Με την απελευθέρωση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων ύψους 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων φαίνεται να συνδέει πλέον η Τεχεράνη οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδο στις συνομιλίες με την Ουάσινγκτον, την ώρα που οι δύο πλευρές συνεχίζουν να ανταλλάσσουν προτάσεις για μια πιθανή συμφωνία, χωρίς ωστόσο να σταματούν να απειλούν η μία την άλλη με νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Ο Μοχσέν Ρεζαεΐ, σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, υποστήριξε ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο και ότι πλέον η πρωτοβουλία κινήσεων βρίσκεται στα χέρια του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
«Οι συνομιλίες βρίσκονται σε αδιέξοδο και ο Τραμπ είναι εκείνος που πρέπει να το σπάσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, ξεκαθαρίζοντας ότι η αποδέσμευση των 24 δισ. δολαρίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών.
«Αν θέλει πραγματικά συμφωνία με το Ιράν, αυτά τα 24 δισεκατομμύρια αποτελούν δοκιμασία εμπιστοσύνης. Δεν μιλάμε για αμερικανικά χρήματα, αλλά για δικά μας κεφάλαια», σημείωσε.
Senior Iranian official Mohsen Rezaee to CNN:
Trump must make decisions independently of Israel. He must give what is the rights of the Iranian people and stop the blockade. Release our frozen assets. And this can be a new horizon for the future of Iran and America.
Trump must… pic.twitter.com/GJPglscbW6
— World Source News (@Worldsource24) June 5, 2026
«Οι διαπραγματεύσεις έχουν παγώσει και ο Τραμπ είναι αυτός που πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα», επέμεινε στο CNN ο Ρεζαεΐ, στρατιωτικός σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, στέλνοντας σαφές μήνυμα προς την αμερικανική πλευρά ότι η μπάλα βρίσκεται πλέον στο δικό της γήπεδο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τεχεράνη ζητά την αποδέσμευση συνολικά 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων από παγωμένα ιρανικά κεφάλαια στο εξωτερικό. Το σχέδιο προβλέπει την απελευθέρωση των πρώτων 12 δισ. δολαρίων αμέσως μετά την υπογραφή μιας ενδιάμεσης συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την εκταμίευση των υπόλοιπων 12 δισ. σε επόμενο στάδιο.
Η απαίτηση αυτή αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις στην Ουάσινγκτον, καθώς Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι μια τόσο μεγάλη οικονομική παραχώρηση θα αποδυνάμωνε σημαντικά το βασικό διαπραγματευτικό χαρτί που διαθέτουν απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Παράλληλα, ο Τραμπ επιδιώκει οποιαδήποτε συμφωνία να εμφανίζεται σαφώς αυστηρότερη από τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να θυμίσουν την οικονομική αποζημίωση που είχε εγκρίνει η κυβέρνηση Ομπάμα και την οποία ο ίδιος έχει επανειλημμένα επικρίνει.
Στη συνέντευξή του, ο Ρεζαεΐ χαρακτήρισε την αποδέσμευση των ιρανικών κεφαλαίων ως μια ουσιαστική δοκιμασία αξιοπιστίας για την αμερικανική κυβέρνηση.
Όπως υποστήριξε, εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει στην απελευθέρωση των χρημάτων, θα ανοίξει ένας νέος δρόμος στις σχέσεις των δύο χωρών.
«Αν ο Τραμπ θέλει πραγματικά μια συμφωνία με το Ιράν, τότε αυτά τα 24 δισεκατομμύρια δολάρια αποτελούν τη δοκιμασία εμπιστοσύνης που ζητά η Τεχεράνη. Είναι ένα τεστ που πρέπει να περάσει η Αμερική ώστε να ανοίξει ο δρόμος για περαιτέρω πρόοδο», τόνισε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για ιρανικά και όχι αμερικανικά χρήματα.
Ο στενός συνεργάτης του Χαμενεΐ έστειλε παράλληλα ένα ιδιαίτερα σκληρό μήνυμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, προειδοποιώντας ότι μια νέα στρατιωτική αντιπαράθεση δεν θα περιοριστεί στον Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών, το Ιράν θα επεκτείνει το πεδίο των επιχειρήσεων πολύ πέρα από τα Στενά του Ορμούζ, φτάνοντας έως τον Ινδικό Ωκεανό, το Μπαμπ αλ Μαντάμπ, την Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο.
«Θα δώσουμε εντελώς διαφορετική διάσταση στη σύγκρουση και θα πλήξουμε πρόσθετες αμερικανικές βάσεις πέρα από εκείνες που έχουν ήδη βρεθεί στο στόχαστρό μας», δήλωσε χαρακτηριστικά, αν και εκτίμησε ότι η πιθανότητα νέου πολέμου παραμένει προς το παρόν περιορισμένη.
Ο Ρεζαεΐ εμφανίστηκε επίσης αρνητικός στο ενδεχόμενο απευθείας συνάντησης ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Αγιατολάχ Χαμενεΐ.
Αποφεύγοντας να σχολιάσει την κατάσταση της υγείας του ανώτατου ηγέτη και τον βαθμό συμμετοχής του στις αποφάσεις της χώρας, απέρριψε κατηγορηματικά το σενάριο μιας τέτοιας συνάντησης.
«Δεν πρόκειται να συμβεί. Βρισκόμαστε ακόμη στο πρώτο στάδιο των διαπραγματεύσεων και ο Τραμπ έχει οδηγήσει τις συνομιλίες σε αδιέξοδο», υποστήριξε.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται λίγες ημέρες μετά τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου ότι οι σχέσεις του με τον Χαμενεΐ φαίνεται να βρίσκονται σε καλό επίπεδο και ότι θα θεωρούσε τιμή του μια συνάντηση μαζί του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η αναφορά του στα Στενά του Ορμούζ, τη σημαντικότερη ίσως θαλάσσια αρτηρία για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως.
Ο Ρεζαεΐ επανέλαβε τον ισχυρισμό της Τεχεράνης ότι το Ιράν και το Ομάν διαθέτουν κυριαρχικά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης πλωτής οδού και ότι η διαχείρισή της θα πρέπει να γίνεται από κοινού.
Παράλληλα, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο επιβολής οικονομικών επιβαρύνσεων στη ναυσιπλοΐα, υποστηρίζοντας ότι η χώρα του δεν μπορεί να συνεχίσει να επωμίζεται μόνη της το κόστος συντήρησης και ασφάλειας της περιοχής.
Ο Μοχσέν Ρεζαεΐ συγκαταλέγεται στις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του ιρανικού κατεστημένου ασφαλείας. Βετεράνος του πολέμου Ιράν – Ιράκ, ηγήθηκε των Φρουρών της Επανάστασης από το 1981 έως το 1997 και θεωρείται από τους αρχιτέκτονες της μετεξέλιξής τους σε έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Συμβούλιο Σκοπιμότητας, το οποίο συμβουλεύει τον ανώτατο ηγέτη, ενώ διετέλεσε και αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του Εμπραχίμ Ραϊσί. Παράλληλα, έχει διεκδικήσει τέσσερις φορές την προεδρία της χώρας χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί.
Αναφερόμενος στις δυνατότητες της χώρας του σε περίπτωση πλήρους στρατιωτικής αναμέτρησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ρεζαεΐ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη είναι προετοιμασμένη ακόμη και για ένα σενάριο χερσαίας εισβολής.
«Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, τότε ο κόσμος θα διαπιστώσει τις πραγματικές δυνατότητες του Ιράν. Η χερσαία στρατιωτική μας ισχύς είναι πολλαπλάσια από τη δύναμη των πυραυλικών μας συστημάτων», ανέφερε.
Παράλληλα, αμφισβήτησε κατά πόσο μπορεί να υπάρξει βιώσιμη συμφωνία με τον Τραμπ, υπενθυμίζοντας την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία του 2015 και κάνοντας λόγο για έλλειψη σαφήνειας στην αμερικανική διαπραγματευτική στάση.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε τον πρόσφατο πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ως ιστορική επιτυχία για την Ισλαμική Δημοκρατία.
«Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το Ιράν βγήκε νικητής από μια πολεμική αναμέτρηση. Στο παρελθόν βρισκόμασταν πάντα στην πλευρά του ηττημένου. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά», υποστήριξε.
Παρά τις συνεχιζόμενες επαφές που ακολούθησαν την κατάπαυση του πυρός που συμφωνήθηκε τον Απρίλιο, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη διατηρούν ανοικτό το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής ισχύος, με τις τελευταίες εβδομάδες να χαρακτηρίζονται από ανταλλαγή επιθέσεων, αλληλοκατηγορίες και έντονη κινητικότητα στον Περσικό Κόλπο.
Την Παρασκευή, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική βάση στην περιοχή χρησιμοποιηθεί για επιθέσεις κατά του Ιράν θα θεωρείται νόμιμος στόχος.
Η δήλωση ήρθε μετά από μια σειρά περιστατικών που ανέβασαν ξανά το θερμόμετρο στην περιοχή. Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, το ιρανικό ναυτικό εκτόξευσε προειδοποιητικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών πολεμικών πλοίων στον Κόλπο του Ομάν, κατηγορώντας παράλληλα τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι παρεμποδίζουν τη ναυσιπλοΐα και κατάσχουν εμπορικά πλοία και πετρελαιοφόρα στο πλαίσιο του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Η ένταση κορυφώθηκε τις τελευταίες ημέρες μετά από αναφορές για ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones σε στόχους στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν.
Οι αρχές του Κουβέιτ ανακοίνωσαν ότι βλήματα έπληξαν το διεθνές αεροδρόμιο της χώρας, προκαλώντας ζημιές και διακοπές πτήσεων, ενώ σύμφωνα με την Ινδία ένας πολίτης της έχασε τη ζωή του και αρκετοί ακόμη τραυματίστηκαν.
Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) υποστήριξε ότι αρκετοί από τους πυραύλους δεν έφτασαν ποτέ στους στόχους τους ή αναχαιτίστηκαν, ενώ παρόμοια ήταν η εικόνα και στο Μπαχρέιν, όπου σύμφωνα με την Ουάσινγκτον δεν υπήρξαν απώλειες ή ζημιές σε αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Τα γεγονότα αυτά ακολούθησαν αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, θέσεις ραντάρ και υποδομές μη επανδρωμένων αεροσκαφών, καθώς και επιθέσεις σε τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις στο νησί Κεσμ.
Η Τεχεράνη από την πλευρά της κατήγγειλε ότι αμερικανικές δυνάμεις προκάλεσαν ζημιές σε ιρανικό πετρελαιοφόρο κοντά στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ιρανικά μέσα υποστήριξαν ότι οι Φρουροί της Επανάστασης απάντησαν πλήττοντας πλοίο που χαρακτήρισαν ως εχθρικό.
Παρά το κλίμα έντασης, η αμερικανική πλευρά εξακολουθεί να αφήνει ανοικτό το παράθυρο της διπλωματίας.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να εξετάσουν άρση κυρώσεων μόνο εφόσον το Ιράν εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία των συνομιλιών, δηλώνοντας ότι οι επαφές των τελευταίων ημερών ήταν ιδιαίτερα θετικές και ότι η επίτευξη συμφωνίας παραμένει πιθανή.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και πληροφορίες που έκαναν λόγο για προκαταρκτική συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών με στόχο την παράταση της εκεχειρίας για ακόμη 60 ημέρες και την έναρξη διαπραγματεύσεων για οριστικό τερματισμό της σύγκρουσης.
Ωστόσο, ούτε η Ουάσινγκτον ούτε η Τεχεράνη επιβεβαίωσαν επισήμως την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας.
Την ίδια στιγμή, οι δηλώσεις κορυφαίων αξιωματούχων δείχνουν ότι το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής αναμέτρησης παραμένει απολύτως υπαρκτό.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να αποδεχθεί ποτέ ένα Ιράν με πυρηνικά όπλα, υπογραμμίζοντας ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να δράσουν στρατιωτικά εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο Τραμπ, ο οποίος προειδοποίησε ότι ο χρόνος εξαντλείται για την Τεχεράνη και ότι, αν δεν υπάρξει πρόοδος, μπορεί να ακολουθήσει νέος γύρος στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Από την άλλη πλευρά, ο Αμπάς Αραγτσί υπογράμμισε ότι η αντιπαράθεση με μια πυρηνική υπερδύναμη επί σαράντα ημέρες αποδεικνύει την αποφασιστικότητα του Ιράν, ενώ ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο εγκατάλειψης των συνομιλιών και επιστροφής σε πορεία σύγκρουσης.
Παρά τις εκατέρωθεν διαβεβαιώσεις ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοικτοί, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αντιφατική.
Από τη μία πλευρά, οι δύο χώρες συνεχίζουν να συζητούν πιθανούς όρους συμφωνίας, με την Τεχεράνη να θέτει πλέον ως βασικό όρο την αποδέσμευση των 24 δισ. δολαρίων.
Από την άλλη, οι στρατιωτικές προειδοποιήσεις, οι επιθέσεις στον Κόλπο και οι διαρκείς αλληλοκατηγορίες δείχνουν ότι η περιοχή εξακολουθεί να βρίσκεται ένα βήμα πριν από μια νέα επικίνδυνη κλιμάκωση.
Το αν το επόμενο διάστημα θα οδηγήσει σε μια ιστορική συμφωνία ή σε έναν νέο γύρο σύγκρουσης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο Ουάσινγκτον και Τεχεράνη θα καταφέρουν να μετατρέψουν τις εύθραυστες επαφές των τελευταίων μηνών σε ουσιαστικές πολιτικές δεσμεύσεις.
