website analysis Καισαριανή / Τα άβολα ντοκουμέντα για τους ιδεολογικούς απογόνους των συνεργατών των ναζί – Epikairo.gr

Λίγες φωτογραφίες – ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών τον Δεκέμβρη του 1944 στην Καισαριανή, ήταν αρκετές για να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης και δάκρυα.

Η σιωπή των εικόνων είπε πολλά περισσότερα από όσα πασχίζουμε να εξηγούμε και να αναλύουμε συχνά με αφορμή διάφορα προτάγματα.

Δεν προκάλεσαν ωστόσο συγκίνηση σε όλους και όλες παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τεράστιο ιστορικό ντοκουμέντο της εκτέλεσης από ναζί 200 αγωνιστών που έπεσαν για αυτή την πατρίδα, γι’ αυτόν τον λαό.

Τα «μετρημένα» και σιωπηλά στελέχη μιας κυβέρνησης που επιδίδεται συχνά σε αντικομμουνιστικά ντελίρια που άργησαν να βγάλουν ανακοινώσεις και διεκδίκησαν υπό την πίεση φορέων και κομμάτων τα τεκμήρια, οι νεοδημοκράτικοι λογαριασμοί που έσπευσαν να αμφισβητήσουν τη γνησιότητας τους και οι φασιστές που βεβήλωσαν το μνημείο των πεσόντων στο Σκοπευτήριο, με διαφορετική ένταση ο καθένας, άνοιξαν πάλι το παράθυρο να φανεί από που αιμορραγεί αυτή η πληγή που ονομάζουν «εθνικό διχασμό».

Μια πληγή που στην πραγματικότητα ονομάζεται «διαχρονική ατιμωρησία των ιδεολογικών απογόνων των ελλήνων συνεργατών των ναζί» που όχι απλά την έβγαλαν καθαρή αλλά στελέχωσαν και το μετεμφυλιακό κράτος.

Από αυτή την ατιμωρησία του καθόλου ευκαταφρόνητου αριθμού δωσιλόγων, αντλούν το θράσος τους οι ιδεολογικοι απόγονοι τους που διαστρεβλώνουν την ιστορία και βανδαλίζουν μνημεία και είναι μια καλή ευκαιρία αυτή να θυμίσουμε δύο εξαιρετικά βιβλία: Το «Οι δίκες των δωσίλογων» 1944-1949 (Εκδόσεις Πόλις) του Δημήτρη Κουσουρή και «Οι Δωσίλογοι» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) του Μενέλαου Χαραλαμπίδη.

Η σε βάθος μελέτη της ιστορίας των δωσιλόγων κάνει κατανοητό ποιοι ενοχλήθηκαν από το περήφανο βλέμμα των ανθρώπων που πήγαιναν ευθυτενείς, με θάρρος και το τραγούδι στο στόμα κοιτάζοντας ευθύβολα τον εχθρό στα μάτια, προς τον θάνατο. Είναι εκείνοι που ακόμα υποφέρουν από το γεγονός ότι οι 200 ήρωες ήταν κομμουνιστές. Αυτοί γράφουν τα σχόλια μίσους για τα ντοκουμέντα αυτά, αυτοί που με τα νεύρα σπασμένα πήγαν να βανδαλίσουν το μνημείο. Αυτοί μούδιασαν μπροστά στα αδιάψευστα στοιχεία μιας αταλάντευτα γενναίας αναμέτρησης με το θηρίο του ναζισμού.

Η έρευνα των ιστορικών Δημήτρη Κουσουρή και Μενέλαου Χαραλαμπίδη αποκαλύπτει ότι ο δωσιλογισμός στην Ελλάδα δεν ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο με μαζικά χαρακτηριστικά.

Όπως επισημαίνει ο Κουσουρής, χιλιάδες Έλληνες συνεργάστηκαν με τις ιταλικές και τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ο δωσιλογισμός δεν περιοριζόταν σε ιδεολογική ταύτιση. Ήταν συχνά μια σχέση συμφέροντος, κατά την οποία οι εμπλεκόμενοι αποκόμιζαν προσωπικά οφέλη, ενώ ζημίωναν την Ελλάδα και τον εθνικό αγώνα.

Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα στοιχεία των διώξεων μετά την Απελευθέρωση. Από τις 15.000 καταγγελίες στην Αθήνα, μόλις 2.200 έφτασαν στο ακροατήριο.

Συνολικά, το 85% των υποθέσεων αρχειοθετήθηκε και πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στο νέο κράτος που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα των δυτικών συμμάχων, λόγω του αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού.

Διέθεταν οικονομική ισχύ και διασυνδέσεις, γεγονός που τους επέτρεψε να αποφύγουν την τιμωρία. Στην πράξη, καταδικάστηκαν κυρίως οι οικονομικά ασθενέστεροι, «τα μικρά ψάρια», ενώ οι ισχυρότεροι παρέμειναν στο απυρόβλητο.

Η ατιμωρησία αυτή δεν ήταν απλώς μια αποτυχία της δικαιοσύνης. Ήταν μια πολιτική επιλογή που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό κράτος. Όπως σημειώνει ο Κουσουρής, αρκετοί από τους δωσίλογους όχι μόνο επανεντάχθηκαν στην κοινωνία, αλλά έγιναν μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Κάποιοι έφτασαν σε κορυφαίες θέσεις εξουσίας, ενώ οι οικογένειές τους ενσωματώθηκαν πλήρως στο πολιτικό σύστημα.

Ο δωσιλογισμός έγινε ένα ισχυρό ταμπού, που αποκρύφτηκε πίσω από το αφήγημα της εθνικής ενότητας και της αντικομμουνιστικής «αναγκαιότητας».

Η έρευνα του Μενέλαου Χαραλαμπίδη φωτίζει ακόμη πιο σκοτεινές πτυχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει εντοπίσει, το 60-70% των Ελλήνων αντιστασιακών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς είχαν προηγουμένως συλληφθεί από ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας. Δηλαδή, οι εκτελέσεις δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής, αλλά και της ενεργού συμμετοχής ελληνικών κρατικών μηχανισμών. Ο Χαραλαμπίδης εισάγει τον όρο «ελληνική κατοχή» για να περιγράψει τη δράση των ελληνικών ταγμάτων ασφαλείας, τα οποία λειτουργούσαν ως προέκταση του γερμανικού στρατού κατοχής.

Όπως είπε σε συνέντευξη του στο tvxs, η συνεργασία αυτή δεν ήταν μια περιθωριακή παρέκκλιση. Ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Κατοχής, με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και επεκτάθηκε σε όλο τον κρατικό μηχανισμό. «Ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ελίτ συνεργάστηκε ενεργά με τον κατακτητή, συχνά πριν ακόμη οργανωθεί η αντίσταση. Η συνεργασία δεν ήταν απάντηση στη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Αντιθέτως, προηγήθηκε και συνέβαλε στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής».

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πλήρως. Τα αρχεία των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, κατά παράβαση της διεθνούς πρακτικής που προβλέπει το άνοιγμά τους μετά από 30 χρόνια. Η αποσιώπηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια μορφή θεσμικής λήθης, που εμποδίζει την κοινωνία να αναμετρηθεί με το παρελθόν της.

Η ατιμωρησία των δωσίλογων είχε βαθιές συνέπειες. Όπως επισημαίνει ο Χαραλαμπίδης, η μη απονομή δικαιοσύνης δημιούργησε μια διαχρονική δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο κράτος και τη δικαιοσύνη. Η αίσθηση ότι οι συνεργάτες του κατακτητή όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιβραβεύτηκαν, άφησε ένα τραύμα που παραμένει ανοιχτό.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η βεβήλωση του μνημείου της Καισαριανής αποκτά μια βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται για μια απλή πράξη βανδαλισμού. Οι ιδεολογικοί απόγονοι των δωσίλογων δεν εμφανίζονται σε ένα ιστορικό κενό. Εμφανίζονται σε μια κοινωνία που δεν αναμετρήθηκε πλήρως με το παρελθόν της, που δεν απέδωσε δικαιοσύνη και που επέτρεψε τη διατήρηση μύθων και αποσιωπήσεων. Αποθρασύνονται δε περισσότερο με τις πλάτες της διεθνούς της ακροδεξιάς που ενδυναμώνεται.

Η Καισαριανή είναι ένας τόπος μνήμης, αλλά και ένας τόπος ευθύνης. Κι όσοι δεν αντιμετωπίζουν τη γνώση της ιστορίας σαν μια ακαδημαϊκή άσκηση αλλά σαν μια πολιτική και ηθική αναγκαιότητα, ειδικά σε μια εποχή που τα φαντάσματα του ναζισμού επιστρέφουν, καταλαβαίνουν πολλά.

Οι ανατριχιαστικές φωτογραφίες απευθύνουν μηνύματα προς πολλούς και διαφορετικούς αποδέκτες, όπως κάνουν πάντα όλα τα αντικείμενα που ενεργοποιούν την ιστορική μνήμη. Στην αριστερά υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα επανάκτησης μιας γενναιότητας και άλλων αξιών που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε πλήρως βυθισμένοι στην ηττοπάθεια.

Στους απογόνους των συνεργατών των ναζί, τα ντοκουμέντα υπενθυμίζουν πως υπάρχει πάντα κάτι πιο ισχυρό από τη δύναμη της εξουσίας και τη μπότα του κατακτητή: αυτή η άσβεστη φλόγα στα μάτια των ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για έναν καλύτερο κόσμο, που δεν ενεργούν για το συμφέρον τους. Τους υπενθυμίζουν κάτι ακόμα όμως. Πως ανά πάσα στιγμή, η φωνή της ζώσας μνήμης μπορεί να ακουστεί πιο ηχηρά και να τους ξεμπροστιάσει. «Δεν είστε οι πατριώτες όπως λέτε. Είστε οι πατριδοκάπηλοι, οι προδότες συνεργάτες των ναζί, οι φασίστες».