Ο τρόπος με τον οποίο αφηγούμαστε την ιστορία είναι βαθιά διαμορφωμένος από μια βασική παραδοχή: ότι η βία αποτελεί τον κύριο κινητήρα της ανθρώπινης εξέλιξης. Οι πόλεμοι, οι αυτοκρατορίες, οι κατακτήσεις και οι στρατιωτικές νίκες βρίσκονται στο επίκεντρο των ιστορικών αφηγήσεων, ενώ η ειρήνη παρουσιάζεται συνήθως ως μια απλή διακοπή ανάμεσα σε συγκρούσεις ή ως μια αφηρημένη επιθυμία. Αυτή η οπτική, σύμφωνα με τον ιστορικό Mario López Martínez, δεν αντανακλά απαραίτητα την πραγματικότητα, αλλά μια συγκεκριμένη επιλογή για το τι θεωρείται «ιστορικά σημαντικό».
Η ιστοριογραφία, όπως διαμορφώθηκε κυρίως από τα κράτη και τις ελίτ δηλαδή τους νικητές, έδωσε προτεραιότητα σε γεγονότα που αφήνουν σαφή και εντυπωσιακά ίχνη: μάχες, συνθήκες, στρατιωτικές εκστρατείες. Η βία παράγει αρχεία, ημερομηνίες και σύμβολα. Αντίθετα, η ειρήνη είναι συχνά αόρατη. Εκδηλώνεται μέσα από καθημερινές πρακτικές συνύπαρξης, άτυπες συμφωνίες, κοινωνικούς συμβιβασμούς και μορφές συνεργασίας που δεν καταγράφονται εύκολα. Ως αποτέλεσμα, η ειρήνη δεν αντιμετωπίζεται ως ενεργή ιστορική δύναμη, αλλά ως απουσία γεγονότων.
Αυτή η αντίληψη έχει σημαντικές συνέπειες. Όταν η ιστορία παρουσιάζεται κυρίως ως διαδοχή πολέμων, δημιουργείται η εντύπωση ότι η βία είναι φυσική και αναπόφευκτη. Η ιδέα ότι οι κοινωνίες εξελίσσονται μέσα από συγκρούσεις ενισχύει μια μορφή ιστορικού ντετερμινισμού, σύμφωνα με τον οποίο η ειρήνη είναι εύθραυστη και προσωρινή. Έτσι, η βία εμφανίζεται ως κανονικότητα και η ειρήνη ως εξαίρεση.
Ωστόσο, η ειρήνη δεν είναι απλώς η απουσία πολέμου. Είναι μια ενεργή διαδικασία που απαιτεί προσπάθεια, διαπραγμάτευση και κοινωνική οργάνωση. Οι κοινωνίες δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένες από συγκρούσεις, αλλά συχνά κατάφεραν να τις διαχειριστούν χωρίς να καταφύγουν στην εξόντωση του αντιπάλου. Ειρήνη ιστορικά, δεν σημαίνει αρμονία ή πλήρη συμφωνία, αλλά την ικανότητα διαχείρισης των διαφορών χωρίς καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μη βία αναδεικνύεται ως σημαντικός ιστορικός παράγοντας. Κοινωνικά κινήματα, εργατικές διεκδικήσεις, αντι-αποικιακοί αγώνες, το φεμινιστικό κίνημα και τα κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων βασίστηκαν συχνά σε μη βίαιες μορφές αντίστασης. Αυτές οι πρακτικές δεν ήταν απλώς ηθικές επιλογές, αλλά στρατηγικές που επέτρεψαν σε κοινωνικές ομάδες χωρίς στρατιωτική ισχύ να διεκδικήσουν δικαιώματα και να μετασχηματίσουν πολιτικά συστήματα, όπως αναφέρει άρθρο του The Conversation.
Παρόλα αυτά, αυτές οι μορφές αγώνα παραμένουν συχνά στο περιθώριο της ιστορίας. Οι πρωταγωνιστές της ειρήνης δεν είναι συνήθως στρατηγοί ή ηγεμόνες, αλλά κοινωνικά κινήματα, κοινότητες, εργαζόμενοι, γυναίκες και περιθωριοποιημένες ομάδες. Επειδή δεν διαθέτουν την ίδια θεσμική δύναμη ή ορατότητα, η συμβολή τους συχνά υποτιμάται.
Επιπλέον, δεν υπάρχει μία μόνο μορφή ειρήνης. Υπάρχει η «θεσμική ειρήνη», που βασίζεται σε νόμους και διεθνείς συμφωνίες, αλλά και η «εύθραυστη ειρήνη», που στηρίζεται σε κοινωνικές ισορροπίες και συμβιβασμούς. Υπάρχει επίσης η ειρήνη που επιβάλλεται από ισχυρούς παράγοντες, καθώς και εκείνη που προκύπτει από λαϊκές διεκδικήσεις.
Αυτές οι μορφές συνυπάρχουν και συχνά βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους.
Η αποσιώπηση της ειρήνης στην ιστορία δεν είναι ουδέτερη. Όταν η ειρήνη δεν αναγνωρίζεται ως ιστορικό επίτευγμα, ενισχύεται η ιδέα ότι η βία είναι αναπόφευκτη. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται το παρόν και το μέλλον. Αν η βία θεωρείται φυσική κατάσταση, τότε η ειρήνη φαίνεται μη ρεαλιστική ή προσωρινή.
Η ανάδειξη της ιστορίας της ειρήνης δεν σημαίνει άρνηση της βίας ή εξιδανίκευση του παρελθόντος. Σημαίνει την αναγνώριση ότι η ανθρωπότητα δεν έχει οργανώσει μόνο πολέμους, αλλά και μορφές συνύπαρξης. Οι κοινωνίες έχουν αναπτύξει θεσμούς, κανόνες και πρακτικές που περιορίζουν τη βία και επιτρέπουν τη συνεργασία.
Αυτή η διαφορετική προσέγγιση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία. Αντί να βλέπουμε το παρελθόν μόνο ως μια αλληλουχία συγκρούσεων, μπορούμε να το δούμε και ως μια συνεχή προσπάθεια διαχείρισης της σύγκρουσης. Αυτό δεν μειώνει τη σημασία των πολέμων, αλλά προσθέτει μια πιο πλήρη εικόνα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η ιστορία δεν είναι μόνο ιστορία καταστροφής, αλλά και ιστορία επιβίωσης. Η ειρήνη δεν είναι απλώς ένα διάλειμμα ανάμεσα σε πολέμους, αλλά μια από τις πιο σημαντικές και δύσκολες κατακτήσεις των κοινωνιών. Η αναγνώριση αυτής της διάστασης δεν αλλάζει μόνο την κατανόηση του παρελθόντος, αλλά ανοίγει και τη δυνατότητα να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον.
