Δικαστήριο στην Καλιφόρνια αποφάσισε την Παρασκευή (20/3) ότι ο Ίλον Μασκ παραπλάνησε μετόχους του Twitter, προχωρώντας σε ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις που συνέβαλαν στη σημαντική πτώση της μετοχής πριν από την εξαγορά της πλατφόρμας έναντι 44 δισ. δολαρίων το 2022.
Ύστερα από τριήμερη διαδικασία, οι δικαστές έκριναν ότι ο Μασκ ενήργησε σκόπιμα παραπλανώντας τους επενδυτές, υποστηρίζοντας πως το κοινωνικό δίκτυο —που μετονομάστηκε αργότερα σε Χ— είχε υπερβολικά μεγάλο αριθμό ψεύτικων λογαριασμών και αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα αποχωρούσε από τη συμφωνία εξαγοράς.
Η απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστηρίου στο Σαν Φρανσίσκο προέκυψε έπειτα από αγωγή που κατατέθηκε το 2022 από μετόχους οι οποίοι πούλησαν τις μετοχές τους μεταξύ 13 Μαΐου και 4 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, λίγο πριν ολοκληρωθεί η εξαγορά. Οι δικηγόροι των εναγόντων εκτιμούν ότι οι συνολικές απώλειες μπορεί να φτάνουν έως και τα 2,6 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με την αγωγή, ο Μασκ παραβίασε τη νομοθεσία περί κινητών αξιών, κάνοντας δηλώσεις που «είχαν επιλεγεί σκόπιμα ώστε να πιέσουν προς τα κάτω την τιμή της μετοχής του Twitter».
Υπενθυμίζεται ότι τον Απρίλιο του 2022 ανακοινώθηκε η συμφωνία εξαγοράς, ωστόσο λίγες εβδομάδες αργότερα ο Μασκ δήλωσε ότι η διαδικασία «παγώνει» μέχρι να δοθούν στοιχεία για τους ψεύτικους λογαριασμούς, γεγονός που οδήγησε σε απότομη πτώση της μετοχής. Στη συνέχεια, μέσω αναρτήσεών του, υποστήριξε ότι περίπου το 20% των λογαριασμών ήταν ψεύτικοι και ότι η συμφωνία είχε ουσιαστικά ακυρωθεί — ισχυρισμοί που το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ως ουσιωδώς ψευδείς ή παραπλανητικούς.
Ο δικηγόρος των εναγόντων, Τζόζεφ Κότσετ, χαρακτήρισε την υπόθεση χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών που μπορεί να υποστεί ένας μέσος επενδυτής ή εργαζόμενος, όπως εκπαιδευτικοί, πυροσβέστες και νοσηλευτές. Από την πλευρά τους, οι συνήγοροι του Μασκ υποστήριξαν ότι οι δηλώσεις του βασίζονταν σε πραγματικές ανησυχίες και δεν συνιστούσαν απάτη, δηλώνοντας ότι θα ασκήσουν έφεση.
Παρά την αυστηρή αυτή απόφαση, οι οικονομικές επιπτώσεις για τον Μασκ εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένες, δεδομένου ότι η περιουσία του ανέρχεται περίπου στα 650 δισ. δολάρια.
