Στη δημόσιο διάλογο, τα τελευταία χρόνια, έχει υπάρξει ένας αριθμός δημοσιευμάτων και διατυπωμένων απόψεων γύρω από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν την περίοδο 2015-2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Μια μικρή συμβολή στο διάλογο αυτό επιχειρείται με το κείμενο αυτό που αναδεικνύει τις επιδράσεις των πολιτικών αυτών στα βασικά μεγέθη της οικονομίας σε σχέση με τις αντίστοιχες της περιόδου 2019-2023 που ακολούθησε.
Ένα βασικό μέγεθος της οικονομίας αφορά στην παραγωγή, όπως αυτή αποτυπώνεται από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) και την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ). Παρά το γεγονός ότι η περίοδος 2015-2019 χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη ενός ασφυκτικού δημοσιονομικού πλαισίου και μνημονίων, που δεν επέτρεπαν την εφαρμογή επιθυμητών και επεκτατικών πολιτικών, οι μεταβολές της συνολικής παραγωγής τις περιόδους 2015-2019 και 2019-2023 κινήθηκαν σε παραπλήσια επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερες διαφορές (Διάγραμμα 1).
Την περίοδο 2015-2019 το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 5,9% κατά 10,7 δισ. ευρώ και η ΑΠΑ κατά 5,5% ή κατά 9,0 δισ. ευρώ (σταθερές τιμές 2010), ενώ την περίοδο 2019-2023 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 6,3% ή κατά 12,2 δισ. ευρώ και η ΑΠΑ κατά 5,8% ή κατά 9,9 δισ. ευρώ. Οι αυξήσεις αυτές της παραγωγής κατανεμήθηκαν διαφορετικά μέσα στους βασικούς κλάδους της οικονομίας, αναδεικνύοντας σημαντικές αναδιαρθρώσεις της παραγωγής (Διάγραμμα 2).
Την περίοδο 2015-2019 πέντε κλάδοι μείωσαν την παραγωγή τους έναντι οκτώ κλάδων της περιόδου 2019-2023. Ειδικότερα, την πρώτη περίοδο μείωσαν την παραγωγή τους οι κλάδοι των ορυχείων – λατομείων, της ύδρευσης, των κατασκευών, της δημόσιας διοίκησης και της εκπαίδευσης, ως αποτέλεσμα κυρίως της δημοσιονομικής ασφυξίας, των περιορισμένων χρηματοδοτικών πόρων και της παρουσίας των μνημονίων που δεν επέτρεπαν τη χρηματοδότησή τους.
Ταυτοχρόνως, όμως, σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας όπως η γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία και συνολικά ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, ο ηλεκτρισμός, η μεταφορά και αποθήκευση, τα ξενοδοχεία – εστιατόρια, που εντοπίζονται στον πυρήνα του τουριστικού τομέα, οι τράπεζες – ασφάλειες, οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες, η υγεία και κοινωνική μέριμνα, οι τέχνες και διασκέδαση, οι άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και τα νοικοκυριά ως εργοδότες αύξησαν την παραγωγή τους, κάποιοι με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς.
Στον αντίποδα, την περίοδο 2019-2023 οκτώ κλάδοι μείωσαν την παραγωγή τους. Ιδιαίτερη σημασία ασφαλώς εμφανίζει η μείωση κατά 24,3% της παραγωγής του κλάδου της γεωργίας, κτηνοτροφίας και αλιείας, με το ένα τέταρτο της αγροτικής παραγωγής της χώρας να χάνεται λόγω της πλήρους εγκατάλειψης του πρωτογενούς τομέα. Μειώσεις εμφάνισαν και οι κλάδοι των ορυχείων – λατομείων, του ηλεκτρισμού, της μεταφοράς και αποθήκευσης, που περιλαμβάνει τις σημαντικές δραστηριότητες των logistics, των ξενοδοχείων – εστιατορίων, του βασικού όπως ειπώθηκε τμήματος του τομέα του τουρισμού, της δημόσιας διοίκησης, με περιορισμένη μείωση, των τεχνών – διασκέδασης και των νοικοκυριών ως εργοδοτών.
Υπήρξαν ωστόσο και κλάδοι με αυξήσεις της παραγωγής τους, όπως η μεταποίηση, η ύδρευση, οι κατασκευές, η ενημέρωση και επικοινωνία, οι τράπεζες και ασφάλειες, οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες, η υγεία και κοινωνική μέριμνα, η εκπαίδευση και οι άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, με κάποιους από αυτούς με υψηλούς ρυθμούς.
Σημαντικές ωστόσο διαφοροποιήσεις, στις δύο αυτές χρονικές περιόδους, υπήρξαν και στο πεδίο του εξωτερικού εμπορίου (Διάγραμμα 3), με τις εξαγωγές κυρίως να κινούνται με διαφορετικούς ρυθμούς.
Την περίοδο 2015-2019 οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 21,8% και οι εξαγωγές κατά 23,7% (αύξηση κατά 13,67 δισ. – σταθερές τιμές 2010), με αποτέλεσμα τη μείωση του ελλείματος του εμπορικού ισοζυγίου κατά 3,7% ή κατά 157 εκατ. ευρώ και τη διατήρησή του στα 4,0 δισ. ευρώ το 2019. Την περίοδο 2019-2023 οι εισαγωγές αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό, κατά 21,8% και οι εξαγωγές κατά 6,0% (αύξηση κατά 4,29 δισ. ευρώ), με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου κατά 300,8% ανεβάζοντάς το στα 16,2 δισ. ευρώ το 2023.
Η κατάσταση της τελευταίας περιόδου υποδηλώνει την απουσία μιας πολιτικής περιορισμού ή συγκράτησης του ελλείμματος σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που με τη σειρά του υποδηλώνει την απουσία μιας πολιτικής υποκατάστασης τμήματος των εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή.
Σημαντικά διαφοροποιημένες, στις δύο αυτές χρονικές περιόδους, υπήρξαν και οι εξελίξεις στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και ειδικότερα στα πεδίο της απασχόλησης και της ανεργίας. Την περίοδο 2015-2019 η απασχόληση αυξήθηκε κατά 9,2% με δημιουργία 330.879 νέων θέσεων εργασίας, ενώ την περίοδο 2019-2023, κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες, κατά 7,1% με δημιουργία 280.102 νέων θέσεων. Οι μεταβολές αυτές και η δημιουργία των νέων θέσεων εργασίας κατανεμήθηκαν διαφορετικά στους κλάδους (Διάγραμμα 4).
Την περίοδο 2015-2019 από τους είκοσι βασικούς κλάδους της οικονομίας οι δέκα έξι αύξησαν την απασχόλησή τους, κάποιοι από αυτούς (ορυχεία – λατομεία, ηλεκτρισμός, ύδρευση, μεταφορές – αποθήκευσης, ξενοδοχεία – εστιατόρια, ενημέρωση – επικοινωνία, τέχνες, διασκέδαση) με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς (Πίνακας Παραρτήματος). Στους περισσότερους κλάδους δημιουργήθηκε μεγαλύτερος αριθμός νέων θέσεων εργασίας συγκριτικά με την περίοδο 2019-2023 που ακολούθησε.
Οι πιο σημαντικές διαφορές στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υπήρξαν στους κλάδους της μεταποίησης (12.279 περισσότερες νέες θέσεις), στο εμπόριο (15.346 περισσότερες νέες θέσεις), στα ξενοδοχεία – εστιατόρια (59.172 περισσότερες νέες θέσεις), στην ενημέρωση – επικοινωνία (29.466 περισσότερες νέες θέσεις εργασίας), στη δημόσια διοίκηση, άμυνα και κοινωνική ασφάλιση (16.012 περισσότερες νέες θέσεις), στην εκπαίδευση (20.388 περισσότερες νέες θέσεις) και στις τέχνες διασκέδαση και ψυχαγωγία (21.344 περισσότερες νέες θέσεις) και μικρότερες διαφορές σε άλλους κλάδους.
Την περίοδο αυτή μείωση της απασχόλησής τους εμφάνισαν οι κλάδοι της γεωργίας, κτηνοτροφίας και αλιείας, κατά 3,5% με απώλειες 16.321 θέσεων εργασίας, τμήμα των οποίων οφείλεται στην αποχώρηση από τον κλάδο λόγω συνταξιοδότησης, καθώς ένα σημαντικό τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού του κλάδου βρίσκεται σε ηλικίες άνω των 60 ετών, των τραπεζών – ασφαλειών κατά 3,9%, με απώλειες 3.406 θέσεων εργασίας, λόγω κυρίως της πολιτικής της εθελουσίας εξόδου, της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας κατά 10,3% με απώλειες 627 θέσεων εργασίας και των άλλων δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών κατά 45,6%, με απώλειες 21.663 θέσεων εργασίας, τμήμα των οποίων πιθανόν να διοχετεύθηκε σε άλλους κλάδους παροχής υπηρεσιών, που εμφάνισαν ένα σχετικό δυναμισμό.
Την περίοδο 2019-2023 από τους είκοσι βασικούς κλάδους της οικονομίας δέκα επτά αύξησαν την απασχόλησή τους. Οι πιο σημαντικές διαφορές στη δημιουργία θέσεων εργασίας, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, εμφανίστηκαν στους κλάδους των κατασκευών (5.410 περισσότερες θέσεις), της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας (8.607 νέες θέσεις), των επαγγελματικών, επιστημονικών δραστηριοτήτων (39.942 περισσότερες νέες θέσεις), της υγείας και κοινωνικής μέριμνας (17.551 περισσότερες νέες θέσεις), των άλλων δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών ( 11.921 περισσότερες νέες θέσεις) και των νοικοκυριών ως εργοδοτών (1.294 νέες θέσεις εργασίας).
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες υπήρξαν και οι εξελίξεις στο πεδίο της ανεργίας. Την περίοδο 2015-2019 η ανεργία μειώθηκε κατά 31,8% ή κατά 375.093 ανέργους, με το ποσοστό ανεργίας να μειώνεται από 24,6% σε 16,9% τα αντίστοιχα έτη και την περίοδο 2019-2023 κατά 33,7% ή κατά 280.102 ανέργους, με το ποσοστό ανεργίας από 16,9% να μειώνεται στο 11,2%.
Ωστόσο η μείωση της ανεργίας, τη δεύτερη αυτή περίοδο, είναι εν μέρει πλασματική, καθώς το 2021 άλλαξε ο ορισμός της ανεργίας, με ένα αριθμό ατόμων που δεν έχουν εργασία να μη καταγράφονται στους ανέργους και να μειώνεται πλασματικά ο αριθμός των ανέργων και το ποσοστό ανεργίας. Δύο είναι οι συνέπειες τις πλασματικής αυτής μείωσης:
Η πρώτη αφορά στην αύξηση του αριθμού των ατόμων που βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού, επιθυμούν να εργασθούν, αλλά δεν αναζητούν εργασία, καθώς εκτιμούν ότι δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας συνιστώντας, μια κατηγορία απογοητευμένων ανέργων (Διάγραμμα 5).
Η δεύτερη στη μεγάλη απόκλιση του αριθμού των ανέργων και των ποσοστών ανεργίας που εκτιμώνται από την ΕΛΣΤΑΤ και την ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ). Ενδεικτικά γίνεται αναφορά σε σχετικά μεγέθη που προέρχονται από τις δύο πηγές μέτρησης της ανεργίας.
Τον Δεκέμβριο του 2024 η ΕΛΣΤΑΤ με κύρια πηγή την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού εκτιμούσε τον αριθμό των ανέργων σε 479.000 και το ποσοστό ανεργίας ελαφρά πάνω από το 10,0%, ενώ στα μητρώα της ΔΥΠΑ υπήρχαν καταχωρημένοι 977.687 εγγεγραμμένοι άνεργοι, που ανέβαζαν το ποσοστό ανεργίας στο 22,7%. Παρόμοια μεγέθη και παρεμφερείς αποκλίσεις υπάρχουν και για άλλα χρόνια της πρόσφατης περιόδου.
Χρειάζεται να επισημανθεί ότι οι μετρήσεις της ανεργίας που προέρχονταν από τις δύο αυτές πηγές εμφάνισαν πάντοτε αποκλίσεις. Ωστόσο οι αποκλίσεις αυτές, είτε αναφέρονταν στους αριθμούς των ανέργων είτε στα ποσοστά της ανεργίας, ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλες, ενώ υπήρχαν περίοδοι που ήταν ιδιαίτερα μικρές, με την περίοδο 2015-2019 να είναι μία από αυτές, με ιδιαίτερα περιορισμένες αποκλίσεις.
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Εθνικοί Λογαριασμοί, Έρευνες Εργατικού Δυναμικού, ΑΕΠ, ΑΠΑ, Εισαγωγές , Εξαγωγές και Εμπορικό Ισοζύγιο σε δις ευρώ και σταθερές τιμές 2010, απασχόληση σε αριθμό απασχολουμένων
