα τοῦ Γαλατσίου καὶ τῶν Φιληρέων. Ὁμοίως καὶ εἰς τὸ Μαρούσι, εἰς τὸ Χαλάνδρι, εἰς τὸ Ἡράκλειον, εἰς τοὺς Ποδαράδες καὶ εἰς τ’ ἄλλα προάστεια ἐξεδράμον χιλιάδες κόσμου. Τὰ τραίνα ἦσαν κατάμεστα καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Τέλος οἱ πλέον φυσιολάτραι ἐξεδράμον μακρύτερα, εἰς τὸ Λιόπεσι, εἰς τὸ Κορωπί, εἰς τὰ Μέγαρα… Παντοῦ ὅμως ἐπικράτησεν φαιδρότης καὶ ζωηρότης λίαν εὐχάριστος».
Ψηλά στον ουρανό με φόντο την Ακρόπολη
Κάποιες δεκαετίες αργότερα, και συγκεκριμένα το 1963, η εικόνα επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά σε μια πόλη που έχει πια μεγαλώσει, αλλά δεν έχει αλλάξει κατεύθυνση.
«Παρ’ όλο το κρύο, η χθεσινή έξοδος των Αθηναίων σε εξοχές για τα Κούλουμα, υπήρξε γενική. Εκτός από τα Ι.Χ. οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν με κάθε άλλου είδους μεταφορικά μέσα για όλες τις πλησιέστερες στην πρωτεύουσα περιοχές. Οι ιδιοκτήτες των εξοχικών κέντρων πέρασαν, χθες μια από τις ευτυχέστερες ημέρες της ζωής τους. Όσοι έμειναν στην Αθήνα, πάλι κατέφυγαν σε κάποιο υπαίθριο χώρο. Σύμφωνα με τα έθιμά τους, οι γαλατάδες συνεκετρώθησαν στην περιοχή του θεάτρου Διονύσου, όπου έμειναν όλη την ημέρα διασκεδάζοντες. Οι Ηπειρώτες επροτίμησαν για τον ίδιο σκοπό τον λόφο του Ασυρμάτου. Φυσικά παντού οι χαρταετοί ήσαν στις δόξες τους. (…) Στην Αθήνα, επεκράτησαν χαρταετοί με τα χρώματα των ποδοσφαιρικών ομάδων Ολυμπιακού, Παναθηναϊκού και ΑΕΚ (…) Ενεφανίσθησαν και χαρταετοί με πρωτότυπα, περίεργα σχήματα: πυραύλου, ανθρωπίνου σώματος κ.α. Πέρασε το Καρναβάλι, πέρασε η Καθαρά Δευτέρα, από σήμερα Σαρακοστή. Και το Πάσχα πλησιάζει», αναφέρει δημοσίευμα από το «Βήμα».
Για τις δεκαετίες από το 1890 μέχρι το 1920, τις εικόνες της Καθαράς Δευτέρας μας μεταφέρει ο Μίλτος Λιδωρίκης, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός της γενιάς του 1890. Τα απομνημονεύματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για το βιβλίο «Μίλτος Λιδωρίκης: Έζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» (εκδόσεις Polaris).
Όταν οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά
«Η ωραία μας φύσις, με την θαυμασίαν λιακάδα της, με το μυρωμένο από γρασίδι αεράκι, μας καλούσε να πάμε να περάσουμε μίαν ημέρα στο αττικό ύπαιθρο. Η ελληνική οικογένεια από το βράδυ της Κυριακής ετοίμαζε ό,τι θα εχρειάζετο για να περάσει καλά και αναπαυτικά, να φάει και να πιει την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Κάθε καθαρά Δευτέρα της παλιάς Αθήνας, η αττική ατμόσφαιρα επληρούτο του χαρακτηριστικώς διαπεραστικού αρώματος του σκόρδου και των κρεμμυδιών […]
Από πολύ πρωί την Καθαρά Δευτέρα η αθηναϊκή οικογένεια ξεκινούσε για να πάει να γιορτάσει τα κούλουμα. «πού θα πάμε, μητέρα;» ρωτούσαν τα παιδιά ροκανίζοντας το πρωινό εφτά ζυμο παξιμάδι. «Κάτω από την Ακρόπολη…» «Όχι, πατέρα. να πάμε στους στύλους του όλυμπίου Διός να δούμε τους λι δωρικιώτες που χορεύουν!».
«Ο χορός των ευσταλών συμπολιτών μου, φερόντων την κατάλευκη φουστανέλα των, ήταν γραφικότατος την ημέραν εκείνην. Δυστυχώς, πάνε και οι γαλατάδες με τη φουστανέλα, πάει και ο γραφικός χορός των, πάνε και τα κούλουμα του παλιού καιρού. όι συμπολίται γαλακτοπώλαι ελησμόνησαν τα πάτρια. η κρέμα σαντιγί και το γιαούρτι της σηλυβρίας τούς φόρεσαν κοστούμι κομπλέ και σπορ. από της αγγλικής Έκκλησίας μέχρι του θησείου, από την δεξιάν πλευράν, και μέχρι του Θων από την αριστεράν διά του γύρου, οι χαλβατζήδες και στραγαλατζήδες των Αθηνών είχαν στήσει κρεβάτια-στρίποδα, σκεπασμένα με καθαρά λευκά σενδόνια, επί των οποίων είχαν τοποθετήσει προς πώλησην άσπρα και ξεφλουδισμένα κίτρινα στραγάλια».
Η νέα γενιά μαθαίνει και εξακολουθεί το έθιμο
«Τα δύο Φάληρα και η Κηφισιά εγέμιζαν από το πρωί. η εκλεκτή αθηναϊκή κοινωνία, η οποία την τελευταίαν κυριακήν μετέβαινεν εις τον χορόν του Δημοτικού θεάτρου και από εκεί έφευγε την πρώτην μετά το μεσονύκτιον, διά να πάει να σουπάρει και να ξημερωθεί εις διάφορα ιδιωτικά μέγαρα, έδιδε ραντεβού την επομένην εις το ξενοδοχείον «Μελά» εν Κηφισιά ή εις τα άλλα του νέου και παλαιού Φαλήρου».
«Το χαβιάρι, το αβγοτάραχο, τα στρείδια και τα άλλα διάφορα θαλασσινά, οι γιαλαντζί ντολμάδες, οι αγκινάρες με το λάδι, αποτελούντα λουκούλεια προγεύματα, ήσαν εις την ημερησίαν διάταξην, αντικαθιστώντα εις άλλα κοινωνικά στρώματα τον ταραμάν και τις ελιές των αθηναϊκών κουλούμων, όπως το βιολί, το φλάουτο και το πιάνο, τα εγχώρια όργανα εκείνων».
Ταξιδεύουμε ακόμη πιο βαθιά στον χρόνο, στο 1877. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Χατζηδάκης σχολιάζοντας λεζάντα φωτογραφίας στο βιβλίο του Μίλτου Λιδωρίκη: «Ο William Simpson σχεδιαστής-ανταποκριτής του Illustrated London News, στην περιγραφή του για το κυριακάτικο απόγευμα της Αποκριάς του 1877 αναφέρει το τεράστιο πλήθος που μασκαρεμένο περιφερόταν στον δρόμο, τη ζωηρή και κεφάτη ατμόσφαιρα που επικρατούσε, τους ευκατάστατους που νοίκιαζαν άμαξες, ενώ οι φτωχότεροι πηγαινοέρχονταν πεζοί, τον κόσμο που συγκεντρωνόταν στα μπαλκόνια των σπιτιών, τους μεταμφιεσμένους σε φουστανελάδες μιας και η παραδοσιακή ενδυμασία είχε εγκαταλειφθεί, την απουσία του γυναικείου φύλου από τους δρόμους και, τέλος, πώς με τη δύση του ήλιου η αυθόρμητη παρέλαση σταματούσε και οι μασκαρεμένοι συνέχιζαν το γλέντι τους σε σπίτια με πολλούς αποκριάτικους χορούς. Στο έργο του Simpson είναι φανερή η ανάμειξη ενδυματολογικών καταβολών στο αθηναϊκό καρναβάλι, όπου η βενετσιάνικη αντίληψη συναντάει την τοπική παραδοσιακή, που διασταυρώνεται με την τούρκικη και τη φραγκολεβαντίνικη».
Η χαρά των μικρών και οι παιδικές αναμνήσεις των μεγάλων ζωντάνεψαν σήμερα στου Φιλοπάππου
Από τον λόφο του Φιλοπάππου έως το Φάληρο, από την Κηφισιά έως τα προάστια και τις εξοχές, η Καθαρά Δευτέρα δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί ως έξοδος από την πόλη και ταυτόχρονα ως επιστροφή σε αυτήν. Άλλοτε με άμαξες, άλλοτε με τρένα, άλλοτε με αυτοκίνητα και σήμερα με κινητά στο χέρι, το έθιμο προσαρμόζεται χωρίς να χάνεται. Οι χαρταετοί αλλάζουν υλικά και χρώματα, οι τόποι μετακινούνται, οι συνήθειες εκσυγχρονίζονται. Εκείνο που παραμένει είναι η ανάγκη της συλλογικής ανάσας, η ανάγκη να βγει κανείς έξω, να κοιτάξει ψηλά, να αφήσει κάτι να φύγει στον αέρα. Και όσο η Αθήνα αλλάζει πρόσωπα, ρυθμούς και τεχνολογίες, η Καθαρά Δευτέρα επιμένει να ενώνει τις εποχές, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως συνέχεια. Με τον ίδιο ουρανό από πάνω και τον ίδιο άνεμο να δοκιμάζει, κάθε φορά, αν ο χαρταετός μπορεί ακόμη να κρατηθεί ψηλά.
Mε φόντο την Αθήνα…
Ο χαρταετός και το πέταγμά του είναι για μικρούς και μεγάλους μια διασκεδαστική στιγμή που ενώνει όλη την οικογένεια την Καθαρά Δευτέρα. Συμβολίζει τόσο την έναρξη της Σαρακοστής όσο και την ανάταση της ψυχής, μέσα από τον χαρταετό που ανεμίζει ψηλά στον ουρανό.
Αυτή η παράδοση φαίνεται να ξεκίνησε από την αρχαία Κίνα, αλλά έχει μεταμορφωθεί μέσα στους αιώνες. Πλέον είναι ένας τρόπος για τις οικογένειες να συνδέονται μεταξύ τους και να γιορτάζουν μαζί.
Πετώντας χαρταετό, αφήνουμε πίσω τη ρουτίνα και απολαμβάνουμε μια δραστηριότητα που μας φέρνει κοντά στη φύση και μας δίνει την αίσθηση της απελευθέρωσης. Είναι μια στιγμή που μας θυμίζει πόσο σημαντική είναι η ισορροπία, για να πετάξεις ψηλά και πόσο όμορφο είναι να αφήνεσαι στις απλές χαρές της ζωής.
Ο χαρταετός είναι για μικρούς και μεγάλους μια διασκεδαστική διαδικασία
Οι χαρταετοί και το ταξίδι τους στην ιστορία ξεκινά από την αρχαία Κίνα. Θεωρείται ότι οι ρίζες του χαρταετού εντοπίζονται στην Κίνα κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., όπου οι φιλόσοφοι Mozi και Lu Ban αναφέρονται ως οι πρώτοι κατασκευαστές χαρταετού. Χρησιμοποιώντας ύφασμα και ξύλο – όχι ακόμα χαρτί δηλαδή – οι Κινέζοι δημιούργησαν «χαρταετούς» που εκτός από αναψυχή, είχαν και πρακτική χρήση στην μέτρηση αποστάσεων, τη δοκιμή του ανέμου και τη στρατιωτική επικοινωνία.
Η τεχνολογία του χαρταετού εξαπλώθηκε στην Ινδία και άλλες ασιατικές χώρες, με επιδείξεις και αγώνες χαρταετών. Ο χαρταετός έφτασε τελικά και στην Ευρώπη κάπου τον 130 αιώνα, αφού ο Μάρκο Πόλο μετέφερε τη γνώση που αποκόμισε για τους χαρταετούς από τα ταξίδια του στην Ασία. Στην Ευρώπη, ο χαρταετός χρησιμοποιήθηκε για επιστημονικούς σκοπούς, με τον Benjamin Franklin να τον χρησιμοποιεί για το διάσημο πείραμά του με τον κεραυνό.
Οι χαρταετοί έγιναν εργαλείο και των αδελφών Ράιτ για την εφεύρεση του αεροπλάνου στα τέλη του 1800. Μάλιστα, η περίοδος από το 1860 έως το 1910 ονομάστηκε «χρυσή εποχή του kiting» για την Ευρώπη. Άρα καταλαβαίνεις πως αυτή η μικρή κατασκευή από ύφασμα και ξύλο έδωσε πολλά στην ανάπτυξη τεχνολογιών που είναι τόσο σημαντικές στη ζωή μας σήμερα.
Σε ποιες χώρες τηρείται το έθιμο για το πέταγμα του χαρταετού
Το πέταγμα χαρταετού είναι ένα έθιμο που συναντάται σε πολλές χώρες του κόσμου, με κάθε μία να έχει τις δικές της μοναδικές παραδόσεις. Στην Ινδονησία, για παράδειγμα, οι χαρταετοί είναι τόσο αναψυχή όσο και άθλημα. Ένας από τους πιο πρωτότυπους τρόπους πετάγματος χαρταετού είναι στο Βιετνάμ, όπου χρησιμοποιούνται χαρταετοί χωρίς ουρές αλλά με μικρά φλάουτα στα οποία ο άνεμος δημιουργεί μια μελωδική «βουή» καθώς πετούν.
Στην Ιαπωνία, το πέταγμα χαρταετού είναι ένα δημοφιλές παιχνίδι κατά τη διάρκεια των παιδικών διακοπών της Πρωτοχρονιάς και το Φεστιβάλ Αγοριών τον Μάιο. Στην Ελλάδα και την Κύπρο, το πέταγμα του χαρταετού την Καθαρά Δευτέρα σηματοδοτεί την έναρξη της Σαρακοστής και συμβολίζει την πνευματική προετοιμασία για το Πάσχα.
Στις Βερμούδες, οι παραδοσιακοί χαρταετοί πετούν την ημέρα του Πάσχα, ενώ στη Φουερτεβεντούρα στις κανάριες Νήσους, ένα φεστιβάλ χαρταετού λαμβάνει χώρα κάθε Νοέμβριο, προσελκύοντας τα πλήθη. Αυτά τα διεθνή έθιμα δείχνουν πώς ένα απλό παιχνίδι μπορεί να ενώσει ανθρώπους, πολιτισμούς και γενιές με έναν χαρούμενο και δημιουργικό τρόπο.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
