Μετά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου 2026 που οδήγησε στη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Ν. Μαδούρο, η κυβέρνηση Τραμπ δεν επιχείρησε να καλύψει τα κίνητρά της πίσω από τη συνήθη ρητορική περί «δημοκρατίας» ή «σταθερότητας». Αντιθέτως, μίλησε ανοιχτά για το πετρέλαιο.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο και ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω παρεμβάσεις.
Η ωμότητα αυτής της δήλωσης προκάλεσε εντύπωση. Όχι όμως επειδή η οικονομική εκμετάλλευση αποτελεί κάτι νέο στην αμερικανική πολιτική απέναντι στη Λατινική Αμερική. Το αντίθετο: η ιστορία της περιοχής είναι γεμάτη από παρεμβάσεις που εξυπηρέτησαν συγκεκριμένα εμπορικά συμφέροντα. Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι η έλλειψη προσχημάτων.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα είναι η Γουατεμάλα της δεκαετίας του 1950 και ο ρόλος της United Fruit Company, του κολοσσού που κυριάρχησε στην παραγωγή και διακίνηση μπανάνας. Την περίοδο εκείνη, η Γουατεμάλα ήταν από τους βασικούς προμηθευτές μπανάνας στις ΗΠΑ. Η United Fruit κατείχε περισσότερα από 550.000 στρέμματα γης, αποκτημένα κυρίως μέσω συμφωνιών με αυταρχικά καθεστώτα. Οι φυτείες αυτές βασίζονταν στην κακοπληρωμένη εργασία φτωχών αγροτών, συχνά εκτοπισμένων από τα πατροπαράδοτα κτήματα.
Η εταιρεία είχε τέτοια επιρροή ώστε οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «el pulpo», το χταπόδι. Τα πλοκάμια της έφταναν στην πολιτική, την οικονομία και την καθημερινή ζωή στο βάθος των χρόνων. Από αυτή την πραγματικότητα γεννήθηκε και ο όρος «μπανανία» (banana republic), που περιγράφει κράτη με τυπική ανεξαρτησία αλλά ουσιαστική εξάρτηση από ξένα εταιρικά συμφέροντα.
Το 1944, η Γουατεμάλα έζησε μια δημοκρατική επανάσταση. Ένα ευρύ κοινωνικό μέτωπο ανέτρεψε τη δικτατορία και, εμπνευσμένο από τα αντιφασιστικά ιδεώδη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχείρησε να οικοδομήσει ένα πιο δίκαιο κράτος. Ο πρόεδρος Χουάν Χοσέ Αρεβάλο (1945–1951) εισήγαγε εργατική νομοθεσία, κατοχύρωσε το δικαίωμα στα συνδικάτα και θέσπισε το οκτάωρο.
Κανείς δεν μίλησε για μπανάνες, όλοι μιλούσαν για κομμουνισμό
Ο διάδοχός του, Χακόμπο Άρμπενς, προχώρησε το 1952 σε αγροτική μεταρρύθμιση, διανέμοντας ακαλλιέργητη γη σε ακτήμονες, κυρίως ιθαγενείς.
Για την United Fruit, οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήταν απαράδεκτες. Όχι μόνο αύξαναν το κόστος εργασίας, αλλά αμφισβητούσαν συνολικά το μοντέλο εξουσίας της. Η εταιρεία αντέδρασε βαφτίζοντας τις κοινωνικές αλλαγές «κομμουνιστική συνωμοσία». Με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, η κατηγορία ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική.
Αρχικά, η United Fruit πίεσε την κυβέρνηση Τρούμαν. Όταν δεν πέτυχε άμεση παρέμβαση, στράφηκε στο Κογκρέσο. Μέσω ισχυρών λομπιστών και συντονισμένης προπαγάνδας, έπεισε βουλευτές και γερουσιαστές να καταγγείλουν τη Γουατεμάλα ως απειλή για τον «ελεύθερο κόσμο». Κανείς δεν μίλησε για μπανάνες. Όλοι μιλούσαν για κομμουνισμό.
Η κορύφωση ήρθε το 1954, όταν η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ, μέσω της CIA, οργάνωσε πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Άρμπενς. Με ψυχολογικό πόλεμο, δωροδοκίες, ραδιοφωνική προπαγάνδα και ένοπλες ομάδες, οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση ενός φιλοαμερικανικού καθεστώτος. Η δημοκρατική εμπειρία της Γουατεμάλας κατέρρευσε, ακολουθούμενη από δεκαετίες βίας, δικτατοριών και εμφυλίου πολέμου.
Η ιστορία αυτή ρίχνει τη βαριά της σκιά στο παρόν, σημειώνει το The Conversation. Η ανοιχτή επίκληση του πετρελαίου στη Βενεζουέλα θυμίζει ότι, πριν από τον «μαύρο χρυσό», υπήρχαν οι μπανάνες. Και ότι η λογική της εκμετάλλευσης μπορεί να αλλάζει πρόσωπα, αλλά παραμένει ανατριχιαστικά σταθερή.
