Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή κλιμακώνονται ολοένα και περισσότεροι, με ΗΠΑ και Ισραήλ να σφυροκοπούν Ιράν και Λίβανο.
Η Τεχεράνη με την σειρά της προχωρά σε αντίποινα, τόσο κατά του Ισραήλ όσο και κατά αμερικανικών βάσεων στα γύρω κράτη, ενώ πλήγματα εξαπολύει και η Χεζμπολάχ από τον Λίβανο.
Μέχρι στιγμής, η κατάσταση δείχνει πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει άμεσα αποκλιμάκωση. Το BBC, σε σχετικά ανάλυσή του, παρουσιάζει ορισμένα δεδομένα, ενώ σκιαγραφεί τις προθέσεις των βασικών εμπλεκόμενων: ΗΠΑ, Ιράν, Ισραήλ και Κράτη του Κόλπου.
Διαβάστε: Ανάλυση / Ο Τραμπ και η παρακμή της Δύσης
Οι πολεμικοί στόχοι του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παραμένουν θεωρητικά ασαφείς, καθώς φαίνεται να μετακινούνται μεταξύ διαφορετικών επιδιώξεων, με τον ίδιο να παρουσιάζει διαφορετικές εκδοχές το τελευταίο διάστημα, οι οποίες πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση για παράδειγμα με δηλώσεις άλλων αμερικανών αξιωματούχων. Από τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, μέχρι την συνθηκολόγηση σε όλες τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ή ακόμη και την κατάρρευση του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Μέχρι στιγμής, το Ιράν ούτε έχει υποχωρήσει, ούτε έχει καταρρεύσει. Ωστόσο, οι στρατιωτικές του δυνατότητες έχουν αποδυναμωθεί μετά από 16 ημέρες συνεχών βομβαρδισμών.
Διαβάστε: Washington Post στον Τραμπ / Σήκω και φύγε
Αξίζει να σημειωθεί πως οι έμμεσες συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν στη Γενεύη τον Φεβρουάριο με τη διαμεσολάβηση του Ομάν φαίνεται πως σημείωναν πρόοδο στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος. Σύμφωνα με τους Ομανούς, το Ιράν ήταν διατεθειμένο να προχωρήσει σε σημαντικές παραχωρήσεις, προσφέροντας διαβεβαιώσεις ότι δεν επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου, υπενθυμίζει το BBC σε σχετική ανάλυσή του.
Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν ήταν πρόθυμη να συζητήσει τον περιορισμό ή την ακύρωση του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων της, ούτε τη στήριξή της σε συμμάχους στην περιοχή όπως οι Χούθι στην Υεμένη ή η Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Στο ιδανικό σενάριο για την Ουάσιγκτον και πολλούς συμμάχους της, ο πόλεμος θα κατέληγε με την κατάρρευση της κυριαρχίας των αγιατολάχ και την αντικατάστασή του από μια άλλη κυβέρνηση, η οποία δεν θα αποτελεί απειλή, σύμφωνα με την δική τους οπτική. Μέχρι στιγμής όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό.
Ένα δεύτερο, πιο ρεαλιστικό σενάριο για τις ΗΠΑ θα ήταν μια αποδυναμωμένη Ισλαμική Δημοκρατία που θα αναγκαζόταν να αλλάξει στάση σε ορισμένα ζητήματα, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν. Ωστόσο, και αυτό φαίνεται απίθανο, ιδίως μετά την επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως νέου ανώτατου ηγέτη.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, το μερικώς αποκλεισμένο Στενό του Ορμούζ και η αυξανόμενη ανησυχία στο εσωτερικό των ΗΠΑ για εμπλοκή σε έναν ακόμη δαπανηρό πόλεμο στη Μέση Ανατολή εντείνουν τις πιέσεις προς τον Αμερικανό πρόεδρο για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ωστόσο, αν το καθεστώς στην Τεχεράνη επιβιώσει αμετάβλητο θα είναι δύσκολο να παρουσιαστεί το αποτέλεσμα ως επιτυχία.
Το Ιράν προφανώς επιθυμεί τον τερματισμό του πολέμου, αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα.
Εκτιμά ότι διαθέτει τη «στρατηγική υπομονή» για να επιβιώσει από τον Τραμπ σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ παράλληλα ευνοείται από τη γεωγραφική του θέση.
Διαβάστε: Πόλεμος στο Ιράν / Τεράστιες καταστροφές σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία – Τι λέει το διεθνές δίκαιο
Διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή μεταξύ των χωρών του Κόλπου και τη δυνατότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, από όπου σε κανονικές συνθήκες, διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου.
Μάλιστα, η έκκληση του Αμερικανού προέδρου προς άλλες χώρες να συμβάλουν στη διαχείριση των συνεπειών του πολέμου δεν βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρώπη και άλλες χώρες εμφανίζονται επιφυλακτικές στο να εκθέσουν τις ναυτικές τους δυνάμεις σε κίνδυνο, συνοδεύοντας εμπορικά πλοία μέσω του Στενού, δεδομένου ότι δεν στήριξαν εξαρχής τον πόλεμο.
Επισήμως, το Ιράν δηλώνει ότι ο πόλεμος πρέπει να λήξει με σαφείς εγγυήσεις ότι δεν θα δεχθεί ξανά επίθεση, καθώς και με την καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές που προκλήθηκαν από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιδρομές. Παρότι είναι πιθανό να μην επιτύχει αυτά τα αιτήματα, η επιβίωση του καθεστώτος και των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) αρκεί για να παρουσιαστεί η έκβαση ως νίκη.
Από τις τρεις βασικές εμπλεκόμενες χώρες, σύμφωνα με το BBC το Ισραήλ φαίνεται να βιάζεται λιγότερο για τον τερματισμό του πολέμου. Στόχος του είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καταστροφή των αποθεμάτων βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, καθώς και των αποθηκών, των κέντρων διοίκησης, των ραντάρ και των βάσεων του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης.
Αν και αυτές οι υποδομές μπορούν να ανακατασκευαστούν μετά το τέλος των εχθροπραξιών, το Ισραήλ επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι το κόστος θα είναι υψηλό, δηλαδή ότι η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία είναι αρκετά ικανή να επιστρέψει και να τους βομβαρδίσει ξανά σε λίγους μήνες.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνικών όπλων ως υπαρξιακή απειλή. Το Ιράν διαθέτει, ή τουλάχιστον διέθετε πριν την έναρξη του πολέμου, μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη εγχώρια βιομηχανία πυραύλων και drones, ενώ έχει εμπλουτίσει ουράνιο σε ποσοστό 60%, πολύ πάνω από τα επίπεδα που απαιτούνται για ειρηνική χρήση, σημειώνει το BBC.
Τα Κράτη του Κόλπου: Από την ειρηνική συνύπαρξη στην πραγματικότητα του πολέμου
Τα αραβικά κράτη του Κόλπου -Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ομάν- θεωρούσαν μέχρι πρότινος ότι μπορούσαν να συνυπάρξουν με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
Ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Παρά το γεγονός ότι δεν στήριξαν τον πόλεμο, έχουν δεχθεί σχεδόν καθημερινές επιθέσεις από ιρανικούς πυραύλους και drones, με την Τεχεράνη να δηλώνει ότι δεν βρίσκεται σε πόλεμο μαζί τους, αλλά στοχεύει αμερικανικές βάσεις. Μόνο τις πρώτες ώρες της Δευτέρας 16/3, το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε περισσότερα από 60 βλήματα που κατευθύνονταν προς το έδαφός της.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ένας αξιωματούχος του Κόλπου:
«Έχει ξεπεραστεί μια κόκκινη γραμμή. Δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη ανάμεσα σε εμάς και την Τεχεράνη και δεν μπορούμε να έχουμε κανονικές σχέσεις μαζί τους μετά από αυτό».
