Η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε εκείνη την εύφλεκτη ενδιάμεση ζώνη όπου ο πόλεμος δεν έχει επιστρέψει, αλλά και η ειρήνη δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε εγκρίνει μια «πολύ μεγάλη» επίθεση κατά του Ιράν για την Τρίτη, αλλά αποφάσισε να την αναβάλει, έπειτα από παρέμβαση ηγετών του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το μήνυμα από τον Κόλπο ήταν σαφές: δώστε ακόμη λίγο χρόνο στη διπλωματία.
Στην πράξη, όμως, αυτό που ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον δεν είναι αποκλιμάκωση. Είναι παράταση διορίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να κρατά το χέρι στη σκανδάλη, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό ένα στενό διπλωματικό παράθυρο. Η απειλή στρατιωτικής ισχύος δεν αποσύρθηκε. Πάγωσε προσωρινά. Και αυτό ακριβώς είναι το νόημα της κίνησης Τραμπ: να πιέσει την Τεχεράνη με την εικόνα μιας επίθεσης που δεν σχεδιάζεται θεωρητικά, αλλά έχει ήδη εγκριθεί πολιτικά και μπορεί να επανέλθει ανά πάσα στιγμή.
Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν έδειξε διάθεση υποχώρησης. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, ταξίαρχος Μοχαμάντ Ακραμινία, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα επίθεση θα οδηγήσει την Τεχεράνη στο άνοιγμα «νέων μετώπων» με «νέα εργαλεία και μεθόδους». Είναι η κλασική γλώσσα της ιρανικής αποτροπής: ασαφής αρκετά ώστε να μην προδίδει επιχειρησιακές λεπτομέρειες, σαφής αρκετά ώστε να υπενθυμίζει ότι το Ιράν δεν απειλεί μόνο με απάντηση εντός των συνόρων του.
Η απειλή ως εργαλείο διαπραγμάτευσης
Ο Τραμπ δεν χρησιμοποιεί απλώς τη στρατιωτική ισχύ ως έσχατη λύση. Τη χρησιμοποιεί ως μέρος της διαπραγμάτευσης. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο της παρούσας φάσης. Η Ουάσιγκτον δεν λέει στην Τεχεράνη «διαπραγματεύσου για να αποφύγουμε μια κρίση». Της λέει «διαπραγματεύσου γιατί η κρίση είναι ήδη εδώ και το επόμενο βήμα έχει παγώσει μόνο προσωρινά».
Η τακτική αυτή έχει δύο όψεις. Από τη μία, επιτρέπει στον Τραμπ να εμφανίζεται στους συμμάχους του Κόλπου ως ηγέτης που ακούει τις περιφερειακές ανησυχίες και δίνει χώρο στη διπλωματία. Από την άλλη, τον βοηθά να μη φανεί αδύναμος απέναντι στο Ιράν. Δεν ματαιώνει την επίθεση. Την αναβάλλει. Δεν αποσύρει την απειλή. Την κρατά ζωντανή.
Για τις χώρες του Κόλπου, η αναβολή ήταν αναγκαία. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ δεν θέλουν μια νέα γενικευμένη ανάφλεξη που θα πλήξει τις ενεργειακές ροές, τις υποδομές τους και τη διεθνή εικόνα τους ως κόμβων σταθερότητας και επενδύσεων. Γνωρίζουν, όμως, ότι δεν μπορούν πλέον να στηριχθούν μόνο στις παλιές φόρμουλες αποκλιμάκωσης. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να μεταφέρει την πίεση σε πολλά επίπεδα: στρατιωτικό, ενεργειακό, ναυτιλιακό, οικονομικό και ψυχολογικό. Γι’ αυτό και η παρέμβαση των ηγετών του Κόλπου δεν ήταν μόνο έκκληση ειρήνης. Ήταν και πράξη αυτοπροστασίας.
Μια αμερικανική επίθεση μεγάλης κλίμακας μπορεί να προκαλέσει ιρανική απάντηση όχι μόνο κατά αμερικανικών στόχων, αλλά και κατά υποδομών στον ευρύτερο Κόλπο. Η Τεχεράνη έχει δείξει ότι αντιλαμβάνεται την περιοχή ως ενιαίο θέατρο πίεσης. Και οι μοναρχίες του Κόλπου γνωρίζουν ότι, ακόμη και αν δεν είναι οι ίδιες άμεσος στόχος, μπορούν να γίνουν το πεδίο όπου θα μεταφερθεί το κόστος.
Το Πακιστάν στο κέντρο του παρασκηνίου
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Πακιστάν έχει αναλάβει έναν ρόλο που δεν είναι θορυβώδης, αλλά είναι κρίσιμος. Η επίσκεψη του υπουργού Εσωτερικών Μοχσίν Νακβί στην Τεχεράνη και η συνάντησή του με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δείχνουν ότι η διαπραγμάτευση δεν έχει πεθάνει. Απλώς έχει μετακινηθεί στα παρασκήνια.
Ο Νακβί δεν είναι ένας τυπικός απεσταλμένος. Θεωρείται κοντά στον αρχηγό του πακιστανικού στρατού, Ασίμ Μουνίρ, ο οποίος εμφανίζεται να έχει απευθείας επικοινωνία τόσο με την αμερικανική πλευρά όσο και με Ιρανούς αξιωματούχους. Αυτό δίνει στο Ισλαμαμπάντ ιδιαίτερο βάρος. Το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη, μουσουλμανική χώρα, γείτονας του Ιράν και ταυτόχρονα κράτος με βαθιές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου.
Η πακιστανική μεσολάβηση έχει, όμως, όρια. Το Ισλαμαμπάντ μπορεί να μεταφέρει μηνύματα. Μπορεί να διατηρήσει δίαυλο. Μπορεί να προσφέρει πολιτικό χώρο στην Τεχεράνη ώστε να μη φανεί ότι διαπραγματεύεται υπό αμερικανικό τελεσίγραφο. Δεν μπορεί, όμως, να λύσει από μόνο του την ουσία της σύγκρουσης. Και η ουσία είναι διπλή: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό βάθος της κρίσης. Η Ουάσιγκτον θέλει μια συμφωνία που θα εμποδίζει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Η Τεχεράνη επιμένει ότι έχει δικαίωμα στον εμπλουτισμό ουρανίου και στις ειρηνικές πυρηνικές δραστηριότητες. Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική, στρατηγική και σχεδόν υπαρξιακή για το ιρανικό καθεστώς. Αν εγκαταλείψει πλήρως τον εμπλουτισμό, θα εμφανιστεί στο εσωτερικό του ως δύναμη που λύγισε. Αν δεν υποχωρήσει, η Ουάσιγκτον δύσκολα μπορεί να πουλήσει μια συμφωνία ως πραγματικό φρένο στην ιρανική πυρηνική φιλοδοξία.
Τα Στενά του Ορμούζ ως όμηρος της συμφωνίας
Το δεύτερο αγκάθι είναι τα Στενά του Ορμούζ. Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, το Ιράν έχει ουσιαστικά μετατρέψει το πέρασμα σε μοχλό εκβιασμού της διεθνούς οικονομίας. Δεν χρειάζεται πάντα να το κλείσει απολύτως. Αρκεί να το καταστήσει ασταθές, ακριβό, επικίνδυνο και πολιτικά διαπραγματεύσιμο. Αυτή είναι η πραγματική δύναμη του Ορμούζ: δεν είναι μόνο γεωγραφικό σημείο. Είναι διακόπτης εμπιστοσύνης για τις αγορές ενέργειας.
Κάθε συζήτηση για πυρηνική συμφωνία πλέον περνά και από εκεί. Το Ιράν γνωρίζει ότι, όσο τα Στενά παραμένουν υπό πίεση, η Δύση και οι χώρες της Ασίας έχουν λόγο να θέλουν γρήγορη συμφωνία. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μια συμφωνία χωρίς αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας θα είναι μισή συμφωνία. Και οι χώρες του Κόλπου γνωρίζουν ότι η οικονομική τους ασφάλεια δεν μπορεί να εξαρτάται επ’ αόριστον από το αν η Τεχεράνη θα επιτρέπει ή θα δυσκολεύει τη ροή πλοίων.
Γι’ αυτό και η κρίση δεν είναι μόνο αμερικανοϊρανική. Είναι περιφερειακή και παγκόσμια. Η Κίνα, η Ινδία, η Ευρώπη, οι αγορές ενέργειας, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι ναυτιλιακοί κολοσσοί και οι κυβερνήσεις του Κόλπου παρακολουθούν την ίδια εξίσωση. Αν το Ορμούζ παραμείνει όμηρος της ιρανικής στρατηγικής, τότε ακόμη και μια προσωρινή παύση των βομβαρδισμών δεν θα σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα.
Η Τεχεράνη κερδίζει χρόνο – και προετοιμάζεται
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η κατάπαυση του πυρός δεν λειτούργησε μόνο ως χώρος διπλωματίας. Λειτούργησε και ως χρόνος στρατιωτικής ανασύνταξης. Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, το Ιράν αξιοποίησε την παύση για να αποκαταστήσει βομβαρδισμένες εγκαταστάσεις βαλλιστικών πυραύλων, να μετακινήσει κινητούς εκτοξευτές και να προσαρμόσει τις τακτικές του ενόψει πιθανής επανέναρξης των επιθέσεων.
Αυτό εξηγεί και τη σκληρή γλώσσα της Τεχεράνης. Το Ιράν θέλει να δείξει ότι δεν είναι εξαντλημένο. Έχει πληγεί σοβαρά, αλλά δεν έχει παραλύσει. Έχει δεχθεί στρατιωτικό κόστος, αλλά εξακολουθεί να μπορεί να επιβάλει κόστος στους άλλους. Αυτή είναι η βασική του άμυνα: να πείσει την Ουάσιγκτον ότι κάθε νέο πλήγμα θα ανοίξει περισσότερα μέτωπα από όσα θα κλείσει.
Για τον Τραμπ, αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα. Αν επιτεθεί, μπορεί να δείξει αποφασιστικότητα, αλλά κινδυνεύει να προκαλέσει περιφερειακή έκρηξη. Αν δεν επιτεθεί, μπορεί να δώσει χώρο στη διπλωματία, αλλά κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι απείλησε χωρίς να εκτελέσει. Γι’ αυτό η αναβολή παρουσιάζεται ως ελεγχόμενη ισχύς. Ως απόφαση ενός προέδρου που μπορεί να χτυπήσει, αλλά επιλέγει να περιμένει.
Η τελευταία διορία
Το ερώτημα είναι τι μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγες ημέρες. Η απάντηση είναι: όχι πολλά στην ουσία, αλλά αρκετά στην πολιτική «συσκευασία».
Μια ενδιάμεση φόρμουλα θα μπορούσε να επιτρέψει σε όλες τις πλευρές να δηλώσουν κάτι που να μοιάζει με νίκη. Το Ιράν να κρατήσει μια μορφή «δικαιώματος» σε ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η Ουάσιγκτον να εξασφαλίσει περιορισμούς που θα παρουσιάζονται ως φραγμός στην απόκτηση πυρηνικού όπλου. Ο Κόλπος να πάρει σταδιακή αποκατάσταση της ασφάλειας στον Ορμούζ. Το Πακιστάν να εμφανιστεί ως χρήσιμος μεσολαβητής.
Αλλά αυτή η φόρμουλα απαιτεί εμπιστοσύνη. Και εμπιστοσύνη σήμερα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο φόβος κόστους. Ο Τραμπ φοβάται έναν πόλεμο που μπορεί να ξεφύγει. Το Ιράν φοβάται μια συμφωνία που θα το εμφανίσει ταπεινωμένο. Ο Κόλπος φοβάται ότι θα πληρώσει την απάντηση της Τεχεράνης. Οι αγορές φοβούνται ότι το Ορμούζ θα παραμείνει ασταθής. Και όλοι μαζί φοβούνται ότι το επόμενο λάθος μπορεί να κλείσει το μικρό παράθυρο που άνοιξε.
Η αναβολή της επίθεσης, λοιπόν, δεν είναι δεδομένα το τέλος της κρίσης. Είναι η πιο επικίνδυνη μορφή της. Μια παύση με τα όπλα γεμάτα. Μια διαπραγμάτευση υπό απειλή. Ένας πόλεμος που έχει μπει σε αναμονή, όχι σε λύση. Και όσο η Τεχεράνη επιμένει στον εμπλουτισμό, όσο το Ορμούζ παραμένει εργαλείο πίεσης και όσο η Ουάσιγκτον κρατά στο τραπέζι την επιλογή ενός «μεγάλου πλήγματος», η Μέση Ανατολή θα κινείται στο ίδιο όριο: ανάμεσα σε μια συμφωνία ανάγκης και σε μια νέα έκρηξη που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Η τακτική του Τραμπ και της Τεχεράνης, η παρέμβαση των χωρών του Κόλπου και ο ρόλος του Πακιστάν
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
