Η οικονομική ανισότητα βρίσκεται στον πυρήνα όλων των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητας, όμως οι πλουσιότεροι αρνούνται να αμφισβητήσουν το σύστημα που τους ευνοεί.
Αυτή την εβδομάδα, εκατοντάδες κυβερνητικοί αξιωματούχοι, αρχηγοί κρατών και επιχειρηματικά στελέχη συγκεντρώνονται στην ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Θα συζητήσουν λύσεις για τους μεγαλύτερους κινδύνους και τα σοβαρότερα προβλήματα του κόσμου.
Όλα δείχνουν, ωστόσο, ότι –για ακόμη μία φορά– το μεγαλύτερο από αυτά τα προβλήματα δεν θα τεθεί καν στο τραπέζι. Ο λόγος για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.
Όλες οι μορφές καπιταλισμού χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη ιδιωτική πρωτοβουλία και από την πρωτοκαθεδρία του κέρδους ως κινητήριας δύναμης.
Η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού, που κυριάρχησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, διαθέτει επιπλέον χαρακτηριστικά: ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων που προηγουμένως ήταν δημόσιες, μετατόπιση της ισχύος από τους εργαζομένους στους κατόχους κεφαλαίου και σημαντικές φοροελαφρύνσεις για τους επιχειρηματίες και τους υπερπλούσιους.
Η μετάβαση από τις μικτές οικονομίες της σοσιαλδημοκρατίας στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό οδήγησε σε εντυπωσιακή συγκέντρωση πλούτου σε μια ελίτ, η οποία σήμερα διαβρώνει –και σε ορισμένες περιπτώσεις καταστρέφει– τις δημοκρατίες μας.
Το γεγονός ότι στους κύκλους της ελίτ αυτής απουσιάζει μια σοβαρή και διαρκής συζήτηση για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό είναι παράλογο, αφού πρόκειται για τη βασική αιτία των περισσότερων προβλημάτων που υποτίθεται ότι συζητούνται στο Νταβός.
Την περασμένη εβδομάδα, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δημοσίευσε την Έκθεση Παγκόσμιων Κινδύνων για το 2026, ενόψει της συνάντησης. Οι ειδικοί κλήθηκαν να επιλέξουν, από μια προκαθορισμένη λίστα, ποιους θεωρούν τους σημαντικότερους κινδύνους για τον κόσμο. Για την επόμενη διετία, οι τρεις κορυφαίοι κίνδυνοι είναι η γεωοικονομική αντιπαράθεση, η παραπληροφόρηση και η κοινωνική πόλωση. Σε ορίζοντα δεκαετίας, στην κορυφή βρίσκονται τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η απώλεια βιοποικιλότητας και η κατάρρευση των οικοσυστημάτων, καθώς και κρίσιμες αλλαγές στο έδαφος και το υπέδαφος.
Η ανισότητα εισοδήματος και πλούτου κατατάσσεται μόλις στην έβδομη θέση. Η ίδια η έκθεση, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι πρόκειται για τον πιο κεντρικό παράγοντα, καθώς συνδέεται με τους περισσότερους από τους υπόλοιπους κινδύνους. Παρ’ όλα αυτά, το συνοδευτικό σχόλιο δεν εξηγεί επαρκώς ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα της ανισότητας. Το WEF την περιορίζει στο αίσθημα αποκλεισμού πολιτών που νιώθουν ότι δεν έχουν ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας.
Στην ουσία, όμως, η οικονομική ανισότητα αφορά κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: ποιος παίρνει και ποιο μερίδιο ακριβώς, από όσα παράγουμε συλλογικά. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, με την έμφαση στο άτομο και στην «αποτελεσματικότητα» του ανταγωνισμού, μας ωθεί να αποδίδουμε τη συσσώρευση πλούτου αποκλειστικά στην ατομική προσπάθεια. Πρόκειται για έναν μύθο.
Η οικονομία είναι ένα περίπλοκο οικοσύστημα αλληλένδετων διαδικασιών. Οι τομείς όπου παράγονται τα μεγαλύτερα κέρδη εξαρτώνται από άλλους τομείς που δημιουργούν τις προϋποθέσεις γι’ αυτά. Χωρίς εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα που υπηρετούν το κοινό καλό –όπως οι συχνά κακοπληρωμένοι βρεφονηπιοκόμοι, οι εκπαιδευτικοί, οι γιατροί και οι νοσηλευτές– δεν θα υπήρχε παραγωγικό εργατικό δυναμικό για να παράξει μαζί μεταξύ άλλων τα κέρδη των επιχειρηματιών.
Τις τελευταίες δεκαετίες, το χάσμα έχει διευρυνθεί: οι κάτοχοι κεφαλαίου γίνονται όλο και πλουσιότεροι, ενώ οι εργαζόμενοι φτωχότεροι. Η φορολογία μετατοπίστηκε από το κεφάλαιο στην εργασία, ενώ οι δυνατότητες των υπερπλούσιων να πληρώνουν ελάχιστους ή και μηδενικούς φόρους αυξήθηκαν δραματικά. Αυτό είναι που εξοργίζει –δικαίως– τους πολίτες.
Όπως τεκμηριώνω αναλυτικά στο βιβλίο μου Limitarianism: The Case Against Extreme Wealth («Λιμιταριανισμός: Το επιχείρημα κατά της υπερσυγκέντρωσης πλούτου») η οικονομική ανισότητα συνδέεται επίσης με τη ραγδαία αύξηση της κοινωνικής, οικολογικής και πολιτικής ζημιάς που προκαλούν οι δισεκατομμυριούχοι και οι εκατομμυριούχοι των άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Για να το κατανοήσουμε, όμως, απαιτείται μια συστημική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας, κάτι που δεν έχουμε κανέναν λόγο να πιστεύουμε ότι θα συμβεί στο Νταβός.
Γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά τι μας περιμένει αν δεν αντιμετωπιστεί η ακραία συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ελαχίστων. Ο ιστορικός και οικονομολόγος Γκουίντο Αλφάνι δείχνει ότι στο παρελθόν ο υπερβολικός πλούτος γινόταν ανεκτός επειδή οι ελίτ στήριζαν την κοινωνία σε κρίσιμες στιγμές, ενώ σήμερα βλέπουμε κυρίως το αντίθετο.
Ο Λουκ Κεμπ, μελετώντας 5.000 χρόνια ανόδου και πτώσης διαφόρων πολιτισμών, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: είτε θα οδηγηθούμε σε παγκόσμια κοινωνική κατάρρευση είτε θα αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας. Και η ανισότητα είναι καθοριστικός παράγοντας αυτής της πορείας.
Κι όμως, όλα αυτά συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, επειδή οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ αρνούνται να ανοίξουν μια ειλικρινή συζήτηση για το οικονομικό σύστημα που έχουμε ανάγκη.
