«Κάνουμε στη Μαδαγασκάρη, αυτά για τα οποία κατηγορούμε τους Γερμανούς»
Αλμπέρ Καμύ 1947
«Το μέλλον της Μαδαγασκάρης είναι σταθερά δεμένο με τη Γαλλική Δημοκρατία»
Φρανσουά Μιτεράν, υπουργός Υπερπόντιων κτήσεων 1951
Πόσο απέχει μια αιματηρή καταστολή γενικευμένης εξέγερσης από το να χαρακτηριστεί, πόλεμος, σφαγή, ή γενοκτονία; Είναι ένα ζήτημα ορισμού και προσέγγισης, συμφερόντων και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Το θέμα όμως, κατ’ αρχήν είναι να μαθαίνουμε καθαυτά τα γεγονότα και να μπορούμε να κρίνουμε την έκταση και τη σοβαρότητά τους.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η κοινωνική και ένοπλη εξέγερση στη Μαδαγασκάρη που ξέσπασε το Μάρτιο του 1947. Ένα αιματηρό γεγονός που βύθισε το νησί στη βία, με χιλιάδες αμάχους νεκρούς και μια γενική αποσιώπηση στον ευρωπαϊκό Τύπο και την ιστοριογραφία. Ένα μεταπολεμικό πογκρόμ κατά ενός καταπιεσμένου λαού, από μια πανίσχυρη αποικιακή υπερδύναμη.
Η εξέγερση της Μαδαγασκάρης ξεκίνησε από το ανατολικό τμήμα του νησιού, σε μια περιοχή που ήταν πολύ πλούσια σε αγροτική παραγωγή και αποτελούσε εστία και βάση χιλιάδων αγροκτημάτων που ανήκαν σε Γάλλους. Σε αυτά τα μέρη ήταν ακόμα πιο έντονο το αίσθημα της εκμετάλλευσης, πολλές φορές εκφραζόμενης μέσω της καταναγκαστικής εργασίας και των διακρίσεων. Οι ντόπιοι Μαλγάσιοι ήταν στο περιθώριο κάθε κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας, μακριά από κάθε έννοια ανάπτυξης και υποδομής, χωρίς πολιτικά δικαιώματα και με τεράστια φτώχεια.
Χιλιάδες Μαλγασιοι είχαν μόλις αποστρατευτεί, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με υποσχέσεις για απόκτηση γαλλικής υπηκοότητας, αναγνώριση και χειραφέτηση. Τίποτα από αυτά δεν έγινε και μάλιστα, αυτός ήταν κι ένα καθοριστικός παράγοντας για την οργάνωση και το ξέσπασμα της εξέγερσης.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι πάνω από 40.000 Μαλγάσιοι είχαν καταταγεί στο γαλλικό στρατό κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αντίστοιχα, χιλιάδες είχαν εμπλακεί και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρότι η Γαλλία δεν είχε τόσο άμεση συμμετοχή στον πόλεμο αυτό.
Είναι ίσως χρήσιμο να σημειωθεί ότι την άνοιξη του 1942, οι Βρετανοί είχαν αποβιβαστεί στη βόρεια άκρη του νησιού και είχαν πολεμήσει απέναντι στις γαλλικές δυνάμεις που παρέμεναν πίστες στο φιλογερμανικο καθεστώς της κυβέρνησης του Βισύ. Ο Βρετανοί επικράτησαν και για κάποιους μήνες είχαν τον έλεγχο του νησιού, μέχρι η εξουσία να παραδοθεί επισήμως σε γαλλικές δυνάμεις υπό τον έλεγχο του Ντε Γκωλ.
Το κοινωνικό κράμα αντίδρασης στην εξουσία έχει να κάνει και με τη γενική δυσαρέσκεια που ήταν διάχυτη κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι ντόπιοι ένιωθαν και έβλεπαν ότι η γαλλική διοίκηση ήταν πλέον πιο αποδυναμωμένη, είχε χάσει το προπολεμικό κύρος και είχαν δημιουργηθεί οι πρώτοι πολιτικοί τριγμοί που συνδέονταν με ένα γενικό αίσθημα και αίτημα για ανεξαρτησία.
Ο πολιτικός βραχίονας της εξέγερσης αποτελείτο από μυστικές οργανώσεις, αποκλεισμένα πολιτικά κινήματα και από ένα νεοδημιουργηθέν και ανίσχυρο τοπικό κοινοβούλιο. Η ραχοκοκαλιά της στηριζόταν σε απλούς αγρότες και πολίτες που είχαν πλέον εξαθλιωθεί, και δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Ο θυμός ξεχείλιζε και πολλοί πήραν δόρατα ή αγροτικά εργαλεία μην έχοντας πρόσβαση σε όπλα. Στόχος τους ήταν οι φάρμες των Γάλλων, οι ίδιοι οι Γάλλοι, η Χωροφυλακή και οι ντόπιοι συνεργάτες των αποικιοκρατών. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ολόκληρο το ανατολικό τμήμα του νησιού βρισκόταν στην δύνη ενός άτακτου πολέμου με πολλές απώλειες αμάχων.
Οι Γάλλοι δεν έχασαν καιρό. Σε ένα νησί που τότε μετρούσε περίπου 4 εκατομμύρια κατοίκους, έστειλαν ενισχύσεις, κυρίως από τις βάσεις τους στο Τζιμπουτί. Αποβιβάστηκαν 18.000 στρατιώτες, Αλγερινοι, Σενεγαλέζοι, Μαροκινοί, Σουδανοί μισθοφόροι, καθώς και η «λεγεώνα των ξένων».
Το τι ακολούθησε τους επόμενους μήνες είναι δύσκολο να περιγραφεί αλλά και να καταγράφει με ακρίβεια: χωριά ολόκληρα κάηκαν. Περιοχές εκκενώθηκαν. Εκτελέσεις. Βιασμοί. Βασανιστήρια και γενικευμενα αντίποινα. Ελάχιστοι στη Γαλλία τόλμησαν να υψώσουν τη φωνή τους ενάντια στις βιαιότητες που διαπράττονταν ανεξέλεγκτα στο κόκκινο νησί.
Σε ένα νησί λοιπόν πολύ πλούσιο σε πόρους, αγροτικά προϊόντα, μεταλλεύματα, που ζούσε για δεκαετίες σε ένα καθεστώς οικονομικής εκμετάλλευσης από γαλλικά εταιρείες και Γάλλους ιδιώτες, η μεγάλη αυτή εξέγερση έμελλε να γίνει αφορμή για μια μεγάλη σφαγή, ίσως την πιο μεγάλη που διαπράχθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια.
Το τεράστιο «νησί της βανίλιας», που έχει έκταση μεγαλύτερη από αυτή της Γαλλίας, είχε υποταχθεί από τα τέλη του 19ου, όταν ο γαλλικός στόλος, στο πλαίσιο του αποικιακού ανταγωνισμού με τους Άγγλους και τους Γερμανούς που κατείχαν την ανατολική ακτή της Αφρικής, φρόντισε να αποκλείσει τα λιμάνια της Μαδαγασκάρης. Με αφορμή ένα αίτημα για προστασία (αίτημα προτεκτοράτου) από το βασίλειο των Μερίνα στο κεντρικό οροπέδιο, οι Γάλλοι ήρθαν για να μείνουν.
Ο πρώτος πολεμικός σχεδιασμός ολοκληρώθηκε το 1895, όταν δηλαδή εγκαθιδρύθηκε το προτεκτοράτο και λίγο μετά, το 1890, ολόκληρο το νησί είχε περάσει υπό γαλλικό έλεγχο και η τελευταία βασίλισσά του εξορίστηκε στην Αλγερία.
Γαλλικές εταιρείες κλήθηκαν να μοιραστούν τεράστιες εκτάσεις γης κατά τα πρότυπα της Κεντρικής Αφρικής και ένα καθεστώς βάναυσης εκμετάλλευσης σταθεροποιήθηκε με τη δύναμη των γαλλικών όπλων.
Η προσωπικότητα που συνδέθηκε με την υποταγή της Μαδαγασκάρης και την μετατροπή της σε αποικία ήταν ο στρατηγός Γκαλιενί (Joseph Simon Gallieni, 1849-1916) ο οποίος έμεινε στο νησί για περίπου μία δεκαετία (1896-1905) και εφάρμοσε μία σκληρή κι εν μέρει αποτελεσματική πολιτική αποικιακής ολοκλήρωσης. Προηγουμένως είχε υπηρετήσει στη γαλλική Δυτική Αφρική και στην Ινδοκίνα. Επέμεινε στους παρακάτω άξονες πολιτικής:
– Στο στρατιωτικό σκέλος εφάρμοσε την τακτική του «λεκέ από λάδι», δηλαδή της εξάπλωσης του ελέγχου με βάση ένα κεντρικό, ισχυρό σημείο και όχι προσπάθεια κατάληψης ενός περιορισμένου μέρους της ακρογραμμής ή της περιφέρειας.
– Διαίρεση των τοπικών εθνοτήτων και αποδυνάμωση της κυρίαρχης έως τότε εθνότητας των Μερίνα που ζούσαν στο κεντρικό οροπέδιο.
– Νομοθετική εγκαθίδρυση του κώδικα των ιθαγενών (code de l’indigènat 1901) που προέβλεπε το δυνατότητα “επίταξης” της εργασίας των ντόπιων οι οποίοι φυσικά δεν είχαν ίσα πολιτικά δικαιώματα. Στο ίδιο πλαίσιο, όπως και σε άλλες αποικίες, θεσπίστηκε κεφαλικός φόρος που συνήθως θα αποδιδόταν μέσω καταναγκαστικής εργασίας.
– Κλειστό οικονομικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι πρώτες ύλες πήγαιναν κατά προτεραιότητα και αδασμολόγητα στη Γαλλία, ενώ στην αποικία θα καταναλώνονταν τα γαλλικά προϊόντα και οι γαλλικές τράπεζες θα αναλάμβαναν προνόμια αναπτυξιακού δανεισμού. Παράλληλος εποικισμός.
– Προώθηση του «εκπολιτιστικού ρόλου της Γαλλίας», προώθηση της γλώσσας ως μέσου για την κοινωνική άνοδο των ντόπιων και τη δημιουργία μιας πιστής γαλλουτραφούς τοπικής ελίτ.
– Καταστολή των τοπικών εξεγέρσεων μέσω της επίδειξης στρατιωτικής δύναμης που θα αποδυνάμωνε το φρόνημα του πληθυσμού.
Επιστρέφουμε στο προκείμενο. Το 1945 δημιουργήθηκε το περίφημο πολιτικό δημοκρατικό κίνημα για την ανανέωση της Μαδαγασκάρης (MDRM). Όντως είχε δημιουργηθεί μια μορφωμένη ντόπια ελίτ με σπουδές στη Γαλλία και άριστη γνώση της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη, η οποία όμως εναντιώθηκε στο αποικιακό σύστημα που ήταν πλέον ξεπερασμένο. Μια χρονιά αργότερα, το 1946, ιδρύθηκε ένα άλλο πολιτικό κόμμα, αντίπαλο και φιλογαλλικό, το PADESM. Οι Γάλλοι έπαιζαν το τελευταίο χαρτί τους με το “διαίρει και βασίλευε” και με βάση τις τοπικές εθνότητες.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1946 αποτέλεσαν το πρελούδιο της κοινωνικής έκρηξης. Παρά τις προσπάθειες των γαλλικών αρχών, οι υποψήφιοι του MDRM εξελέγησαν πανηγυρικά με ένα ποσοστό 71 % και τρία μέλη τους θα ήταν πλέον αντιπρόσωποι στο γαλλικό κοινοβούλιο. Μιας και οι βουλευτές θα είχαν ασυλία, χτυπήθηκαν οι ψηφοφόροι και οι υποστηρικτές. Οι φυλακές γέμισαν, οι αδικίες συνεχίστηκαν και η Γαλλία, σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από το 1940 και τις μεγάλες αλλαγές του πολέμου, θέλησε να συνεχίσει απρόσκοπτα και απαράλλακτα τον έλεγχο του μεγάλου νησιού.
Το ξέσπασμα ήρθε στις 29 Μαρτίου 1947 στα ανατολικά, όταν χτυπήθηκε το γαλλικό φυλάκιο και ύστερα οι Γάλλοι κάτοικοι και τα συμφέροντά τους. Χτυπήθηκαν και οι υποστηρικτές του αντίπαλου κόμματος ως “συνεργάτες” των Γάλλων. Η εξέγερση γενικεύτηκε. Δύο εβδομάδες μετά ήρθαν οι ενισχύσεις (18.000) και οι δυνάμεις καταστολής έφτασαν συνολικά τους 30.000 άνδρες. Στις 5 Μαΐου του 1947 εκτυλίχθηκε ένα από τα πιο τραγικά επεισόδια της εξέγερσης που είχε μετατραπεί σε ανοικτό πόλεμο: η σφαγή της Μοραμάνγκα, κατά την οποία ένα τραίνο που μετέφερε κρατούμενους “γαζώθηκε” σκόπιμα από τους Γάλλους και καταγράφηκαν 95 νεκροί.
Μια άλλη πτυχή που δεν έχει αναλυθεί και τεκμηριωθεί επαρκώς ήταν οι λεγόμενες «βόμβες παραδειγματισμού», η ρίψη ζωντανών αιχμαλώτων από τα αεροπλάνα στην ύπαιθρο και στα χωριά. Αυτό αναφέρθηκε ακόμα και στο γαλλικό κοινοβούλιο αλλά δεν ερευνήθηκε περαιτέρω. Η βία είχε κατασταλεί πιο εύκολα στις μεγάλες πόλεις και είχε επεκταθεί στην ύπαιθρο.
Η εξέγερση κράτησε μέχρι τα τέλη του 1948, αρχές του 1949 σε μερικές περιοχές, αφήνοντας 140 Γάλλους εποίκους νεκρούς και μαζί με αυτούς 1900 απώλειες των δυνάμεων καταστολής και 4000 άνδρες-μέλη-υποστηρικτές του φιλογαλλικού κόμματος PADESM. Όσο για τους υπόλοιπους, τα πολλά και ανώνυμα θύματα, υπήρξαν αναφορές για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, μιας και το δημογραφικό κενό ανάμεσα σε δύο απογραφές ήταν μεγάλο, της τάξης των 89.000, αλλά σε αυτούς περιλαμβάνονται και εκτοπισμένοι- οι περισσότεροι ιστορικοί καταλήγουν σε ένα νούμερο 40 χιλιάδων για τους νεκρούς χωρικούς κι εξεγερμένους. Οι πολιτικοί παράγοντες δικάστηκαν και καταδικάστηκαν αλλά ευτυχώς έλαβαν χάρη από το Γάλλο πρόεδρο (Vincent Auriol το 1949) που κατάλαβε ότι δεν υπήρχε λόγος να δημιουργήσει ήρωες-μάρτυρες.
Η χώρα έγινε ανεξάρτητη λίγα χρόνια αργότερα, αλλά ο γαλλικός έλεγχος, πολιτικός, στρατιωτικός, οικονομικός, τραπεζικός παρέμεινε σχεδόν απαράλλακτος και οι ντόπιες ελίτ βούτηξαν στο χρυσοφόρο καζάνι της διαφθοράς, βυθίζοντας τον πληθυσμό σε ένα πικρό μείγμα φτώχειας και παρακμής.
Οι γαλλικές υποδομές ξέφτισαν, περιοχές της χώρας έφτασαν να έχουν χειρότερες υποδομές από ό,τι το 1930, το οδικό δίκτυο δεν εξελίχθηκε, οι υποσχέσεις προόδου έμειναν στα χαρτιά, οι αρρώστιες και η εξαθλίωση θύμιζαν και θυμίζουν -ακόμα και σήμερα- περασμένες δεκαετίες.
Οι Γάλλοι πρόεδροι, σχεδόν τελετουργικά, περνούν όλοι από όλες τις πρώην αποικίες για να ελέγξουν πώς πηγαίνει η «τήρηση των όρων του διαζυγίου». Για τη Γαλλία όλα πηγαίνουν καλά. Οι εταιρείες της φτιάχνουν (σιγά σιγα) τους δρόμους στη Βόρεια Μαδαγασκάρη, οι γαλλικές τράπεζες ελέγχουν τα πάντα, η γαλλική γλώσσα είναι ακόμα και σήμερα το διαβατήριο ανέλιξης για τους ντόπιους, οι τουρίστες στο νησί είναι Γάλλοι και οι ιδιοκτήτες των ξενοδοχείων κυρίως Γάλλοι.
Το 2005 ο πρόεδρος Σιράκ χαρακτήρισε τα γεγονότα του 1947 και την καταστολή «απαράδεκτη».
Το 2016 ο πρόεδρος Ολάντ απέτισε φόρο τιμής στα θύματα του 1947.
Το 2025 ο πρόεδρος Μακρόν ανακοίνωσε τη σύσταση μιας κοινής επιτροπής ιστορικών για τα γεγονότα του 1947.
Στις αρχές του 2026, ο συνταγματάρχης και νέος της ηγέτης του νησιού επισκέφθηκε το μέγαρο των Ηλυσίων στο Παρίσι για να δώσει τα διαπιστευτήριά του.
Σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη της Μαδαγασκάρης σήμερα, ανάμεσα σε υπαίθρια κρεοπωλεία, δίπλα σε μικρά κιόσκια που πουλούν χρόνο ομιλίας των πολυεθνικών εταιρειών τηλεφωνίας, μέσα στη σκόνη από βοϊδάμαξες και κοντά στο ανέμελο παιχνίδι ξυπόλητων παιδιών, ορθώνεται κι ένας οβελίσκος, μια στήλη, ένα μνημείο με την ημερομηνία «29 Μαρτίου 1947» και τα χρώματα της σημαίας της χώρας. Και η ζωή συνεχίζεται και η ιστορία επαναλαμβάνεται.
