Σε μία απόφαση – ορόσημο, δικαστήριο στην Καλιφόρνια έκρινε ότι η Meta και το YouTube φέρουν ευθύνη για τη βλάβη που υπέστη νεαρή γυναίκα, σε μια πρωτοφανή δίκη που επιχείρησε – νομικά – να συνδέσει τη χρήση των κοινωνικών δικτύων με τον εθισμό και την ψυχική υγεία ανηλίκων, και τα κατάφερε, όπως μετέδωσε το Accociated Press.

Μετά από περισσότερες από 40 ώρες διαβουλεύσεων σε διάστημα εννέα ημερών, οι ένορκοι κατέληξαν σε μία ιστορική ετυμηγορία, ότι ότι οι δύο πλατφόρμες επέδειξαν αμέλεια στον σχεδιασμό και τη λειτουργία τους, κρίνοντας παράλληλα ότι η συμπεριφορά αυτή συνέβαλε ουσιωδώς στη βλάβη της ενάγουσας, μιας 20χρονης που υποστηρίζει ότι η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από μικρή ηλικία την οδήγησε σε εξάρτηση και επιδείνωσε τα προβλήματα ψυχικής υγείας της.

Το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση ύψους 3 εκατομμυρίων δολαρίων, ωστόσο το ποσό αναμένεται να αυξηθεί, καθώς οι ένορκοι έκριναν ότι οι εταιρείες ενήργησαν με δόλο ή εξαιρετικά επιβαρυντική συμπεριφορά. Ως εκ τούτου, θα ακολουθήσει νέα διαδικασία για τον καθορισμό ποινικών αποζημιώσεων.

Η υπόθεση στρεφόταν αρχικά και κατά των TikTok και Snap, τα οποία όμως συμβιβάστηκαν εξωδικαστικά πριν από την έναρξη της δίκης.

Κατά τη διάρκειά της, που κράτησε περίπου έναν μήνα, οι ένορκοι άκουσαν εκτενείς καταθέσεις, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της ενάγουσας – γνωστής ως KGM ή «Kaley» – καθώς και κορυφαίων στελεχών της Meta, όπως ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ και ο Άνταμ Μοσέρι. Ο επικεφαλής του YouTube, Νιλ Μόχαν, δεν κατέθεσε.

Η Kaley ανέφερε ότι ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το YouTube από τα έξι της χρόνια και το Instagram από τα εννέα, περνώντας «ολόκληρη την ημέρα» στις πλατφόρμες κατά την παιδική της ηλικία.

Οι δικηγόροι της υποστήριξαν ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των εφαρμογών – όπως η ατελείωτη ροή περιεχομένου (infinite scroll), η αυτόματη αναπαραγωγή βίντεο και οι συνεχείς ειδοποιήσεις – είχαν σχεδιαστεί ώστε να «παγιδεύουν» τους νεαρούς χρήστες.

Από την πλευρά της, η Meta υποστήριξε ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας της ενάγουσας προϋπήρχαν και δεν σχετίζονται άμεσα με τη χρήση των social media, επικαλούμενη μεταξύ άλλων το οικογενειακό της περιβάλλον και το γεγονός ότι κανένας θεραπευτής δεν απέδωσε ρητά τα προβλήματα στη χρήση των πλατφορμών.

Το YouTube, από την άλλη, εστίασε στη φύση της υπηρεσίας του, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί μέσο κοινωνικής δικτύωσης αλλά πλατφόρμα βίντεο, παρόμοια με την τηλεόραση. Παράλληλα, επικαλέστηκε στοιχεία που δείχνουν ότι η χρήση του από την ενάγουσα μειώθηκε με τα χρόνια.

Και οι δύο εταιρείες τόνισαν επίσης την ύπαρξη εργαλείων ασφάλειας και ελέγχου χρήσης για τους χρήστες.

Σημειώνεται ότι οι ένορκοι δεν έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο που προβαλλόταν στις πλατφόρμες, καθώς οι τεχνολογικές εταιρείες προστατεύονται νομικά για το περιεχόμενο τρίτων βάσει του άρθρου 230 του νόμου «περί ευπρέπειας στις επικοινωνίες» του 1996.

Η υπόθεση θέτει «νομικό προηγούμενο», γεγονός που σημαίνει ότι το αποτέλεσμά της ενδέχεται να επηρεάσει χιλιάδες παρόμοιες αγωγές που εκκρεμούν κατά εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης.

Η δικηγόρος της ενάγουσας, Λόρα Μάρκες-Γκάρετ, χαρακτήρισε τη δίκη «ιστορική ανεξαρτήτως αποτελέσματος», τονίζοντας ότι για πρώτη φορά ήρθαν στο φως εσωτερικά έγγραφα των εταιρειών.

Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στις πλατφόρμες, κατηγορώντας τες ότι συνεχίζουν πρακτικές που βλάπτουν τους νέους, παρά τα αυξανόμενα στοιχεία εναντίον τους.

Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ελέγχου των κοινωνικών δικτύων για ζητήματα ασφάλειας ανηλίκων, με αρκετούς αναλυτές να τη συγκρίνουν με τις μεγάλες δικαστικές μάχες κατά της καπνοβιομηχανίας και της φαρμακοβιομηχανίας στο παρελθόν.