website analysis Η συγκλονιστική ιστορία του μοναδικού ελληνορθόδοξου ναού στο Ιράν – Οι λεπτές ισορροπίες με τους μουλάδες – Epikairo.gr

Σε μια χώρα περίπου 85 εκατομμυρίων κατοίκων, όπου η θρησκεία αποτελεί θεμέλιο της κρατικής εξουσίας και στοιχείο πολιτικής ταυτότητας, υπάρχει σήμερα ένας και μόνο ελληνορθόδοξος ναός: Βρίσκεται στην Τεχεράνη και φέρει το όνομα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Το Ιράν είναι επισήμως Ισλαμική Δημοκρατία, με το σιιτικό Ισλάμ να διαμορφώνει όχι μόνο το νομικό πλαίσιο, αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών. Οι θρησκευτικές μειονότητες αναγνωρίζονται τυπικά, όμως λειτουργούν μέσα σε ένα αυστηρό πλέγμα περιορισμών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς ιστορικό βάθος αντίστοιχο των Αρμενίων ή των Ασσυρίων Χριστιανών, αποτελεί μια σχεδόν αόρατη παρουσία.
Πίστη, διπλωματία και επιβίωση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λειτουργία του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου «ακροβατεί» ανάμεσα στην πίστη, τη διπλωματία και την επιβίωση. Ο Ναός υπάγεται κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο διαχρονικά έχει την ποιμαντική ευθύνη της Ορθόδοξης Διασποράς σε περιοχές εκτός των παραδοσιακών εθνικών Εκκλησιών.
«Έβλεπα στα μάτια τους τη λαχτάρα»
Ωστόσο, η εμπειρία των ελληνορθόδοξων εντός ναού είχε ένταση δυσανάλογη με το μέγεθος της κοινότητας: «Το βράδυ της Ανάστασης έβλεπα στα μάτια τους τη λαχτάρα να ξαναζήσουν την εμπειρία μιας ορθόδοξης λειτουργίας. Τη βίωναν με την ψυχή τους. Ίσως βαθύτερα απ’ ό,τι πολλοί στον τόπο μας, όπου όλα είναι αυτονόητα», ανέφερε ο π.Νικηφόρος.
Η καθημερινότητα του ιερέα ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Μετακινήσεις μόνο από το ξενοδοχείο στον ναό και αντίστροφα, πάντα με πολιτικά ρούχα. Καμία κοινωνική συναναστροφή, καμία πρωτοβουλία εκτός πλαισίου. Μετά την Ανάσταση, άμεση αναχώρηση για την Κωνσταντινούπολη, ώστε να προλάβει τον Εσπερινό της Αγάπης. Μόνη σταθερή εξαίρεση: το τρισάγιο στο ελληνικό κοιμητήριο της Τεχεράνης.
Ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες του π. Νικηφόρου συγκαταλέγεται η μυστική Θεία Κοινωνία δύο Ιρανών, που επισήμως θεωρούνταν μουσουλμάνοι. Είχαν βαπτιστεί Ορθόδοξοι στο εξωτερικό και ζούσαν διπλή ζωή. «Με παρακάλεσαν να τους κοινωνήσω αφού φύγουν όλοι», λέει. «Αν γινόταν γνωστό, θα κινδύνευε η ζωή τους».
Η μικρή ορθόδοξη κοινότητα της χώρας παραμένει σχεδόν αόρατη στη δημόσια συζήτηση, ωστόσο η Εκκλησία επιμένει να υπάρχει μέσα από περιοδικές λειτουργικές παρουσίες. Από κοντά, έζησε αυτή την πραγματικότητα ο αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Κουνάλης, γενικός αρχιερατικός επίτροπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, ο οποίος βρέθηκε συνολικά τρεις φορές στην Τεχεράνη, κατόπιν εντολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για να τελέσει τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας στον μοναδικό αυτό ναό. «Πήγαινα πάντα τη Μεγάλη Εβδομάδα, γιατί μόνο τότε άνοιγε ο ναός», όπως ανέφερε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια».
Αυστηρά ελεγχόμενη αποστολή
Η παρουσία του δεν είχε χαρακτήρα κανονικής ενορίας. Ήταν μια αποστολή περιορισμένη χρονικά, αυστηρά ελεγχόμενη και απόλυτα οριοθετημένη ως προς το περιεχόμενό της αφού εξυπηρετούσε μια ανάγκη περιορισμένης λατρείας για ξένους υπηκόους.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι το Πατριαρχείο, με την ιστορική του εμπειρία επιβίωσης εντός μη χριστιανικών ή μη φιλικών προς τον Χριστιανισμό κρατικών πλαισίων, διαθέτει τη θεσμική μνήμη και τη διπλωματική λεπτότητα που απαιτούνται για τέτοιες αποστολές. Ενδεικτικό είναι το γεγονός, ότι πριν από τον αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Κουνάλη, στον Ναό του Ευαγγελισμού είχε λειτουργήσει –όταν ακόμη ήταν αρχιμανδρίτης– ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Μακάριος, ενώ επί δέκα συναπτά έτη είχε διακονήσει εκεί και ο μακαριστός Δημήτριος, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης.
Αποστολή υψηλής ευθύνης
Η επιλογή τέτοιων προσώπων αναδεικνύει το γεγονός ότι το Πατριαρχείο αντιλαμβάνεται την Τεχεράνη όχι ως περιφέρεια, αλλά ως αποστολή υψηλής ευθύνης. Η δε επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων, έγινε με γνώμονα την υψηλή θεολογική τους κατάρτιση, την εκκλησιαστική εμπειρία και την ικανότητα διαχείρισης λεπτών καταστάσεων.
Βάσει των προαναφερθέντων, εξηγείται το ότι οι ακολουθίες στο συγκεκριμένο ναό τελούνταν αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα ως αναγκαίο μέτρο προστασίας. «Η χρήση άλλης γλώσσας θεωρείται προσηλυτισμός», εξηγεί ο ίδιος. Στο Ιράν, η Ορθοδοξία επιτρέπεται μόνο ως θρησκευτική μνήμη για ξένους υπηκόους.
Το εκκλησίασμα ήταν μικρό, με την Ελληνική κοινότητα να συρρικνώνεται κάθε χρόνο ολοένα και περισσότερο – όσοι μπορούσαν να μιλήσουν Ελληνικά, δεν ξεπερνούσαν τα επτά άτομα. Μαζί τους, Ορθόδοξοι από διπλωματικές αποστολές χωρών όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Ουκρανία ή η Φινλανδία. Κάποια παιδιά είχαν βαπτιστεί, αλλά δεν γνώριζαν τη γλώσσα. Μυστήρια όπως γάμοι ή βαπτίσεις δεν επιτρέπονταν.
Η Εκκλησία βρισκόταν εκεί μόνο για να λειτουργήσει — τίποτα περισσότερο.
Η τελευταία επίσκεψη Ορθόδοξου ιερέα στον ναό έγινε το 2022. Έκτοτε, καμία νέα αποστολή με το Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου να παραμένει ‘σιωπηλός’, όχι όμως εγκαταλελειμμένος. Ο ίδιος ο ναός αποτελεί το αποτύπωμα μιας άλλης εποχής. Θεμελιώθηκε το 1951, σε μια περίοδο που η ελληνική παρουσία στο Ιράν ήταν αισθητή και οι διμερείς σχέσεις ισορροπημένες. Τα σχέδιά του εκπονήθηκαν από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και η αρχιτεκτονική του —μονόκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, με νεοκλασικά και ψευδοϊωνικά στοιχεία— δηλώνει καθαρά την ελληνική του ταυτότητα.
Τα θυρανοίξια τελέστηκαν το 2001 από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Ο αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Κουνάλης, ο τελευταίος ορθόδοξος ιερέας που λειτούργησε στον  Ναό, περιγράφει την εμπειρία του και κάνει λόγο για μια απόλυτα ελεγχόμενη από το καθεστώς των μουλάδων αποστολή στην Τεχεράνη

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή