Οι πολεοδομικές αποφάσεις που αφαιρούν χώρους πρασίνου, οι στεγαστικές πολιτικές, οι εργασιακοί νόμοι που αφήνουν απροστάτευτους τους εργαζόμενους σε εξωτερικούς χώρους και τα δημόσια συστήματα υγείας που αποτυγχάνουν να προστατεύσουν τους πιο εκτεθειμένους, συμβάλλουν σε μία απογοητευτική εικόνα, τη στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται αυτές τις μέρες αντιμέτωπη με ακραίο κύμα ζέστης.
Στα αστικά κέντρα οι κάτοικοι καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτά τα φαινόμενα και να συνεχίσουν την καθημερινότητά τους, ενώ τα τσιμεντένια πεζοδρόμια ακτινοβολούν θερμότητα ακόμη και πολύ μετά τη δύση του ήλιου. Αν δεν υπάρχουν δροσεροί δημόσιοι χώροι και χώροι πράσινου για να καταφύγει κανείς, οι υψηλές θερμοκρασίες γίνονται ανυπόφορες.
Διαβάστε: H Ευρώπη «καίγεται» / Ο καύσωνας σαρώνει τις μεγάλες πρωτεύουσες – Δεκάδες νεκροί
Στην Ευρώπη καταγράφονται θερμοκρασίες ρεκόρ. Και οι συνέπειες της ζέστης δεν κατανέμονται ισότιμα. Διαφέρουν μεταξύ χωρών, περιοχών και γειτονιών. Οι διαφορές στη δημογραφία, στις υποδομές και στην ικανότητα προσαρμογής καθορίζουν και τις συνέπειες για τους λιγότερο προνομιούχους.
Διαβάστε: Πράσινες ταράτσες / Μια λύση για τις πόλεις που υπερθερμαίνονται
Τα αποτελέσματα είναι εμφανή και από τις αυξήσεις των ποσοστών θνησιμότητας, αλλά και τις εισαγωγές στα νοσοκομεία με θερμοπληξία, αφυδάτωση και καρδιακά προβλήματα.
Περισσότερο από το ένα τρίτο των θανάτων που σχετίζονται με τη ζέστη αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή και οι κίνδυνοι θα αυξηθούν περαιτέρω καθώς οι θερμοκρασίες συνεχίζουν να ανεβαίνουν, με τα ακραία φαινόμενα ζέστης να προβλέπεται ότι θα γίνουν πιο έντονα και πιο συχνά τις επόμενες δεκαετίες.
Στα πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα, οι οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένες κοινότητες είναι πιο πιθανό να επηρεαστούν επειδή αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη έκθεση στη ζέστη και λιγότερους πόρους για να αντεπεξέλθουν.
Αυτή η πίεση επιδεινώνεται από το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, κατά το οποίο οι δομημένες περιοχές παγιδεύουν θερμότητα και ανεβάζουν τις θερμοκρασίες υψηλότερα από τις γύρω περιοχές.
Στον καύσωνα της Ευρώπης το 2022, για παράδειγμα, καταγράφηκαν περισσότεροι από 60.000 επιπλέον θάνατοι. Το 2021, ένας καύσωνας ρεκόρ στον Καναδά με τις θερμοκρασίες να πλησιάζουν τους 50°C, συνέβαλε σε εκατοντάδες θανάτους, πολλούς σε αστικές κατοικίες χωρίς επαρκή ψύξη.
Την ίδια στιγμή, ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς. Περίπου το 55% ζούσε σε πόλεις και κωμοπόλεις το 2018, ποσοστό που προβλέπεται να αυξηθεί στο 68% έως το 2050.
Μία νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο The Conversation αποδεικνύει ότι η έλλειψη πρόσβασης σε συστήματα ψύξης (cooling poverty), γεννά νέους κινδύνους και συστημική φτώχεια.
Σε δείγμα τριών δισεκατομμυρίων ανθρώπων, σχεδόν 600 εκατομμύρια αποδείχθηκε ότι βιώνουν αποκλεισμό από συστήματα ψύξης. Οι άνθρωποι στη Νότια Ασία και στην υποσαχάρια Αφρική είναι αυτοί που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος.
Η Ινδονησία και το Μπανγκλαντές αντιμετωπίζουν επικίνδυνη υγρή ζέστη που επηρεάζει σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό τους, όμως οι ισχυρές φυσικές υποδομές μεταφράζονται σε χαμηλότερα επίπεδα αποκλεισμών.
Στις πόλεις, η ευαλωτότητα διαμορφώνεται από τις φυσικές υποδομές (κτίρια, δρόμους, σωληνώσεις και χώρους πρασίνου) και τις κοινωνικές υποδομές (υπηρεσίες, θεσμούς και δίκτυα υποστήριξης), οι οποίες κατανέμονται άνισα. Οι φτωχότεροι κάτοικοι συνήθως έχουν μικρότερη πρόσβαση σε κλιματισμό, δρόμους με σκιά και δέντρα, πάρκα και μονωμένες κατοικίες.
Η ικανότητα ψύξης δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνολογίας. Η παρουσίαση του κλιματισμού ως απάντηση στην ακραία ζέστη είναι προβληματική. Η πρόσβαση σε κλιματισμό είναι εξαιρετικά άνιση μεταξύ και εντός των χωρών – η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού απλώς δεν διαθέτει.
Ο κλιματισμός καταναλώνει επίσης πολύ ενέργεια. Αυξάνει τους ετήσιους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών περισσότερο από ένα τρίτο κατά μέσο όρο. Αυτό επιβαρύνει τα ηλεκτρικά δίκτυα όταν η ζήτηση ενέργειας κορυφώνεται. Η αυξημένη ζήτηση ηλεκτρισμού επιταχύνει την κλιματική αλλαγή που οδηγεί στην αύξηση της ζέστης, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τις εξωτερικές θερμοκρασίες.
Διαβάστε: Καύσωνας / Πάνω από 24.000 νεκροί σε Ευρώπη και Ελλάδα το 2025
Οι σημαντικότεροι παράγοντες που καθορίζουν την επικινδυνότητα της ζέστης είναι οι κοινωνικές συνθήκες, η δόμηση των γειτονιών, η πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ο αερισμός του σπιτιού, οι δημόσιες υπηρεσίες κ.ά. Το ίδιο συμβαίνει με την ηλικία, την υγεία, το εισόδημα, την ταυτότητα φύλου και τις διακρίσεις .
Σε πολλά μέρη, ο κλιματισμός έχει αντικαταστήσει την παραδοσιακή γνώση για την αντιμετώπιση της ζέστης, συμπεριλαμβανομένων τρόπων δόμησης, μετακίνησης, διατροφής και ξεκούρασης που αναπτύχθηκαν επί αιώνες. Η απώλεια αυτών των πρακτικών μπορεί να αφήσει τους ανθρώπους πιο εκτεθειμένους και λιγότερο ανθεκτικούς.
Από το 2020, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με ανθρώπους που ζουν στα χαμηλού εισοδήματος προάστια και στις φαβέλες του Ρίο. Δεκαεννέα από αυτούς κράτησαν διαδικτυακά ημερολόγια ζέστης με καταγραφές, φωτογραφίες, σχέδια, memes και φωνητικά μηνύματα για τις καθημερινές εμπειρίες τους.
Αρκετοί εργαζόμενοι χρειάστηκε να αλλάξουν την καθημερινότητά τους ώστε οι οικιακές εργασίες να γίνονται στις πιο δροσερές ώρες της αυγής και του σούρουπου. Οι πλανόδιοι πωλητές άλλαξαν τοποθεσίες ή εγκατέλειψαν ορισμένες διαδρομές.
Οι λογαριασμοί ρεύματος τριπλασιάστηκαν το καλοκαίρι. Οι πιο ευάλωτοι κάτοικοι αποκλείστηκαν ακριβώς από τους χώρους (πάρκα, πλατείες, καταστήματα) όπου άλλοι βρίσκουν σκιά ή λίγη δροσιά.
Διαβάστε: Καύσωνας / Πώς θα κάνουμε βιώσιμο το σπίτι και την πόλη
Η συστημική φτώχεια δεν αφορά μόνο το αν κάποιος μπορεί να αντέξει οικονομικά ένα κλιματιστικό, αλλά τον τρόπο που οι υποδομές, οι θεσμοί και ο αστικός σχεδιασμός εκθέτουν τους κατοίκους σε επικίνδυνη ζέστη και στη συνέχεια αποτυγχάνουν να τους προστατεύσουν από αυτή.
Το πρόβλημα εκτείνεται πέρα από το σπίτι, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στα συστήματα υγείας, όπου η ζέστη μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την υγεία, την παραγωγικότητα και την ευημερία. Επεκτείνεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογιστεί η ανισότητα, οι διακρίσεις, η πατριαρχία, ο αποκλεισμός ατόμων με αναπηρία και ο ρατσισμός.
Η κλιματική δικαιοσύνη δεν σημαίνει μόνο μείωση της έκθεσης στη ζέστη.
Οι αποτελεσματικές απαντήσεις απαιτούν συντονισμένη δράση στον αστικό σχεδιασμό, στη δημόσια υγεία, στη στέγαση και στην εργασιακή νομοθεσία. Στο ερώτημα «ποιος δημιούργησε αυτή τη συνθήκη;», βρίσκεται η απάντηση και στο ποιος θα μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα.
