Το 1997 λίγες μέρες πριν ξεσπάσει στις ΗΠΑ το σκάνδαλο Λεβίνσκι, δηλαδή η αποκάλυψη της ερωτικής ιστορίας του προέδρου Μπιλ Κλίντον με την γραμματέα Μόνικα Λεβίνσκι, βγήκε στις αίθουσες μία ταινία που έμελλε να αφήσει εποχή. Ο τίτλος της ταινίας “Wag the dog” (ελληνική απόδοση, “Ο πρόεδρος, ένα ροζ σκάνδαλο κι ένας πόλεμος”) προέρχεται από μία φράση, έναν ιδιωματισμό, που σημαίνει “η ουρά κουνάει το σκύλο”. Δηλαδή κάτι μικρότερης σημασίας, καθοδηγεί, χειραγωγεί κάποιον ή κάτι πολύ μεγαλύτερη σημασίας.
Η ταινία σκηνοθετημένη από το σπουδαίο Μπάρυ Λέβινσoν (Good morning Vietnam) περιγράφει μια μεγα-χειραγώγηση πολιτικών γεγονότων από έναν σύμβουλο επικοινωνίας (την ουρά), ο οποίος προσλαμβάνει έναν παραγωγό του Χόλιγουντ για να δημιουργήσει έναν ψεύτικο πόλεμο για να αποσπάσει την προσοχή του αμερικανικού κοινού (του σκύλου) από ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που αφορά τον πρόεδρο, δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές.
Με πρωταγωνιστές τα δύο ιερά τέρατα της υποκριτικής Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο, είναι μια μαύρη κωμωδία, μια αμείλικτη πολιτική σάτιρα, με την εξής υπόθεση: μια βδομάδα πριν τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ βγαίνει στη φόρα ένα σεξουαλικό σκάνδαλο του νυν και υποψηφίου προέδρου. Πανικός στο επικοινωνιακό επιτελείο του και προσλαμβάνεται εκτάκτως o κορυφαίος σύμβουλος επικοινωνίας Ρόμπερτ Ντε Νίρο, για να στρέψει με κάποιο τρόπο αλλού την προσοχή των media.
Ο σύμβουλος επικοινωνίας αποφασίζει να δημιουργήσει ένα ψεύτικο πόλεμο και στρέφεται σε ένα κορυφαίο παραγωγό του Χόλιγουντ (Αλ Πατσίνο) κολακεύοντας σε υπερθετικό βαθμό την ματαιοδοξία του, ώστε τελικά τον πείθει να κάνει την παραγωγή αυτού του εικονικού πολέμου. Αλλά με ποιο κράτος θα κάνουν πόλεμο έστω και εικονικό; Επιλέγουν μία άσχετη χώρα που το 90% των Αμερικανών δεν ξέρουν καν που βρίσκεται στο χάρτη: Την Αλβανία.
Ο “πόλεμος” κινηματογραφείται με μεγάλη επιτυχία, σ’ ένα στούντιο, ο κόσμος νομίζει ότι οι σκηνές που βλέπει είναι σκηνές πραγματικού πολέμου και το σεξουαλικό σκάνδαλο περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Στα πλάνα της πραγματικής ζωής εξελισσόταν μια ανατριχιαστικά παρόμοια ιστορία. Ο Μπιλ Κλίντον εξαπέλυε πόλεμο εναντίον του Αφγανιστάν και για πρώτη φορά στις τηλεοράσεις στα σαλόνια όλο του κόσμου, έμπαινε ο πόλεμος εν είδει ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Με ενα αόρατο PlayStation στα χέρια, εκατομμύρια εκατομμυρίων σε όλο τον πλανήτη έβλεπαν τις βόμβες να πέφτουν σαν φωτοβολίδες στη μικρή οθόνη, χωρίς το αίμα, την καταστροφή και το θάνατο της πραγματικότητας.
Η σύμπτωση παραήταν σατανική για να θεωρηθεί σύμπτωση. Η ταινία σε καμία περίπτωση δεν ήταν απλώς προφητική. Τότε. Για τώρα τι έχουμε να πούμε; Ότι η ζωή μιμείται την τέχνη; Ίσως αυτό, αν τα πράγματα δεν ήταν απείρως τραγικότερα. Όλοι πια ξέρουν με βεβαιότητα και καταγγέλλουν δημόσια μέσα και έξω από τις ΗΠΑ, ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε αυτό τον ανόητο και αβέβαιο πόλεμο με το Ιράν, για να ξεφύγει προσωρινά από τον εφιάλτη των φακέλων Επστάιν.
Συνεργαζόμενος ή και καθοδηγούμενος από τον καταδικασμένο για εγκλήματα πολέμου Νετανιάχου, που κι αυτός με τον πόλεμο στη Γάζα το δικαστήριο για διαφθορά που τον περιμένει προσπάθησε να αποφύγει, βάζει μπουρλότο σε όλη την Μέση Ανατολή δημιουργώντας συνθήκες για ακόμα μεγαλύτερο μίσος, για την γέννηση νέας τρομοκρατίας, που θα απαιτήσει νέους πολέμους για να “παταχθεί”.
Η δικαιολογία περί πυρηνικών είναι αστεία και ουδείς την πιστεύει. Η επίκληση της εισαγόμενης ελευθερίας των γυναικών, είναι ύβρις όταν την πρώτη κιόλας μέρα δολοφονείς 115 αθώα κοριτσάκια. Διότι όπως εξαιρετικά συνοπτικά και πετυχημένα είπε ο αμερικανοσπουδαγμένος καθηγητής Διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης Foad Izadi σε σειρά συνεντεύξεων του, ‘πολεμάμε με την τάξη του Επστάιν που τα κοριτσάκια είτε τα βιάζει, είτε τα σκοτώνει”.
Αυτό όμως δεν θα το δούμε ποτέ στο σινεμά.
