Η ανάπτυξη της μεταλλουργίας, η προσαρμογή της εκπαίδευσης στις ανάγκες της αγοράς και η επιτάχυνση των διαδικασιών από την πλευρά της Πολιτείας είναι οι τρεις βασικές προϋποθέσεις ώστε να αξιοποιηθεί ο σπάνιος ορυκτός πλούτος της Ελλάδας.

Αναφερόμενος στα κοιτάσματα της Βόρειας Ελλάδας, ο καθηγητής έκανε ειδική αναφορά στη Θράκη, την οποία χαρακτήρισε πολύ πλούσια περιοχή. «Έχει πάρα πολλά μέταλλα, χαλκό, χρυσό, άργυρο, μόλυβδο, ψευδάργυρο από τα βασικά μέταλλα και τα ευγενή μέταλλα, όμως και κρίσιμες ορυκτές ύλες, χωρίς τις οποίες δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Γάλιο, γερμάνιο, ίνδιο, είναι τρία στοιχεία για τα οποία η Κίνα ανακοίνωσε πριν από 1,5 χρόνο ότι θα μειώσει εξαγωγές. Αυτά τα έχουμε στα Πεύκα και στην Κίρκη Έβρου. Έχουμε ρίνιο, ένα σπάνιο μέταλλο, μία κρίσιμη ορυκτή ύλη, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαστημικών σκαφών, αεροπλάνων και οτιδήποτε χρειάζεται σε κράματα, τα οποία απαιτούν υψηλές αντοχές σε πιέσεις και θερμοκρασίες. Το ρίνιο στη Θράκη, σε πέντε περιοχές, βρίσκεται στις υψηλότερες περιεκτικότητες στον κόσμο μέσα στο ορυκτό μολυβδενίτης. Αυτό κατατάσσει την περιοχή ως πολύ σημαντική πιθανή πηγή γι’ αυτό το στοιχείο. Επίσης, έχουμε το βολφράμιο, το βισμούθιο και το τελούριο, που είναι επίσης κρίσιμες ορυκτές ύλες», είπε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Μέλφος αναφέρθηκε και στο Κιλκίς, όπου υπάρχει χαλκός, σπάνιες γαίες, οι οποίες, όμως, εκτίμησε πως δεν εκμεταλλεύσιμες, καθώς επίσης τελούριο και αντιμόνιο, το οποίο χρησιμοποιείται στα λέιζερ και στην αμυντική βιομηχανία, για το οποίο επίσης η Κίνα ανακοίνωσε μειώσεις στις εξαγωγές. «Ζούμε σε έναν γεωπολιτικό παγκόσμιο πόλεμο που έχει κερδίσει μέχρι τώρα η Κίνα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα πλεονεκτικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τις μεταλλογενετικές επαρχίες της Ευρώπης, μαζί με τη Βόρεια Ευρώπη, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, όπου έχουν λύσει τα θέματα της κοινωνικής αποδοχής. Και σαφώς νομίζω ότι έχουν γίνει πολλά πράγματα σε επίπεδο Πολιτείας, αλλά χρειάζονται ακόμα περισσότερα», υπογράμμισε.

Σε ερώτηση για την ύπαρξη ουρανίου, ο καθηγητής σημείωσε πως υπάρχει στο Παρανέστι και στη Βάθη Κιλκίς όχι όμως σε εκμεταλλεύσιμες περιεκτικότητες.

Ο ίδιος πρόσθεσε πως χρειάζονται δεκαετίες για να φτάσουμε σε σημείο να εξορύξουμε κάποια από αυτά τα μέταλλα. «Από τις 20.000 αναζητήσεις κοιτασμάτων η μία καταλήγει σε μεταλλείο. Άρα οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις επενδύουν τεράστια ποσά, για να φτάσουν να ανοίξουν τις Σκουριές σήμερα ή το Πέραμα αύριο», σημείωσε.

Ο κ. Μέλφος τόνισε την ανάγκη της μεταλλουργίας, εκφράζοντας την εκτίμηση πως η ΛΑΡΚΟ δεν πέτυχε, γιατί παρήγαγε σιδηρονικέλιο για την κατασκευαστική βιομηχανία και όχι νικέλιο που χρειάζεται για τις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες και κοβάλτιο, το οποίο έχει μέσα ο λατερίτης της Ελλάδας. «Χρειαζόμαστε την υδρομεταλλουργία στη ΛΑΡΚΟ, για να βγει το κοβάλτιο και το νικέλιο, χρειαζόμαστε τη μεταλλουργία στη Χαλκιδική για να βγει ο χρυσός, ο άργυρος, ο μόλυβδος και ο χαλκός, γιατί αυτό ανεβάζει την οικονομική αξία του τελικού προϊόντος, με ό,τι σημαίνει αυτό και για την Πολιτεία, για το τι παίρνει πίσω από τις μεταλλευτικές εταιρείες», τόνισε.

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση υπογράμμισε πως θα πρέπει τα πανεπιστήμια να εναρμονιστούν με αγορά εργασίας, κάτι που αποτελεί απαίτηση από τις εταιρείες. Πρόσθεσε, πάντως, ότι τα πανεπιστήμια δεν μπορούν ένα μειώσουν τη βασική εκπαίδευση, αλλά μπορούν να δώσουν ένα επιπλέον έναυσμα στους φοιτητές, ώστε να προχωρήσουν με δικές τους πρωτοβουλίες και να εκπαιδευτούν στις νέες τεχνολογίες.

Ο κ. Μέλφος ανέφερε ότι ο ορυκτός πλούτος στη Βόρεια Ελλάδα δεν είναι κάτι καινούργιο, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η πρώτη υπόγεια εξόρυξη στην Ευρώπη έγινε στις Τζίνες της Θάσου, όπου εξορυσσόταν αιματίτης πιθανόν για τελετουργικές εκδηλώσεις των παλαιολιθικών ανθρώπων. Στα αρχαϊκά χρόνια, πρόσθεσε ο Ηρόδοτος αναφέρει τον Αλέξανδρο Α και τα μεταλλεία αργύρου στο Δύσωρο, ενώ ο Φίλιππος Β’ που, όπως είπε, πρέπει να ήταν πολύ καλός κοιτασματολόγος, από το 342 έως το 336 εκμεταλλεύτηκε όλα τα κοιτάσματα χαλκού, σιδήρου, χρυσού, μέταλλα που ήταν γνωστά εκείνη την εποχή, για να κάνει την εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Στα ρωμαϊκά χρόνια λειτουργούν το Παγγαίο και βέβαια η Χαλκιδική, ενώ στα οθωμανικά χρόνια ο περιηγητής Μπελόν, ο οποίος έρχεται στη Χαλκιδική με έκπληξη αναφέρει ότι λειτουργούσαν τότε 600 φούρνοι και 6.000 εργάτες, έβγαζαν ασήμι για να πάει στην Κωνσταντινούπολη, στον σουλτάνο. «Κι έτσι δόθηκαν ελευθερίες από τους Οθωμανούς στους Χαλκιδικιώτες και σε όσους δούλευαν εκεί, για να μπορέσει να αναπτυχθεί σιγά – σιγά το κοινό των μαντεμίων, τα Μαντεμοχώρια, που συνέχισαν αυτή τη δουλειά από το 1705 και μετά, μέχρι που φτάσαμε στην ελληνική επανάσταση, την οποία στη Χαλκιδική την κατέπνιξαν οι Οθωμανοί στο αίμα.

Ο καθηγητής σημείωσε επίσης ότι ο Γαλλικός ποταμός μάς έδωσε 1.500 κιλά χρυσού από 1955 έως 1961. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, πρόσθεσε, αρχίζει ο πυρετός της μεταλλείας στην Ελλάδα και σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, από τη Θράκη μέχρι την Ήπειρο λειτουργούν μεταλλεία μαγνησίου, αντιμονίου, μαγγανίου, στη Θάσος, στο Σκρα του Κιλκίς, στη Χαλκιδική που δεν σταματά και μάλιστα οι Εβραίοι Μοδιάνο και άλλοι δημιουργούν έναν συνεταιρισμό για να εκμεταλλευτούν κοιτάσματα. «Από 1980 αρχίζει απομηχανοποίηση της Ελλάδας που επίσης δημιούργησε τεράστια προβλήματα στη μεταλλεία και μέχρι το 1990, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα τις Σκουριές, οι οποίες χαίρομαι πάρα πολύ που σε λίγους μήνες ξεκινάνε. Είναι ένα εμβληματικό έργο, γιατί από αυτό πιστεύω ότι θα συνεχίσει η μεταλλεία στην Ελλάδα», τόνισε.