Με φόντο τα «πυρά» που δέχεται από συγγενείς θυμάτων του σιδηδρομικού δυστυχήματος μετά την ανακοίνωση δημιουργίας κόμματος, η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε ότι αναμένει επίσημο αίτημα για την παραίτησή της από την προεδρία του Συλλόγου Πληγέντων του δυστυχήματος «Τέμπη 2023». Τις δηλώσεις αυτές έκανε κατά την έξοδό της από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, όπου συζητήθηκε η υπόθεση των εξαφανισμένων βίντεο που αφορούν τη διαδρομή της εμπορικής αμαξοστοιχίας στα Τέμπη.
«Το διαίρει και βασίλευε δεν θα περάσει. Σήμερα έμαθα διάφορα δυσάρεστα», ανέφερε, κάνοντας λόγο για «προσπάθεια προσωπικής στοχοποίησης και διχασμού».
Σύμφωνα με τη Μαρία Καρυστιανού, «η διαφορετικότητα στις απόψεις και στις επιλογές είναι απολύτως θεμιτή. Το να χρησιμοποιείται όμως με δόλιο τρόπο για να περάσει το μήνυμα ότι εμείς οι συγγενείς έχουμε διαφορετικούς στόχους, είναι νοσηρό. Προσπαθούν να μας εμφανίσουν ως αντίπαλα στρατόπεδα».
Όπως επισήμανε, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το προαναγγελθέν κόμμα, το οποίο χαρακτήρισε «κάτι διαφορετικό, έναν εναλλακτικό δρόμο που μπορεί να οδηγήσει στη δικαίωση των παιδιών».
Παράλληλα, διέψευσε τις φήμες ότι η διακήρυξη του κόμματος θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου, ημερομηνία που συμπίπτει με την τρίτη επέτειο της τραγωδίας στα Τέμπη. «Είναι τραγικό και δεν ισχύει. Έχω δηλώσει ότι πρόκειται για ένα κίνημα πολιτών που οργανώνεται και προχωρά καλά. Δεν έχω παρουσιάσει καμία διακήρυξη ούτε κάποιο μανιφέστο. Όλα αυτά γίνονται σκόπιμα. Με στοχοποιούν για να με συκοφαντήσουν», ανέφερε.
Ερωτηθείσα αν προτίθεται να παραμείνει πρόεδρος του συλλόγου, απάντησε: «Περιμένω να μου ζητηθεί επίσημα να αποχωρήσω. Υπάρχει πολύ καλή επικοινωνία μέσω email και αναμένω το σχετικό μήνυμα. Ούτως ή άλλως η θητεία μου λήγει τον Μάρτιο. Αν το διοικητικό συμβούλιο μου ζητήσει να παραδώσω τη θέση, θα το κάνω χωρίς καμία αντίρρηση».
Σε άλλο σημείο των δηλώσεών της, η Μαρία Καρυστιανού σημείωσε ότι «για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική περίοδο, η κυβέρνηση μαζί με σχεδόν το σύνολο της αντιπολίτευσης εμφανίζονται ενωμένες απέναντι σε έναν γονέα και σε ένα κίνημα κατά της διαφθοράς».
